Legislator Case Law & Legislation
746/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative contract award decision due to vague reasoning failure.

Case Number 746/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against a lower court decision awarding a public contract to a private entity. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the application of the public procurement law. The court ruled that the appeal was inadmissible because it did not specify which additional reasoning was required to cure the alleged defect.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 19 and 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging insufficient reasoning is inadmissible if it fails to specify the missing elements required to substantiate the legal basis applied.

Keywords

AI generated
administrative contract public procurement law insufficient reasoning inadmissible appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 para. 1 item b of the Code of Civil Procedure
Article 556 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 681 of the Civil Code
Article 694 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 12 para. 5 of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 746 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 746/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία - Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του Σταυρούλας Θεοδωρακοπούλου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ε. Ο. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίου δικηγόρου Γιάννας Κουρεμάδα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η 70/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 15/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-11-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 27-11-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης .../2021) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, υπ' αριθ. 15/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 10-5-2017 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 70/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 10-6-2014 (αριθ. έκθ. κατάθεσης .../2014) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίστηκε ότι το εναγόμενο έχει την υποχρέωση να του καταβάλει εντόκως το ποσό των 73.741,45 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 681 του ΑΚ καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης μίσθωσης έργου, που είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 694 του ίδιου Κώδικα, καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση εκάστου τμήματος.

Ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, συνισταμένη στην εκτέλεση και προσπόριση του έργου στον εργοδότη, στην περιέλευση δηλαδή αυτού στη σφαίρα εξουσίασης του τελευταίου, υπό την προϋπόθεση ότι το έργο είναι το προσήκον, ήτοι δεν είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος, διότι τότε ο εργολάβος δεν θεωρείται ότι προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατ' άρθρο 694 ΑΚ τη συμφωνηθείσα αμοιβή του (ΑΠ 135/2022, 1019/2020, 1070/2017, 723/2015).

Σύμφωνα δε με το άρθρο 80 του Ν. 2362/1995 "Δημόσιο Λογιστικό", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο και πριν την κατάργησή του με το άρθρο 177 του Ν. 4270/2014 (ΦΕΚ Α 143/28-6-2014), "Για το κύρος συμβάσεως του Δημοσίου με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των 400.000 δραχμών (από 1-1-2002 το ως άνω ποσό είχε αναπροσαρμοστεί σε 2.500 ευρώ δυνάμει της ΥΑ 2/59649/ 0026/2001 - ΦΕΚ Β 1427/22-10-2001) ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτισή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο.

Το ανωτέρω ποσό μπορεί να τροποποιείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Επί συμβάσεως, η αποδοχή της προτάσεως δύναται να γίνει και με χωριστό έγγραφο, η υπό του αντισυμβαλλομένου όμως του Δημοσίου εκπλήρωση της παροχής του αίρει την εκ της ελλείψεως του γραπτού τύπου της αποδοχής ακυρότητα της συμβάσεως".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, είναι και η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.

Ωστόσο, η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση ούτε η υπαγωγή με αυτή των επικαλούμενων περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.

Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή τυχόν ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1412/2023, ΑΠ 83/2019, 2091/2013).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ' αρχάς το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (OλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 70/2023, 32/2022, 14/2022, 83/2019, 1321/2015, 2091/2013).

Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 910/2023, ΑΠ 83/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 του ΚΠολΔ, κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει τον προβληθέντα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, πρωτοδίκως με τις προτάσεις του και στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης, ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, επειδή στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρεται ότι α) μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου καταρτίστηκε εγγράφως σύμβαση έργου, β) το εκτελεσθέν έργο παραδόθηκε στο Δημόσιο, το οποίο το παρέλαβε ανεπιφύλακτα, και γ) οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ως προς το ύψος της αμοιβής του ενάγοντος για την εκτέλεση του ανατεθέντος έργου.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, ώστε να γίνει αντιπαραβολή αυτού με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που παρατίθενται στο αναιρετήριο, προκειμένου να διαπιστωθεί τυχόν σφάλμα αυτής, σε κάθε όμως περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι διαλαμβάνονται στο δικόγραφο όλα τα απαιτούμενα για το ορισμένο αυτής στοιχεία, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 80 του Ν. 2362/1995.

Ειδικότερα, όσον αφορά την υπό στοιχ. α' αιτίαση του ως άνω λόγου, αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι το εναγόμενο Δημόσιο δια των αρμοδίων οργάνων του και δη της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών ζήτησε, με το υπ' αριθ. πρωτ. .../2000 έγγραφο της ως άνω Υπηρεσίας προς το Τμήμα Δωδεκανήσου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, τον διορισμό πραγματογνώμονα, προκειμένου αυτός να προβεί σε επιμέτρηση των αναφερόμενων στην αγωγή δημοτικών έργων του Δήμου ..., κατόπιν αυτού δε, το ΤΕΕ με την υπ' αριθ. .../2000 απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής του διόρισε ως πραγματογνώμονα τον ενάγοντα, τοπογράφο μηχανικό ΕΜΠ, ο οποίος εκτέλεσε το ανατεθέν σ' αυτόν, από το Ελληνικό Δημόσιο, έργο.

β) Όσον αφορά την υπό στοιχ. β' αιτίαση του ιδίου λόγου, αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι ο ενάγων εκτέλεσε προσηκόντως το έργο που του ανατέθηκε από το εναγόμενο Δημόσιο και συνέταξε τη σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία παρέδωσε στο τελευταίο και εκείνο την παρέλαβε ανεπιφύλακτα. γ) Τέλος, σχετικώς με την υπό στοιχ.

γ' αιτίαση του ως άνω λόγου, αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίστηκε συμφωνία ως προς το ύψος της αμοιβής του ενάγοντος για την εκτέλεση του ανατεθέντος σ' αυτόν έργου και, συνεπώς, δικαιούται αυτός ως αμοιβή την ελάχιστη καθοριζόμενη βάσει των διατάξεων του Π.Δ. 696/1974 "Περί αμοιβών μηχανικών".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση.

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτής (ΑΠ 79/2023, 1442/2017, 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 79/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν παραδεκτά από το εναγόμενο Δημόσιο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του εναγομένου ότι α) ουδεμία σύμβαση έργου ή παροχής υπηρεσιών καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος ως εργολάβου και του εναγομένου ως εργοδότη, σύμφωνα είτε με τα άρθρα 79 επ.

του Ν. 2362/1995 είτε με οποιαδήποτε άλλη διάταξη, β) κάθε σύμβαση για λογαριασμό του Δημοσίου με αντικείμενο άνω των 2.500 ευρώ απαιτείται να καταρτιστεί εγγράφως και με τη διαδικασία που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 79 επ. του Ν. 2362/1995, διαφορετικά είναι άκυρη, γ) ουδεμία αμοιβή συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων για την εκτέλεση από τον ενάγοντα του έργου που αναφέρεται στην αγωγή και δ) η πράξη της Διοίκησης, η οποία με το υπ' αριθ.

πρωτ. .../2000 έγγραφο της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών ζήτησε από το Τμήμα Δωδεκανήσου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας τον διορισμό πραγματογνώμονα, είναι άκυρη, διότι δεν προβλέπεται από καμία διάταξη νόμου. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι ανωτέρω υπό στοιχ.

α' έως δ' ισχυρισμοί του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 και 2, 12 παρ. 1 και 6 του Ν.Δ. 1264/1942, 5 του Ν. 2346/1995, 79, 82 παρ. 1, 83 παρ. 1 και 85 του Ν. 2362/1995, η οποία είχε ως συνέπεια την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμου του ισχυρισμού του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτού.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Κατόπιν της από 6.11.1998 καταγγελίας πέντε δημοτικών συμβούλων του Δήμου ... αποφασίστηκε η ανάθεση στον αρμόδιο Οικονομικό Επιθεωρητή της διενέργειας διαχειριστικού ελέγχου στον ανωτέρω Δήμο, σύμφωνα με την 1127920/1865-Α/23.12.1998 απόφαση του Προϊσταμένου Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης ΔΔ, ΝΠ και ΔΕΚΟ του Υπουργείου Οικονομικών.

Ακολούθως με την υπ' αριθ. ...2000 απόφαση της αρμόδιας Οικονομικής Επιθεωρήτριας Κρήτης ζητήθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών ο διορισμός πραγματογνώμονα για τη διερεύνηση τεχνικών ζητημάτων που προέκυψαν από τον ανωτέρω έλεγχο. Εν συνεχεία η προϊσταμένη της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών με το υπ' αριθ. .../2000 έγγραφό της, ζήτησε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος - Τμήμα Δωδεκανήσου, τον διορισμό πραγματογνώμονα με ειδικές γνώσεις, για την παραλαβή των έργων στο Δήμο ..., επισημαίνοντας ότι η δαπάνη θα βαρύνει το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν. 2346/1995.

Ακολούθως με την υπ' αριθ. .../2000 απόφασή του το TEE όρισε ως πραγματογνώμονα με την ιδιότητα του Αγρονόμου - Τοπογράφου Μηχανικού τον ενάγοντα, ενώ η Οικονομική Επιθεωρήτρια Κρήτης με το υπ' αριθ. .../2000 έγγραφό της ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης ήταν η επιμέτρηση του σκυροδέματος σε έργα που εκτελέστηκαν δι' αυτεπιστασίας από το Δήμο το χρονικό διάστημα 1996, 1997 και 1998.

Περαιτέρω με το υπ' αριθ. .../2001 έγγραφό της προς τον ενάγοντα ζήτησε από αυτόν τη διαπίστωση της εκτέλεσης ή μη συγκεκριμένων έργων κατά το έτος 1999, ενώ με το υπ' αριθ. .../2001 έγγραφό της η Οικονομική Επιθεωρήτρια ζήτησε από τον ενάγοντα την παράδοση του πορίσματος επί των έργων που είχαν ήδη επιμετρηθεί. Ο ενάγων, ο οποίος προέβη σε επιμέτρηση συνολικά 49 έργων, όπως αυτά εμφαίνονται στον αναλυτικό επιμετρητικό πίνακα και στον πίνακα αποτελεσμάτων επιμέτρησης όγκου σκυροδέματος, παρέδωσε την από 15.7.2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης στο ΤΕΕ - Τμήμα Δωδεκανήσου, η οποία διαβιβάστηκε ακολούθως στην Οικονομική Επιθεωρήτρια Κρήτης και στο Δήμο ....

Περαιτέρω με την υπ' αριθ. 203/2004 απόφασή της η Διοικούσα Επιτροπή του TEE καθόρισε το ύψος της αμοιβής του ενάγοντος στο ποσό των 63.600,20 ευρώ πλέον ΦΠΑ, όπως αυτό υπολογίστηκε με βάση τις αναλυτικές επιμετρήσεις εργασιών που έγιναν και ελέγχθηκαν από τον υπεύθυνο για τις πραγματογνωμοσύνες του TEE πολιτικό μηχανικό Μ.

Κ.. Ακολούθως η Δημαρχιακή Επιτροπή του Δήμου ..., αφού ενημερώθηκε για το ύψος της αμοιβής του ενάγοντος, με την υπ' αριθ. .../2004 απόφασή της απέρριψε την καταβολή της αμοιβής του, ισχυριζόμενη ότι υπόχρεο προς καταβολή της αμοιβής του ενάγοντος είναι το Υπουργείο Οικονομικών, το οποίο έδωσε τη σχετική εντολή στον ενάγοντα.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος, αφού ο ενάγων δεν προέβη στη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης κατόπιν εντολής του Δήμου ..., αλλά κατόπιν εντολής της Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία στα πλαίσια των ελεγκτικών της καθηκόντων προσέλαβε τον ενάγοντα διαμέσου του TEE να τη συνδράμει στο έργο της, γεγονός που καθιστά τον Δήμο ...

μη υπόχρεο στην καταβολή της αμοιβής του ενάγοντος, εφόσον δεν αιτήθηκε τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Η δε αναφορά του εναγομένου στο άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 2346/1995, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του Ν. 2685/1999, αναφέρεται σε δαπάνες μετακίνησης, ημερήσιας αποζημίωσης και διανυκτέρευσης δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι μεταβαίνουν για εκτέλεση υπηρεσίας σε ΟΤΑ και δεν συνδέεται με αμοιβή για την παροχή υπηρεσιών, την οποία ζητεί και υπολογίζει ο ενάγων ως ιδιώτης μηχανικός, με βάση το π.δ. 696/1974, και οι οποίες, ανωτέρω δαπάνες, βαρύνουν τον προϋπολογισμό των ΟΤΑ, εφόσον αφορούν υπηρεσίες που έλαβαν χώρα κατόπιν αιτήματος του ιδίου του ΟΤΑ.

Επομένως απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός του εναγομένου περί έλλειψης παθητικής του νομιμοποίησης και συνακόλουθα και ο σχετικός λόγος εφέσεως....". Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 2, 12 παρ. 1 και 6 του Ν.Δ. 1264/1942, 5 του Ν. 2346/1995, 79, 82 παρ. 1, 83 παρ. 1 και 85 του Ν. 2362/1995, αφού δέχθηκε:

α) Ότι ο ενάγων δεν προέβη στη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης κατόπιν εντολής του Δήμου ..., αλλά κατόπιν εντολής των αρμοδίων οργάνων του Δημοσίου και ειδικότερα της Δ/νσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία στα πλαίσια των ελεγκτικών της καθηκόντων προσέλαβε τον ενάγοντα, διαμέσου του TEE, προκειμένου να τη συνδράμει στο έργο της, καθώς και ότι το γεγονός αυτό κατέστησε τον Δήμο ...

μη υπόχρεο για την καταβολή της αμοιβής του ενάγοντος, εφόσον δεν αιτήθηκε ο ίδιος τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. β) Ότι ο διορισμός του ενάγοντος ως πραγματογνώμονα έλαβε χώρα κατόπιν του υπ' αριθ. .../2000 εγγράφου της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών προς το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος - Τμήμα Δωδεκανήσου, αφού προηγουμένως με το υπ' αριθ. ... /2000 έγγραφο της αρμόδιας Οικονομικής Επιθεωρήτριας Κρήτης είχε ζητηθεί από το Υπουργείο Οικονομικών ο διορισμός πραγματογνώμονα για τη διερεύνηση τεχνικών ζητημάτων που προέκυψαν από τον έλεγχο των επίδικων δημοτικών έργων του Δήμου ..., και ότι ο ενάγων εκτέλεσε το ανατεθέν σ' αυτόν έργο.

Από τις ανωτέρω (υπό στοιχ. β') παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αφενός η Οικονομική Επιθεωρήτρια Κρήτης ενήργησε στα πλαίσια των καθηκόντων της, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 1264/1942, αφετέρου το υπ' αριθ. .../2000 έγγραφο του εναγομένου Δημοσίου επέχει θέση έγγραφης πρότασης προς τον πραγματογνώμονα, που διορίστηκε ακολούθως από το ΤΕΕ, για σύναψη σύμβασης έργου, η δε εκτέλεση του ανατεθέντος έργου από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα και ήδη αναιρεσίβλητο, ο οποίος συνέταξε τη σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης και παρέδωσε αυτήν στο ΤΕΕ - Τμήμα Δωδεκανήσου, προκειμένου να διαβιβαστεί από το τελευταίο στους ενδιαφερόμενους φορείς (Δημόσιο και Δήμο ...), αίρει την από την έλλειψη του γραπτού τύπου της αποδοχής ακυρότητα της ένδικης σύμβασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 80 παρ.

εδ. γ' του Ν. 2362/1995.

Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 79 επ. του Ν. 2362/1995, που ρυθμίζουν τη διαδικασία σύναψης συμβάσεων, από τις οποίες δημιουργούνται υποχρεώσεις σε βάρος του Δημοσίου και ορθώς εφαρμόζοντας το νόμο το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτού. Συνακόλουθα δε, πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1530/2023, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 1267/2023, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για παραβίαση εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) των διατάξεων του άρθρου 79 του Ν. 2362/1995, που ορίζει ότι "Συμβάσεις, από τις οποίες δημιουργούνται υποχρεώσεις σε βάρος του Δημοσίου, δεν δύναται να συνομολογηθούν εάν δεν προβλέπονται από γενικές ή ειδικές διατάξεις ή δεν συντελούν στην εκπλήρωση των σκοπών του".

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες θα έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423οικ./8.12.1992/ 20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-11-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης .../2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 15/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ