Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and lack of specific grounds in civil compensation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple parties against a final compensation decision regarding forced expropriation. The appellants argued procedural irregularities and errors in applying common sense principles to witness testimony, but the court found these grounds either unasserted or too vague. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the specific allegations did not meet the statutory requirements for a valid annulment request.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 1-2 C.P.D.; Art. 226 para. 4 C.P.D.; Art. 559 no. 1 C.P.D.: An appeal is inadmissible if grounds are not specifically stated in the petition or if they concern the evaluation of evidence rather than the interpretation of legal rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 747 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 747/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. χήρας Κ. Κ., το γένος Δ. Θ., 2. Ν. Κ. του Κ., 3. Δ. Κ. του Κ., 4. Ι. Κ. του Ν., 5. Ν. Κ. του Ι., 6 Σ. συζ. Ν. Μ., το γένος Ι. Κ., 7. Μ. συζ. Γ. Κ., το γένος Ν. Κ., 8. Α. συζ. Ι. Μ., το γένος Ν. Κ., 9. Ν. Μ. του Ι. και 10 Χ. συζ. Π. Γ.ή, το γένος Ι. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κουτρομάνο, ο οποίος δήλωσε ότι οι υπό στοιχεία 5 και 6 ως άνω αναιρεσείοντες (Ν. Κ. και Σ. Μ.) παραιτούνται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Φεβρουαρίου 2002 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς.
Εκδόθηκε η 951/2002 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 30 Ιουλίου 2003 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Βούλγαρης, ανέγνωσε την από 10 Σεπτεμβρίου 2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 περ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. , αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί άλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδαφ. 3 και 4 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδαφ.
β', αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής της στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά την σειρά της από το πινάκιο της 3-3-06 απελίπετο το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Όμως όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πρακτικά της 3-2-06 το αναιρεσίβλητο είχε παραστεί νομίμως κατά την εν λόγω δικάσιμο από την οποία εκ του πινακίου αναβλήθηκε η υπόθεση παρόντος του αναιρεσιβλήτου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης τοιαύτην.
Σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί κλήτευση του αναιρεσιβλήτου για τη νέα μετά αναβολή εκ του πινακίου δικάσιμον (της 3-3-06) δεν απαιτείται, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση αυτού, για τη δικάσιμο αυτή (την μετ' αναβολή).
Συνεπώς το αναιρεσίβλητο πρέπει να δικασθεί ερήμην και να χωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση, ολική ή μερική από το δικόγραφο της ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση οι 5ος και 6η αναιαρεσείοντες, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης, με δήλωση του δυνάμει του προσκομιζομένου υπ' αριθμ. …68/2-3-06 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κ. Λ. πληρεξουσίου αυτών δικηγόρου Χρήστου Κουτρομάνου που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, δήλωσαν ότι παραιτούνται του δικογράφου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Πρέπει, επομένως, μετά τη νομότυπη παραίτηση από την αίτηση αναιρέσεως, να θεωρηθεί αυτή ως μη ασκηθείσα (άρθρα 295 παρ. 1 και 299 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙΙ. Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. ο αναφερόμενος σ' αυτό λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν συνεξετίμησε αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος. Κι αυτό γιατί στην τελευταία περίπτωση δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου παρά μόνο με την εκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν μ' αυτό, η οποία όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση του ως προς την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των αναιρεσειόντων στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και σε όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και η από μηνός Απριλίου 2002 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Μηχανικού Γ. Μ. χωρίς να στηρίξει σ' αυτό αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμά του.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω συμβολαίου ως προς τα όρια του επιδίκου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
IV. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολ. Α.Π. 11/1996). Δεν είναι πράγματα με την ανωτέρω έννοια οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ένστασης, ούτε τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε τα αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 683/2003).
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, ήτοι αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες. Αλλά και εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο προκείμενος λόγος αναφέρεται σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., και πάλι είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο (πλην άλλων) ποιά ήταν αυτά τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες.
V. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδαφ β' Κ.Πολ.Δ. "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της ως άνω διάταξης, 'διότι καθόρισε αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα αυτών όχι μ βάση τις καταθέσεις των επιμελεία αυτών εξετασθέντων μαρτύρων, εκ των οποίων ο ένας ήταν δικηγόρος και κάτοικος της περιοχής, ο δε άλλος πολιτικός μηχανικός, έχων πλήρη γνώση της αξίας των ακινήτων, και των οποίων ως εκ τούτου οι καταθέσεις, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας έχουν αυξημένη βαρύτητα για τον σχηματισμό ορθής δικανικής πεποίθησης, αλλά στηρίχθηκε αποκλειστικά σε όσα υποστήριζε το αναιρεσίβλητο σχετικώς με την αξία των απαλλοτριωθέντων και έτσι καθόρισε πολύ χαμηλή τιμή μονάδος αποζημίωσης.
Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η φερομένη ως γενομένη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν έλαβε χώρα κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν πραγματικών περιστατικών, αλλά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν πρέπει να περιληφθεί στην παρούσα, διότι το αναιρεσίβλητο το οποίον ενίκησε στην προκειμένη δίκη, ως ερημοδικασθέν δεν υπεβλήθη σε δικαστική δαπάνη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την κρινομένη από 30-7-03 αίτηση αναιρέσεως για τους 5ον και 6η των αναιρεσειόντων.
-Απορρίπτει την από 30-7-2003 αίτηση της Μ. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της 951/2002 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ