Legislator Case Law & Legislation
747/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on overtime claims by a company director. Director status excludes him from overtime protections under Greek law.

Case Number 747/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 'BIOFON A.E.' against the Athens Court of Appeal's decision denying the employee's overtime and night stay claims. The employee argued he was not a director, but the court found he held a supervisory position with significant authority over the company's direction and personnel. Consequently, the court ruled that his status as a director legally excluded him from the overtime protections applicable to regular employees.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 para. 1 of the Washington Convention (Law 2269/1920); Art. 559 no. 8, 10 of the Code of Civil Procedure: Persons holding supervisory positions with broad management authority and distinct from other staff are excluded from labor protection laws regarding overtime, and appeals challenging the court's assessment of such factual status are inadmissible.

Keywords

AI generated
director status overtime protection supervisory authority labor law exclusion appeal inadmissibility factual assessment employee classification

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 para. 1 of the Washington Convention (Law 2269/1920)
Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Χαλή βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 10 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 747 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 747/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΑΦΟΝ Α.Ε. Ανώνυμος Εμπορική Εταιρεία εξοπλισμού και υπηρεσιών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Χαλή βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ........., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Βερβενιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1678/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4090/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 20-2-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων των τρίτου κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚπολΔ μέρος του και τέταρτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. - Επειδή, κατά την έννοια του εδαφίου α' του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσινγκτων "περί περιορισμού των ωρών εργασίας εν ταις βιομηχανικαίς επιχειρήσεσιν", που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, ως πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων, κατά την εν λόγω σύμβαση, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτής, θεωρούνται εκείνα στα οποία, ως εκ των εξαιρετικών προσόντων τους ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης του εργοδότη προς αυτά, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως όλης της επιχείρησης ή σημαντικού τομέα της και εποπτείας του προσωπικού, κατά τρόπον ώστε όχι μόνο να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά και να διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, λόγω της ασκήσεως των δικαιωμάτων του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η πρόσληψη και απόλυση του προσωπικού έναντι του οποίου επέχουν θέση εργοδότη, διαθέτουν πρωτοβουλία και επωμίζονται καμιά φορά και ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων που έχουν θεσπισθεί για το συμφέρον των εργαζομένων, αμειβόμενοι συνήθως με μισθό που υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές.

Γι΄ αυτό και τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή τους.

Η έννοια δε της διευθυντικής θέσεως, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου που τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους (ΑΠ 70/2002, 968/2002).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις 23-8-1993 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως επιθεωρητής πωλήσεων από την εταιρεία παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας με την επωνυμία "ΣΕΛΦΟΝ Α. Ε.", η οποία περί τα μέσα του έτους 1995 συγχωνεύτηκε με την αναιρεσείουσα (ΒΙΑΦΟΝ Α.Ε.), που ασκεί την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα, οπότε η δεύτερη υπεισήλθε ως οιονεί καθολική διάδοχος σε όλες τις εργασιακές σχέσεις της πρώτης με το προσωπικό της.

Έτσι, ο αναιρεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του αρχικά στη ΣΕΛΦΟΝ Α.Ε. και ακολούθως στην αναιρεσείουσα με την ιδιότητα του επιθεωρητή πωλήσεων μέχρι το έτος 1996 και εφεξής με την ιδιότητα του διευθυντή πωλήσεων έως τις 4-1-2002, οπότε αυτός έπαυσε να εργάζεται, ισχυριζόμενος ότι η αναιρεσείουσα δεν του κατέβαλε καμία αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση και αποζημίωση για εργασία εκτός έδρας, καθώς και ότι η στάση αυτή της αναιρεσείουσας συνιστά καταγγελία της εργασιακής σχέσης του.

Μάλιστα ο αναιρεσίβλητος με την από 3-7-2002 αγωγή του είχε ζητήσει να επιδικαστεί σ' αυτόν αποζημίωση απόλυσης ύψους 22.452 ευρώ, αλλά η αγωγή αυτή απορρίφθηκε τελεσίδικα ως αβάσιμη με την 1680/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 3120/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος κατά την επίδικη χρονική περίοδο (1996-2001), κατά την οποία εργαζόταν ως διευθυντής πωλήσεων της αναιρεσείουσας, δεν μετείχε στο Δ.

Σ. αυτής, ούτε ασκούσε επί του προσωπικού της δικαιώματα που αρμόζουν σε εργοδότη, ενώ ο ίδιος ήταν υποχρεωμένος να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο και να ακολουθεί τις εντολές και οδηγίες των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας μέσα στις γενικότερες επιχειρηματικές αρχές και κατευθύνσεις της εταιρείας PANAFON, με την οποία η αναιρεσείουσα είχε στενή εμπορική συνεργασία.

Ασχολείτο με τη δημιουργία και τη διεύρυνση δικτύου πελατών (εμπόρων - μεταπωλητών) της αναιρεσείουσας στην περιοχή της Αττικής και σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Πραγματοποιούσε πολλά ταξίδια εκτός Αθηνών και επιτόπιες επισκέψεις για λεπτομερή ενημέρωση των πελατών της αναιρεσείουσας σχετικά με τα νέα προϊόντα και τις υπηρεσίες της και για άλλες συναφείς εργασίες, όπως για έλεγχο και παραλαβή των αιτήσεων σύνδεσης στο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της PANAFON, είσπραξη οφειλών πελατών από αγορές που είχαν προηγηθεί, παράδοση διαφημιστικών εντύπων κ.λ π..

Επίσης ο αναιρεσίβλητος παραλάμβανε τις υπό εκτέλεση παραγγελίες από το αρμόδιο τμήμα, επιβεβαίωνε τις ποσότητες και τις τιμές και τις προωθούσε περαιτέρω για λογιστικό έλεγχο και για αποστολή. Επαλήθευε τα προγράμματα ταξιδιών των πωλητών της αναιρεσείουσας. Πραγματοποιούσε έρευνες αγοράς και καταγραφές για τις τιμές προσφοράς προϊόντων και υπηρεσιών των ανταγωνιστριών εταιρειών.

Επικοινωνούσε τηλεφωνικά με πελάτες - μεταπωλητές της αναιρεσείουσας και με συνδρομητές αυτών για επεξηγήσεις σε προγράμματα σύνδεσης και άλλα θέματα. Παρείχε συνεχή ενημέρωση στον διευθύνοντα σύμβουλο της αναιρεσείουσας ..... για τις δραστηριότητές του και στην οικονομική διεύθυνση αυτής για τις πληρωμές προμηθειών προς τους μεταπωλητές - πελάτες της.

Επόπτευε και συντόνιζε το προσωπικό του τμήματός του και έκανε μόνο εισηγήσεις για προσλήψεις ή απολύσεις του, χωρίς να έχει την εξουσία να προβαίνει ο ίδιος σε προσλήψεις και απολύσεις ή να καθορίζει αυτός τις τιμές πώλησης των προϊόντων της αναιρεσείουσας. Και γενικά είχε την ευθύνη τήρησης της εμπορικής πολιτικής της αναιρεσείουσας και συνέβαλλε σημαντικά με τις δραστηριότητές του στην προώθησή της, αλλά δεν είχε αποφασιστική αυτοβουλία στη χάραξή της, ενεργώντας πάντοτε σε στενή συνεργασία με τον οικονομικό διευθυντή .....

και υπό τις οδηγίες των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας ....και ...., οι οποίοι και καθόριζαν την εμπορική πολιτική αυτής. Εξάλλου, ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν με πενθήμερο σύστημα εργασίας από Δευτέρα ως Παρασκευή με κανονικό ημερήσιο ωράριο οκτώ ωρών (από 9 π.μ. έως 5 μ.μ.). Στην πραγματικότητα, όμως, αυτός εργαζόταν σταθερά περισσότερες ώρες, και συγκεκριμένα εργαζόταν δέκα ώρες την ημέρα (από 9 π.μ.

έως 7 μ.μ.) κατά τα έτη 1996 - 1999 και εννιά ώρες την ημέρα (από 9 π.μ. έως 6 μ. μ.) από τις αρχές του έτους 2000 και εφεξής, οπότε προσλήφθηκε ως γενικός διευθυντής της αναιρεσείουσας ο .... και ο αναιρεσίβλητος αποχωρούσε ενωρίτερα από την εργασία του. Τέλος, κατά την επίδικη χρονική περίοδο ο αναιρεσίβλητος λάμβανε μηνιαίο μισθό 550.000 δρχ.

το έτος 1996, 780.000 δρχ. το έτος 1997, 900.000 δρχ. το έτος 1998, 1.100.000 δρχ. το έτος 1999, 1.275.000 δρχ. από 1-1-2000 έως 31-5-2001 και 1.310.000 δρχ. από 1-6-2001 και εφεξής, ενώ δεν έλαβε κανένα ποσό για υπερεργασιακή απασχόληση, υπερωριακή απασχόληση και αποζημίωση εργασίας εκτός έδρας, παρότι στη σύμβαση εργασίας πρoβλεπόταν ρητά η καταβολή υπερωριακής αμοιβής σε περίπτωση υπέρβασης του ωραρίου των 40 ωρών την εβδομάδα.

Οι προαναφερόμενοι δε μισθοί του αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι ήταν πολύ ανώτεροι από τους ελάχιστους νόμιμους μισθούς των οικείων Σ. Σ. Ε. για τους πωλητές εμπορικών επιχειρήσεων, στις οποίες αυτός συμβατικά υπήχθη, και σημαντικά ανώτεροι από τους μισθούς των άλλων μέσης στάθμης υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, αλλά και πολύ κατώτεροι από τους μισθούς του γενικού διευθυντή, του προέδρου του Δ.

Σ. και του διευθύνοντος συμβούλου αυτής (2.250.000 δρχ., 2.000.000 δρχ. και 2.000.000 δρχ., αντίστοιχα, για το έτος 2000), ανταποκρίνονται στους συνήθεις μηνιαίους μισθούς της νέας, ταχύτατα εξελισσόμενης και εντόνως ανταγωνιστικής αγοράς κινητής τηλεφωνίας για υπαλλήλους - στελέχη με την επαγγελματική εμπειρία και τις γνώσεις του αναιρεσιβλήτου και δεν μπορούν να αποτελέσουν αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό τούτου ως διευθύνοντος υπαλλήλου.

Πολύ περισσότερο ισχύει το ίδιο για τη δωρεάν παραχώρηση αυτοκινήτου στον αναιρεσίβλητο από την αναιρεσείουσα, πράγμα που συνέβαινε και με πολλούς άλλους υπαλλήλους της, όπως οι πωλητές αυτής, για την ευχερέστερη και αποδοτικότερη εκτέλεση της εργασίας τους. Δέχτηκε δε ακόμη το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος, με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", κατά την έννοια της προαναφερόμενης Διεθνούς Συμβάσεως, επειδή δεν ασκούσε, λόγω εξαιρετικών προσόντων και εργοδοτικής εμπιστοσύνης, γενικότερα καθήκοντα στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, ώστε με την ανάπτυξη προσωπικής πρωτοβουλίας, την άσκηση εργοδοτικών δικαιωμάτων και τη λήψη σημαντικών αποφάσεων να επηρεάζει αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως αυτής.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν εξαιρείτο από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεων για υπερεργασία και για υπερωριακή εργασία, καθώς και για διανυκτερεύσεις εκτός έδρας. Ακολούθως δε, αφού δέχτηκε κατ΄ ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ΄ αριθ. 1678/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξαφάνισε την τελευταία αυτήν απόφαση, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της την ένδικη από 28-12-2001 αγωγή του αναιρεσιβλήτου για καταβολή προσαυξήσεων λόγω υπερεργασίας και αποζημιώσεων λόγω υπερωριακής απασχολήσεως και διανυκτερεύσεων εκτός έδρας.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς : α) δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη του εδαφίου α΄ του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσινγκτων, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, η οποία διάταξη (και μόνο αυτή, όπως εκτιμάται), φέρεται ότι παραβιάστηκε ευθέως, αφού, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", κατά την έννοια της εν λόγω Διεθνούς Συμβάσεως, αποκλείστηκε η ευθεία παραβίαση (πρβλ ΑΠ 147/1993) τόσο της εν λόγω ουσιαστικής διατάξεως, όσο και της υπ΄ αριθ. 21091/2990/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του α.ν. 28/1944, όπως αυθεντικά ερμηνεύτηκε με το ν.δ. 866/1946, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τ.

Β΄ 142/4-9-1946) και έχει ισχύ νόμου, η οποία ρυθμίζει την πρόσθετη αποζημίωση για την εκτός έδρας διανυκτέρευση του μισθωτού, αποζημίωση την οποία όμως, ως εκ της φύσεώς της, δεν δικαιούνται οι "διευθύνοντες υπάλληλοι". Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτή, σχετικά με το πιο πάνω ζήτημα που αφορά το ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", κατά την έννοια της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως, και πλήρεις και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα.

Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω υπό το στοιχείο α΄ αναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων. Ενόψει αυτών, τόσο ο πρώτος λόγος αναιρέσεως (όπως αυτός συμπληρώνεται και διευκρινίζεται με τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, στους οποίους περιλαμβάνονται κρίσιμες σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως), από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως της παραπάνω ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 2 εδ.

α΄ της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσινγκτων, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, όσο και οι ενιαίως κρινόμενοι τρίτος κατά ένα από τα μέρη του και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως (όπως αυτοί συμπληρώνονται και διευκρινίζονται με τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, στους οποίους περιλαμβάνονται κρίσιμες σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως), από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αφενός και ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών αφετέρου, αντιστοίχως, επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β΄, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

΄Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου, δηλαδή η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου έχει τη γνώμη ότι το Εφετείο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, για τους σ΄ αυτήν παραπάνω ειδικότερα αναφερόμενους λόγους, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", κατά την έννοια της προαναφερόμενης Διεθνούς Συμβάσεως, στέρησε την απόφασή του αυτήν από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ΄ αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Και αυτό γιατί και τα περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο αναφορικά με το ζήτημα τούτο δεν είναι ικανά, για να ελεγχθεί αν πράγματι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", κατά την ως άνω έννοια, ώστε να εξαιρείται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας και περί πρόσθετης αποζημιώσεως για εκτός έδρας διανυκετερεύσεις του, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από το έτος 1996 και εφεξής μέχρι τις 4-1-2002, οπότε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η ένδικη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου λύθηκε ύστερα από σιωπηρή καταγγελία της συμβάσεως αυτής από τον τελευταίο, αλλά και εμφανίζονται αντιφάσεις μεταξύ των περιστατικών που δέχτηκε το Εφετείο σχετικά με το εν λόγω ζήτημα.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι κατά το εν λόγω από το έτος 1996 και εφεξής μέχρι τις 4-1-2002 χρονικό διάστημα ο αναιρεσίβλητος κατείχε τη θέση του διευθυντή πωλήσεων στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας και ήταν υποχρεωμένος να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο και να ακολουθεί τις εντολές και οδηγίες των νόμιμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας μέσα στις γενικότερες επιχειρηματικές αρχές και κατευθύνσεις της εταιρείας "PANAFON", με την οποία η αναιρεσείουσα είχε στενή εμπορική συνεργασία, χωρίς να ασκεί επί του προσωπικού δικαιώματα που αρμόζουν σε εργοδότη, παρά ταύτα δέχεται στη συνέχεια ότι ασκούσε τα σημαντικότατα καθήκοντα που πιο πάνω αναφέρονται και ακόμη επόπτευε και συντόνιζε το προσωπικό που ανήκε στο τμήμα του και έκανε εισηγήσεις για προσλήψεις ή απολύσεις, έχοντας γενικά την ευθύνη τήρησης της εμπορικής πολιτικής της αναιρεσείουσας και συμβάλλοντας σημαντικά με τις δραστηριότητές του στην προώθησή της, καθήκοντα δηλαδή, που ενδεχομένως, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, θα μπορούσαν να του προσδώσουν την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", έστω και αν δεν είχε αποφασιστική "αυτοβουλία" στη χάραξή της, ενεργώντας όμως πάντοτε σε στενή συνεργασία με τον οικονομικό διευθυντή και υπό τις οδηγίες των νόμιμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας.

Ακόμη, δέχεται μεν το Εφετείο ότι στη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου προβλέπεται ρητά η καταβολή αμοιβής σε περίπτωση υπερβάσεως του ωραρίου των 40 ωρών την εβδομάδα, πλην όμως δεν καθορίζει και το αν ο συμβατικός αυτός όρος, ο οποίος είχε συμφωνηθεί κατά την αρχική πρόσληψη του αναιρεσιβλήτου ως επιθεωρητή πωλήσεων, εξακολούθησε να ισχύει συμβατικώς και μετά την κατά το έτος 1996 τοποθέτηση αυτού στη θέση του διευθυντή πωλήσεων.

Δεν διευκρινίζει ακόμη το Εφετείο αν ο αναιρεσίβλητος "κτυπούσε" ή όχι σχετική κάρτα κατά το χρόνο προσελεύσεώς του στην αναιρεσείουσα, καθώς και κατά το χρόνο αποχωρήσεώς του από αυτήν ή αν κάπως αλλιώς επιβεβαιώνονταν οι χρόνοι αυτοί της προσελεύσεώς του στην επιχείρηση, καθώς και της αποχωρήσεώς του από αυτήν, ή, έστω, αν ελεγχόταν με κάποιο άλλο τρόπο η ώρα προσελεύσεως στην αναιρεσείουσα και η αποχώρησή του από αυτήν, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν παρεχόταν σ΄ αυτόν ανεξαρτησία αναφορικά με το χρόνο εργασίας του και τα χρονικά πλαίσια μέσα στα οποία θα έπρεπε, κατά τη σύμβαση εργασίας, να παρέχεται η εργασία του αυτή, ως ένα πρόσθετο μερικότερο στοιχείο για τη διαπίστωση του αν πράγματι αυτός είχε ή δεν είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου".

Εξάλλου, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για το χαρακτηρισμό του αναιρεσιβλήτου ως υπαλλήλου που δεν είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου" το ότι δεν μετείχε στο διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσείουσας. Ακόμη το Εφετείο, παρά το ότι δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ασκούσε επί του προσωπικού της αναιρεσείουσας δικαιώματα που αρμόζουν σε εργοδότη, στη συνέχεια αντιφατικώς δέχεται ότι επόπτευε και συντόνιζε το προσωπικό του τμήματός του, χωρίς όμως και να διευκρινίζει μέχρι ποιο σημείο έφθανε η σχετική αρμοδιότητά του.

Τέλος, παρά το ότι το Εφετείο δέχεται ότι οι ως άνω μισθοί, που καταβάλλονταν στον αναιρεσίβλητο κατά το ένδικο (από το έτος 1996 έως τις 4-1-2002) χρονικό διάστημα, κατά το οποίο είχε την ιδιότητα του διευθυντή πωλήσεων, ήταν πολύ ανώτεροι από τους ελάχιστους νόμιμους μισθούς, που προβλέπονταν από τις οικείες Σ.Σ.Ε.

για τους πωλητές εμπορικών επιχειρήσεων, και σημαντικά ανώτεροι από τους μισθούς των άλλων μέσης στάθμης υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, εν τούτοις στη συνέχεια αντιφατικώς δέχεται ότι το ύψος των μισθών αυτών, που καταβάλλονταν στον αναιρεσίβλητο, δεν μπορεί να αποτελέσει αποφασιστικό κριτήριό του για το χαρακτηρισμό του τελευταίου ως "διευθύνοντος υπαλλήλου", επειδή οι μισθοί αυτοί "ανταποκρίνονται στους συνήθεις μηνιαίους μισθούς της νέας, ταχύτατα εξελισσόμενης και εντόνως ανταγωνιστικής αγοράς κινητής τηλεφωνίας για υπαλλήλους - στελέχη με την επαγγελματική εμπειρία και τις γνώσεις του αναιρεσιβλήτου", αιτιολογία όμως η οποία, ενόψει των ως άνω λοιπών παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κρίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ως μη επαρκής και συγχρόνως και αντιφατική.

Επομένως, οι ενιαίως κρινόμενοι τρίτος κατά ένα από τα μέρη του, καθώς και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως (όπως αυτοί συμπληρώνονται και διευκρινίζονται με τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, στους οποίους περιλαμβάνονται κρίσιμες σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως), από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αφενός και ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών αφετέρου, αντιστοίχως, επί του πιο πάνω ζητήματος, που αφορά το αν ο αναιρεσίβλητος είχε ή όχι την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", κατά την έννοια της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως, θα έπρεπε, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους λόγους αυτούς αναιρέσεως.-

2.- Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση.

Όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο κατά ένα μέρος του και τρίτο κατά ένα από τα μέρη του λόγους αναιρέσεως, προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, με τον οποίο και με βάση τα σχετικώς αναφερόμενα γεγονότα υποστηριζόταν ότι ο αναιρεσίβλητος δεν δικαιούτο τις με την ένδικη αγωγή ζητούμενες προσαυξήσεις λόγω υπερεργασίας και αποζημιώσεις λόγω υπερωριακής απασχολήσεως και διανυκτερεύσεων εκτός έδρας, ακριβώς διότι είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου.

Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον ερεύνησε και τελικά, ως εκ του πράγματος, τον απέρριψε ως αβάσιμο και έτσι δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από την πιο πάνω διάταξη πλημμέλεια.-

3.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι΄ αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο (και τελευταίο) κατά ένα μέρος του λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως αληθινά τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που ειδικότερα αναφέρονται στο λόγο αυτόν αναιρέσεως, χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των εγγράφων που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, καθώς και των αναφερόμενων ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων και ένορκων βεβαιώσεων.

Επομένως, ο πιο πάνω (πέμπτος κατά το ως άνω μέρος του) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.-

4.- Επειδή, οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, κατά τα υπόλοιπα μέρη τους, με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις, που, ειδικότερα, αναφέρονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορικά είτε με το ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", είτε με το ότι ο ίδιος (αναιρεσίβλητος) δεν είχε εργαστεί πέραν των 400 ωρών εβδομαδιαίως και δεν είχε διανυκτερεύσει εκτός έδρας, ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΦΟΝ Α.Ε. Ανώνυμος Εμπορική Εταιρεία εξοπλισμού και υπηρεσιών" για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 4090/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ