Legislator Case Law & Legislation
746/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's refusal to consider prior criminal acquittal due to lack of legal basis.

Case Number 746/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed appeals challenging the Athens Court of Appeal's decision to partially accept claims regarding moral damages while rejecting the core claim of illegal appropriation of research work. The appellants argued the appellate court failed to properly evaluate a prior criminal acquittal that exonerated the defendant for the same conduct. The court ruled that the appeal was inadmissible because it complained about the court's assessment of the prior judgment's content rather than its non-consideration, which constitutes an unreviewable factual evaluation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging a court of appeal failed to consider a prior criminal judgment is inadmissible if the complaint concerns the substantive evaluation of that judgment's content rather than its non-consideration, as such evaluation is unreviewable.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal prior criminal judgment factual evaluation illegal appropriation moral damages Code of Civil Procedure reviewability

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 6223/2007 of the Athens Court of Appeal (Criminal Division)
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 746 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 746/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στυλιανό Σταματόπουλο και Πέτρο Κασιμάτη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιάκωβου Βενιέρη και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Ι.-Α. του Χ., κατοίκου ..., 2) Θ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μεντή και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιάκωβου Βενιέρη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2/1/2006 και 25/2/2009 αγωγές της υπό στοιχεία Α και Β ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 10/12/2007 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και την από 18/12/2008 αγωγή των υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 697/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3712/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 14/1/2018 αίτησή της και οι υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντες με την από 11/1/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της από 14/1/2018 αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας την παραδοχή της από 11/1/2018 αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις κρινόμενες από 14-1-2018 και 11-1-2018 αιτήσεις αναίρεσης, προσβάλλεται η 3712/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η τελευταία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν τις από 5-5-2014 και 11-5-2014 εφέσεις που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της 697/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μόνο κατά την αναφερόμενη ειδικά διάταξη αυτής περί της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που αφορούσε τις με αριθ. κατ. 6/2006 και 2362/2009 αγωγές της αναιρεσίβλητης, και ακολούθως, αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο τούτο, δικάζοντας τις αγωγές κατ' ουσίαν, δέχθηκε αυτές ως βάσιμες κατά ένα μέρος. Οι αιτήσεις αναίρεσης, ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας. Α) Επί της από 14-1-2018 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<....>>.

Το κατά το νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης της απόφασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές αυτής στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. (ΑΠ 469/2009, ΑΠ 387/2004).

Έτσι, αν στο αιτιολογικό του δικανικού συλλογισμού της απόφασης δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υπάρχει αδυναμία ελέγχου της ακολουθίας της δικανικής κρίσης ως προς την εφαρμογή της διάταξης του ουσιαστικού νόμου, ήτοι αδυναμία του αναιρετικού ελέγχου αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΑΠ 1217/2008, ΑΠ 1347/2007, ΑΠ 66/2006).

Κριτήριο της ορθότητας της απόφασης, από άποψη αναιρετικού της ελέγχου, είναι η συμφωνία αυτής με τις διατάξεις του νόμου και ο, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, από τις οποίες και μόνο κρίνεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης (ΑΠ 156/2017), τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε και την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 229/2009, ΑΠ 1300/2008).

Με την ανωτέρω διάταξη ο Άρειος Πάγος, ελέγχοντας την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, διαπιστώνει αν παραβιάστηκε ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1908/2008, ΑΠ 1446/2007), του οποίου την παραβίαση, με την έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών, επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος έχει υποχρέωση, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου να αναφέρει την συγκεκριμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη που κατ' αυτόν παραβιάστηκε με την από το λόγο αυτό πλημμέλεια της στέρησης από νόμιμη βάση που αποδίδει στην απόφαση.

Με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, ενώ διαλαμβάνει στο αποδεικτικό πόρισμά του ότι στην τελική έκθεση έρευνας του Οργανισμού Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (ΟΒΙ) επί της .../7-11-2002 αιτήσεως της αναιρεσείουσας με βάση την οποία απονεμήθηκε σ' αυτήν το ...

Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας, την επισήμανση του διπλώματος αυτού με το γράμμα "χ", η οποία καταδεικνύει ότι η αίτηση της αναιρεσείουσας δεν εμφανίζει κάτι νέο ή εφευρετικό σε σχέση με το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας της αναιρεσίβλητης, που είχε προηγηθεί, δέχεται στη συνέχεια ότι η αναιρεσείουσα επί σειρά ετών εκμεταλλεύτηκε την εφεύρεση της αναιρεσίβλητης, εμφανιζόμενη και συναλλασσόμενη ως δικαιούχος έγκυρου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, καθώς και ότι με τις άνω αντιφατικές παραδοχές της αφενός εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 298 εδ. 2 ΑΚ, καθόσον δεν μπορεί να γίνει λόγος για βάσιμη πιθανότητα επέλευσης του κέρδους, αφού η αναιρεσείουσα δεν θα μπορούσε να συναλλάσσεται ως δικαιούχος έγκυρου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, αφετέρου στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση και υπέπεσε, όπως εκτιμάται από το περιεχόμενο του λόγου αυτού, στις εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες.

Επίσης, με το δεύτερο μέρος του πρώτου αναιρετικού λόγου, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 298 παρ. 2 ΑΚ εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ειδικά ως προς τον υπολογισμό του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο η αναιρεσείουσα έκανε χρήση της επίδικης εφεύρεσης της αναιρεσίβλητης.

Οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι, αναφερόμενοι ρητά σε παραβίαση της επικαλούμενης ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 298 παρ. 2 ΑΚ, στηρίζονται σε εσφαλμένη βάση. Τούτο διότι, το Εφετείο, για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αξίωσης αποζημίωσης της αναιρεσίβλητης λόγω της προσβολής του, επί της επίδικης εφεύρεσης, δικαιώματός της, δεν εφάρμοσε την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα διάταξη του άρθρου 298 παρ. 2 ΑΚ, η οποία ενόψει του ιστορικού και του αιτήματος της αγωγής, καθώς και των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, αλλά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 1733/1987, με τη νομική θεμελίωση στην οποία επιδικάστηκε η αποζημίωση.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν κρίθηκε ότι η αναιρεσίβλητη αιτείται την καταβολή αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας της από το κέρδος που προσδοκούσε με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις να αποκομίσει από την εκμετάλλευση της εφεύρεσής της και απώλεσε συνεπεία της προσβολής του δικαιώματός της από την αναιρεσείουσα, μορφή της αποζημίωσης που ερευνάται με την προβαλλόμενη ως παραβιασθείσα ως άνω διάταξη, ούτε επιδικάστηκε τέτοιας μορφής αποζημίωση.

Μόνη η παράθεση στη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης της νομικής διάταξης του άρθρου 298 ΑΚ, δεν μπορεί να στηρίξει κρίση για την εφαρμογή της και στήριξη της επιδικασθείσας απαίτησης σ' αυτή, παρεκτός του ότι η σχετική αναφορά της γίνεται σε σχέση μόνο με την περίπτωση που η αξίωση αποζημίωσης αφορά την αποκατάσταση της πραγματικής ζημίας που έχει υποστεί ο δικαιούχος του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας από την προσβολή του, για την οποία δεν πρόκειται στην παρούσα υπόθεση.

Σε κάθε περίπτωση, οι δύο παραδοχές του Εφετείου δεν παρίστανται αντιφατικές μεταξύ τους, αφού δεν αποκλείεται, εξαιτίας της αναφερόμενης επισήμανσης, η εμφάνιση της αναιρεσείουσας στους αντισυμβαλλόμενους ως δικαιούχος έγκυρου σχετικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ενόψει και του ότι, από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτει ότι η ύπαρξη της επισήμανσης αυτής καθίστατο αναγκαίως αντιληπτή στους τρίτους.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τους ανωτέρω δύο λόγους της αναίρεσης πλημμέλειες και οι λόγοι είναι απορριπτέοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 117, 118 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσης, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια να αμυνθεί, στον δε δικαστή η δυνατότητα ελέγχου του νομίμου της αγωγής.

Η έλλειψη ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, συνιστά έλλειψη προδικασίας και καθιστά την αγωγή αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, το δε δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για το λόγο αυτό (ΑΠ 18/2018, ΑΠ 41/2018). Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 75/2016, ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015).

Εξάλλου, τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 17 του ν. 1733/1987, προκύπτει ότι σε περίπτωση υπαίτιας προσβολής του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ο ζημιωθείς κάτοχός του δικαιούται να απαιτήσει, εκτός από την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον, την αποκατάσταση της ζημίας ή την απόδοση της ωφέλειας από την αθέμιτη εκμετάλλευση της ευρεσιτεχνίας ή την πληρωμή ποσού ανάλογου προς το τίμημα άδειας εκμετάλλευσης.

Ανάλογα με την αξίωση που ασκεί ο δικαιούχος του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας, καθορίζεται και το περιεχόμενο της περί αποζημίωσης αγωγής του. Έτσι, πέραν της υποχρέωσης, σε κάθε περίπτωση, επίκλησης και απόδειξης της υπαίτιας προσβολής από τον εναγόμενο του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας αυτού, ο δικαιούχος του δικαιώματος, αν διώκει την καταβολή αποζημίωσης για την αποκατάσταση της πραγματικής ζημίας που προκλήθηκε σ' αυτόν συνεπεία της προσβολής του δικαιώματός του, πρέπει να διευκρινίζει αν αφορά θετική ζημία ή διαφυγόντα κέρδη και να περιέχει στο δικόγραφο τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ, για τη γέννηση της απαίτησης και τον προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης, αν ζητεί την καταβολή αποζημίωσης αντίστοιχης της ωφέλειας που είχε ο τρίτος που προσέβαλε το δικαίωμά του, πρέπει να εκθέτει την αθέμιτη εκμετάλλευση της εφεύρεσης και την ωφέλεια που αποκόμισε ο τρίτος από αυτήν και αν επιδιώκει την καταβολή αποζημίωσης ανάλογης προς το τίμημα της άδειας εκμετάλλευσης της εφεύρεσης, πρέπει να προσδιορίζει το ποσό στο οποίο ανέρχεται το τίμημα το οποίο μπορούσε να επιτευχθεί για την παραχώρηση άδειας εκμετάλλευσης της εφεύρεσής του, δηλαδή την παραχώρηση της εξουσίας περιουσιακής εκμετάλλευσης του δικαιώματός του.

Δεν είναι αναγκαίο στην τελευταία περίπτωση να εκτίθεται στην αγωγή ότι ο δικαιούχος της εφεύρεσης έχει υποστεί συγκεκριμένη ζημία από την εμφάνιση του τρίτου ως δικαιούχου της εφεύρεσης και η μορφή αυτής (θετική ζημία ή διαφυγόν κέρδος), ούτε τα στοιχεία που είναι αναγκαία κατά τις διατάξεις των άρθρων 297-298 ΑΚ προσδιορισμού της αποζημίωσης, αφού από την ίδια τη διάταξη ορίζεται ότι γεννάται δικαίωμα αποζημίωσης λόγω της υπαίτιας προσβολής του δικαιώματός του και καθορίζεται μάλιστα το ποσό το οποίο μπορεί να αξιώσει, όπως είναι το τίμημα που θα επιτυγχάνονταν για την παραχώρηση της άδειας εκμετάλλευσης της ευρεσιτεχνίας.

Τέλος, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής.

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 538/2014).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται, εκτός των άλλων, και σε απαράδεκτο που προέρχεται από παράβαση δικονομικής διάταξης. Με το λόγο αυτό ελέγχεται και η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, στην περίπτωση που το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, στην ένδικη αγωγή δεν προσδιορίζεται η συγκεκριμένη ζημία της αναιρεσίβλητης που προήλθε από τις πράξεις της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα δεν διευκρινίζεται αν πρόκειται για θετική ζημία ή διαφυγόν κέρδος, και δεν εκτίθενται τα στοιχεία που προσδιορίζουν την έκταση αυτής και ότι συνεπώς, παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο του δικογράφου της, μολονότι η ίδια, πρωτοδίκως, αλλά και στο Εφετείο, είχε προβάλει την αοριστία της αγωγής λόγω των συγκεκριμένων ελλείψεων αυτής.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτά επισκοπούμενο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) δικόγραφο της από 25-2-2009 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη αφού ιστόρησε την πραγματοποίηση της ένδικης εφεύρεσης, με τον τίτλο <<...>>, την κατάθεση σχετικής αίτησης την 16-10-2001 στον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (ΟΒΙ) και την απόκτηση του ...

διπλώματος ευρεσιτεχνίας που χορηγήθηκε σ' αυτήν την 30-8-2002, την κατάθεση από τους εναγόμενους (αναιρεσείοντες) στους οποίους περιήλθε σε γνώση, με τον εκτιθέμενο τρόπο, η εφεύρεση αυτή, την 7-11-2002, σχετικής αίτησης και λήψη από τον ΟΒΙ διπλώματος ευρεσιτεχνίας καθώς και την προσβολή του δικαιώματός της, ζήτησε, εκτός των άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σ' αυτήν ως αποζημίωση το ποσό των 800.000 ευρώ που αντιστοιχεί στο τίμημα της παραχώρησης της άδειας εκμετάλλευσης της εφεύρεσης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, εκτιμώντας ότι η ασκούμενη αξίωση αποζημίωσης της αναιρεσίβλητης στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 1733/1987, και ακολούθως δεχόμενη ότι η αναιρεσείουσα επί σειρά ετών εκμεταλλεύεται την εφεύρεση αυτή, εμφανιζόμενη και συναλλασσόμενη ως δικαιούχος έγκυρου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, αναγνώρισε την υποχρέωση αυτής να καταβάλει ως αποζημίωση της αναιρεσίβλητης ποσό ίσο με εκείνο που θα εισέπραττε αν της είχε παραχωρήσει την άδεια εκμετάλλευσης της ευρεσιτεχνίας της.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως ως προς τη νομική θεμελίωση της αγωγής και το, σύμφωνα με αυτή, αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής για το ορισμένο αυτής και κρίνοντας ότι στο δικόγραφο εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με την εφαρμοσθείσα ως άνω διάταξη για την πληρότητα αυτής και απέρριψε τον προβληθέντα λόφο της έφεσης, περί του εξ αυτού του λόγου απαραδέκτου της αγωγής.

Ενόψει όσων στη μείζονα σκέψη σχετικά αναπτύσσονται, η αγωγή, υπό το εκτιθέμενο περιεχόμενο του δικογράφου της, περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρότητά της με βάση την εφαρμοσθείσα ως άνω διάταξη του νόμου και είναι ορισμένη, αφού δεν απαιτούνταν να εκτίθενται η συγκεκριμένη ζημία που έχει υποστεί η αναιρεσίβλητη από την προσβολή του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας, ούτε αν υπέστη θετική ζημία ή διαφυγόν κέρδος, ούτε τα στοιχεία που προσδιορίζουν την έκταση της ζημίας της.

Επομένως, το Εφετείο που δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όπως κρίνεται η παράβαση λόγω της ιστορούμενης στο αναιρετήριο νομικής αοριστίας του δικογράφου της αγωγής) πλημμέλεια, αφού δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται κατά την εφαρμοσθείσα διάταξη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης, και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, αλλά και αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν παραδεκτά και εξ αυτού του λόγου δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 237 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, και έχει εφαρμογή αφού η συζήτηση στον πρώτο βαθμό έγινε πριν την εφαρμογή του τελευταίου νόμου, οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν το αργότερο είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο που ορίστηκε για την υπόθεση, τις προτάσεις τους και μαζί με αυτές, με ποινή απαραδέκτου, όλα τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με αυτές.

Αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται μετά την προθεσμία αυτή, δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο. Με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, εισάγεται ο δικονομικός κανόνας ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά ήταν απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα, είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο (ΑΠ 484/2019, ΑΠ 284/2018, ΑΠ 315/2015).

Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ` έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 284/2018, ΑΠ 315/2015). Όταν το εφετείο λαμβάνει υπόψη του και συνεκτιμά τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά ενώπιον του, περιλαμβανόμενα στη γενική έκφραση "νόμιμα προσκομιζόμενα με επίκληση", αποκρούει από τα πράγματα την από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια μη προσκόμισή τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του ειδική προς τούτο αιτιολογία (ΑΠ 650/2019, ΑΠ 1821/2018, ΑΠ 537/2016).

Η κρίση του δε αυτή, ως αναγόμενη σε πράγματα (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1001/2018, ΑΠ 175/2017). Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη είχε προσκομίσει, για πρώτη φορά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό και όχι είκοσι πλήρεις ημέρες πριν από τη ημερομηνία της δικασίμου, όπως επιβάλλεται από τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 ΚΠολΔ, και μολονότι είχε τη δυνατότητα της εμπρόθεσμης προσκόμισης τους, τα από 29-3-2013 και 2-4-2013 έγγραφα προσφορών δύο εταιρειών, και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και το Εφετείο έλαβαν αυτά υπόψη για το σχηματισμό του πορίσματός τους ειδικά για τον προσδιορισμό της επιδικαστέας στην αναιρεσίβλητη αποζημίωσης, καίτοι δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη καθόσον δεν πληρούσαν τις δικονομικές απαιτήσεις, απαγόρευση την οποία προέβαλε τόσο στο πρωτόδικο Δικαστήριο, όσο και με σχετικό λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου.

Αποδίδει δε στο Εφετείο ότι με τη λήψη υπόψη των ανωτέρω δύο εγγράφων υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά και στον αναιρετικό εκ του αρ. 14 του ίδιου άρθρου, λόγο αναίρεσης, αφού δεν απέρριψε ως απαράδεκτα τα έγγραφα αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με όσα αφορούν την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου, δέχθηκε τα ακόλουθα: <<Περαιτέρω, ενόψει του ότι η εταιρεία ...

εκμεταλλεύτηκε επί σειρά ετών την εφεύρεση αυτή, εμφανιζόμενη και συναλλασσόμενη ως δικαιούχος έγκυρου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, πρέπει να καταβάλει αποζημίωση στην Γ. Σ., ίση με το ποσό που αυτή θα εισέπραττε αν της είχε παραχωρήσει άδεια εκμετάλλευσης και το οποίο και στερήθηκε. Αναφορικά με τον προσδιορισμό του ποσού αυτού, προσκομίζονται η από 2-4-2013 οικονομική προσφορά της εταιρείας "...." προς την Γ.

Σ., η οποία προσφέρει για την παραχώρηση άδειας εκμετάλλευσης των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας της το ποσό των 50.000 ευρώ ετησίως, η από 29-3-2013 επιστολή της εταιρείας "..." η οποία προσφέρει για τον ίδιο σκοπό το ποσό των 80.000 ευρώ ετησίως ή εναλλακτικά την καταβολή ποσοστού 20% επί του τζίρου των βασιζόμενων στην εφεύρεση προϊόντων που θα πωληθούν και η από 30-9-2015 επιστολή της εταιρείας "..." η οποία προσφέρει το ποσό των 140.000 ευρώ ετησίως ή εναλλακτικά την καταβολή ποσοστού 18% επί του τζίρου των βασιζομένων στην εφεύρεση προϊόντων που θα πωληθούν...

Όσον αφορά δε τα δύο πρώτα από τα παραπάνω έγγραφα (οικονομική προσφορά της εταιρείας "...." και επιστολή της εταιρείας "...", που προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και όχι προγενέστερα εντός της οριζόμενης στο άρθρο 237 ΚΠολΔ προθεσμίας, νομίμως λήφθηκαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθώς:

α) αφορούν οικονομικές προσφορές που έγιναν προς τη Γ. Σ. μετά την πάροδο της ως άνω στο άρθρο 237 ΚΠολΔ προβλεπόμενης προθεσμίας και β) υπήρχε δυνατότητα αντίκρουσής τους και σχολιασμού τους από τους αντιδίκους της με την προσθήκη των προτάσεών τους μετά τη συζήτηση της υπόθεσης>>. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Εφετείο λαμβάνοντας υπόψη τα δύο πρώτα από τα έγγραφα αυτά για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος για τον προσδιορισμό του ποσού της επιδικαστέας στην αναιρεσίβλητη αποζημίωσης λόγω της προσβολής της ευρεσιτεχνίας της, δέχθηκε ότι αυτά παραδεκτά προσκομίζονται στη συζήτηση, με επίκληση στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιόν του η αναιρεσίβλητη.

Ανεξαρτήτως, δε, αν τα έγγραφα αυτά προσκομίστηκαν παραδεκτά ή όχι στη δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το Εφετείο δεν έσφαλε λαμβάνοντας αυτά υπόψη, αφού ενώπιόν του προσάγονται παραδεκτά. Το απαράδεκτο της προσκόμισής τους στον πρώτο βαθμό, περί του οποίου αιτιάται η αναιρεσείουσα, παρέχει μόνο δικαίωμα προσβολής της πρωτόδικης απόφασης με λόγο έφεσης για την παράβαση αυτή, δεν αποκλείει, όμως, τη δυνατότητα νόμιμης προσκόμισής τους στο Εφετείο, κατά το άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως νέων αποδεικτικών μέσων.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε και στην εκ του αρ. 14 του ίδιου άρθρου, πλημμέλεια και ο άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στο αποδεικτικό πόρισμα είναι ανάγκη να διατυπώνεται πλήρως και σαφώς τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε, ούτε γιατί πείθεται το δικαστήριο ή δεν πείθεται για τη συνδρομή των κρίσιμων γεγονότων.

Ανεπάρκεια και ασάφεια των αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ή όταν η διαπίστωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο.

Κατά μείζονα λόγο ανεπάρκεια υπάρχει, όταν η απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, όχι όμως και όταν περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 526/2006). Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 1, 7 παρ. 1 και 2, 10 παρ. 1, 11 παρ. 1, 12 παρ. 1 και 3 και 17 του Ν. 1733/1987 "Περί μεταφοράς τεχνολογίας εφευρέσεων, τεχνολογικής καινοτομίας και σύστασης επιτροπής ατομικής ενέργειας" θεσπίζεται ιδιωτικού δικαίου, απόλυτο, αποκλειστικό και χρονικά περιορισμένο δικαίωμα με αντικείμενο το άυλο αγαθό της εφεύρεσης.

Ως εφεύρεση θεωρείται η δημιουργική πνευματική εργασία με βάση την οποία και τη χρησιμοποίηση φυσικών δυνάμεων, λύνεται ένα άλυτο, ως τότε, πρόβλημα, για την ικανοποίηση ανθρώπινων αναγκών. Με τις άνω διατάξεις ρυθμίζεται η νομική μεταχείριση των εφευρέσεων που πραγματοποιούν οι εργαζόμενοι κατά τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης.

Όπως συνάγεται από την ερμηνεία των διατάξεων αυτών, το -κατά τα ανωτέρω- δικαίωμα στην εφεύρεση, δημιουργείται με την απονομή του προβλεπόμενου από τις ίδιες διατάξεις, διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το οποίο συνιστά διοικητική πράξη που εκδίδεται από τον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (ΟΒΙ). Ειδικότερα, από την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 1, 3, 4 και 5 και του άρθρου 7 του ν. 1733/1987, συνάγεται ότι, κατά τη θεμελιώδη αρχή του δικαίου της ευρεσιτεχνίας, που εξαγγέλλεται από το άρθρο 1 του ανωτέρω νόμου, διπλώματα ευρεσιτεχνίας παραχωρούνται, κατά τη διαδικασία του άρθρου 8 του ίδιου νόμου, μόνο σε εφευρέσεις που πληρούν σωρευτικά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος (ΑΠ 1589/2017), οι οποίες άπτονται της εφεύρεσης που πρόκειται να καταστεί αντικείμενο του δικαιώματος και αφετέρου, εφόσον συντρέχει μία σειρά τυπικών προϋποθέσεων, οι οποίες αναφέρονται στη Διοικητική Διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί, ώστε να καταστεί δυνατή η απονομή του διπλώματος.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 1733/1987 στις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας, οι οποίες προσδιορίζονται κατά τρόπο αυθεντικό κατά την έννοιά τους στις παραγράφους 3, 4 και 5 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού, συμπεριλαμβάνονται: α) ο χαρακτήρας της εφεύρεσης ως νέας, β) η διαπίστωση εφευρετικής δραστηριότητας ως περιεχομένου της εφεύρεσης και γ) η επιδεκτικότητα της εφεύρεσης προς βιομηχανική εφαρμογή.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 4, 5, 6, 7 και 8 του ν. 1733/1987, προκύπτει ότι οι εφευρέσεις που πραγματοποιεί ένας εργαζόμενος διαχωρίζονται σε τρεις κατηγορίες α) ως υπηρεσιακή εφεύρεση νοείται εκείνη που πραγματοποιεί ο εργαζόμενος στα πλαίσια σύμβασης εργασίας, από την οποία απορρέει αξίωση του εργοδότη και αντίστοιχη υποχρέωση του εργαζόμενου για παροχή εφευρετικής εργασίας, αποκλειστικά ή παράλληλα με άλλη εργασία (παρ. 5).

Δικαιούχος της υπηρεσιακής εφεύρεσης είναι ex lege εργοδότης (παρ. 4), ο εργαζόμενος δικαιούται να κατονομάζεται ως εφευρέτης στο σχετικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (παρ. 8) και, αν η εφεύρεση είναι ιδιαίτερα επωφελής για τον εργοδότη, τότε ο εργαζόμενος δικαιούται να αξιώσει από αυτόν πρόσθετη εύλογη αμοιβή (παρ. 5), ο υπολογισμός της οποίας γίνεται με βάση τη σπουδαιότητα της εφεύρεσης και το μέγεθος της ωφέλειας του εργοδότη σε συνδυασμό και με το ύψος των τακτικών αποδοχών του εργαζόμενου, στις οποίες ενδεχομένως έχει συνυπολογιστεί ένα μέρος της πρόσθετης αμοιβής.

β) Ως εξαρτημένη εφεύρεση νοείται εκείνη, που πραγματοποιείται από εργαζόμενο με τη χρήση υλικών, μέσων ή πληροφοριών της επιχείρησης του εργοδότη κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, η οποία δεν έχει ως αντικείμενο (αποκλειστικό ή παράλληλο) την παροχή εφευρετικής εργασίας (παρ. 6). Ο εργαζόμενος είναι είτε αποκλειστικός δικαιούχος της εξαρτημένης εφεύρεσης είτε συνδικαιούχος με τον εργοδότη κατά ποσοστά 60% ο πρώτος και 40% ο δεύτερος, εφόσον τηρηθούν οι σχετικές προβλέψεις του νόμου, οπότε οριστικοποιείται το αντίστοιχο υπό αίρεση δικαίωμα του εργοδότη (παρ. 4 και 6).

Επίσης, ο εργοδότης δικαιούται να εκμεταλλευτεί κατά προτεραιότητα την εξαρτημένη εφεύρεση έναντι αμοιβής ανάλογης προς την οικονομική αξία της εφεύρεσης και προς τα κέρδη, που αυτή αποφέρει στον ίδιο (παρ. 6). γ) Τέλος, ελεύθερη εφεύρεση είναι εκείνη που δεν είναι ούτε υπηρεσιακή ούτε εξαρτημένη, δηλαδή η εφεύρεση που πραγματοποιεί ο εργαζόμενος, χωρίς να έχει κάνει χρήση υλικών, μέσων ή πληροφοριών της επιχείρησης, κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, η οποία δεν έχει ως αντικείμενο την παροχή εφευρετικής εργασίας (παρ. 4).

Δικαιούχος της ελεύθερης εφεύρεσης είναι αποκλειστικά ο εργαζόμενος. Πάντως, για την ελεύθερη εφεύρεση μπορεί να συνομολογηθεί έγκυρη εφευρετική ρήτρα με υποσχετική ή εκχωρητική έννοια, δηλαδή να συμφωνηθεί ότι ο εργαζόμενος θα μεταβιβάσει (μελλοντικά) στον εργοδότη το δικαίωμα του στην εφεύρεση ή ότι το δικαίωμα αυτό, αμέσως μετά τη θεμελίωση του στο πρόσωπο του εφευρέτη, θα περιέρχεται στον εργοδότη (παράγωγη κτήση) έναντι εύλογης αμοιβής, ενώ τέτοια συμφωνία είναι άκυρη για την υπηρεσιακή ή την εξαρτημένη εφεύρεση (ΑΠ 367/2005).

Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης της απόφασης, ισχυρίζεται ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του εργασιακού καθεστώτος υπό το οποίο η αναιρεσίβλητη επινόησε την επίδικη εφεύρεση και ειδικότερα της ύπαρξης υπηρεσιακής-εξαρτημένης εφεύρεσης λόγω ύπαρξης εργασιακής σχέσης μεταξύ αυτών ή ελεύθερης εφεύρεσης, δεχόμενη αφενός μεν ότι η αναιρεσίβλητη δεν εργάστηκε υπό καθεστώς εργασιακής σχέσης στο ερευνητικό πρόγραμμα της αναιρεσείουσας, αφετέρου ότι εκείνη έγινε δεύτερη και τελευταία κομίστρια των αναφερόμενων επιταγών της αναιρεσείουσας εις διαταγήν της ερευνήτριας Κ.

Γ., μετά της οποίας εργαζόταν μαζί στο ίδιο εργαστήριο, το ποσό των οποίων επιταγών η αναιρεσίβλητη εισέπραξε, καταθέτοντας ακολούθως μέρος των χρημάτων σε λογαριασμούς της Γ. και της μητέρας της, δεν εξηγεί δε η προσβαλλόμενη για ποιο λόγο τελικά η αναιρεσίβλητη έγινε κομίστρια των επιταγών που αφορούσαν αμοιβές της Κ.

Γ., καθώς και για ποιο λόγο κατέθεσε το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων των επιταγών σε λογαριασμούς της Γ. και της μητέρας της και κράτησε μέρος αυτών για λογαριασμό της. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, με επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, μετά τη λήψη του πτυχίου του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές της στο μεταπτυχιακό τμήμα της σχολής αυτής για την απόκτηση διπλώματος ειδίκευσης στην Αναλυτική Χημεία και εγγράφηκε στη γραμματεία της σχολής στις 15-11-1999.

Το θέμα της μεταπτυχιακής εργασίας που της ανατέθηκε από την αναπληρώτρια καθηγήτρια Π. Α. Ι., επιβλέπουσα καθηγήτρια, ήταν η "...". Περαιτέρω, δέχθηκε ειδικότερα και τα ακόλουθα: <<Κατ' εκείνο το χρόνο το τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών (μαζί με το αντίστοιχο τμήμα του Πανεπιστημίου Πατρών) είχε αναλάβει ως υπεργολάβος την εκτέλεση συγκεκριμένων φάσεων του ερευνητικού έργου "...", το οποίο είχε αναλάβει να εκτελέσει ως ανάδοχος η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία <<....>>.

Ειδικότερα, η τελευταία είχε αναλάβει την εκτέλεση του παραπάνω έργου στα πλαίσια του "Προγράμματος Ανάπτυξης Βιομηχανικής Έρευνας" (Π.Α.Β.Ε.) 1999 ΒΕ115, εν μέρει με ίδια κεφάλαια και ως προς το υπόλοιπο μέρος με τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με κονδύλια που διαχειριζόταν η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Ανάπτυξης (Γ.Γ.Ε.Α.) του τότε Υπουργείου Βιομηχανίας.

Το πρόγραμμα αυτό είχε ως στόχο την ανάπτυξη προϊόντων και εφαρμογών αποδεικτικών βιομηχανικής εκμετάλλευσης και η συγκεκριμένη έρευνα είχε επινοηθεί και σχεδιασθεί για λογαριασμό της παραπάνω εταιρείας από τα τέλη του έτους 1998 έως το Μάρτιο του επόμενου έτους από μέλη του επιστημονικού προσωπικού της σε συνεργασία με τον Θ.

Χ., καθηγητή του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Πατρών και την προαναφερόμενη διάδικο Π. Α. Ι., αναπληρώτρια καθηγήτρια του τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μεταξύ της αναδόχου εταιρείας και των παραπάνω Πανεπιστημίων, νομίμως εκπροσωπούμενων, είχαν συναφθεί έγγραφες συμβάσεις (στις 20-10-1999 και τον Μάρτιο και Απρίλιο του έτους 2000), στις οποίες προσδιορίζονταν οι φάσεις του ερευνητικού έργου που κάθε Πανεπιστήμιο είχε αναλάβει να εκτελέσει και, μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε α) ότι η ανάδοχος του έργου θα είχε την εποπτεία και το συντονισμό του συνόλου του ερευνητικού έργου, θα ήταν υπεύθυνη έναντι της Γ.Γ.Ε.Τ.

για την σύνταξη όλων των εγγράφων για την πορεία, τον οικονομικό έλεγχο και την πιστοποίηση του έργου, β) ότι κάθε εφεύρεση, που θα επιτελείτο κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου θα ανήκε στην ανάδοχο, όρος που συμφωνήθηκε ότι θα δέσμευσε και τους ερευνητές του εργαστηρίου εκάστου Πανεπιστημίου και γ) ότι οποιαδήποτε δημοσίευση των επιστημονικών αποτελεσμάτων, που θα παράγονταν κατά την εκτέλεση του έργου, θα γινόταν μόνο μετά από προηγούμενη έγγραφη συναίνεση της αναδόχου.

Ακολούθως ορίστηκαν οι ερευνητές που θα απασχολούνταν κατά την εκτέλεση του έργου, μεταξύ των οποίων ήταν η μεταπτυχιακή φοιτήτρια Κ. Γ. (από την πλευρά του Πανεπιστημίου Αθηνών), η οποία συνήψε με την ανάδοχο την από 27-3-2000 σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Στη σύμβαση αυτή ορίστηκε ως αμοιβή της Κ.

Γ. το ποσό των 300.000 δραχμών μηνιαίως, πλέον Φ.Π.Α. και συμφωνήθηκε ότι, οποιαδήποτε εφεύρεση θα προερχόταν από την εκτέλεση της συμβάσεως, θα περιερχόταν στην ιδιοκτησία της αναδόχου, χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα επ' αυτής η αντισυμβαλλόμενη ερευνήτρια. Το ως άνω ερευνητικό έργο περιελάμβανε δύο ενότητες και επτά φάσεις (Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ), θα είχε διάρκεια 18 μήνες και επιστημονικοί υπεύθυνοι των ερευνητικών ομάδων των Πανεπιστημίων Πατρών και Αθηνών ορίστηκαν οι διάδικοι Θ.

Χ. και Π. Ι. αντίστοιχα. Ειδικότερα οι ενότητες και οι φάσεις του προγράμματος αφορούσαν α) την δημιουργία ενός συστήματος για την ανίχνευση μεταλλάξεων σε πλάκες μικροτιτλοδότησης (φάσεις Α, Β, Δ, ΣΤ, Ζ) στις περιπτώσεις διάγνωσης μεσογειακής αναιμίας και ιογενούς υπερχοληστερολαιμίας και β) την ανάπτυξη ενός συστήματος για την ανίχνευση περιπτώσεων μεσογειακής αναιμίας και ιογενούς υπερχοληστερολαιμίας (φάσεις Α, Γ, Ε, ΣΤ, Ζ).

Οι δε επιμέρους φάσεις είχαν ειδικότερα ως εξής: Α) Σύνθεση, καθορισμός και ταυτοποίηση ειδικών αντιδραστηρίων (επισημασμένων ολιγονουκλεοτιδίων/probers, Β) Ανάπτυξη τεχνολογίας εναπόθεσης ξηρών αντιδραστηρίων σε πλακίδια μικτοτιτλοδότησης ή/και σωλήνες πολυστυρενίου, Γ) Επισήμανση έγχρωμων σφαιριδίων latex με ειδικά ολιγονουκλεοτίδια και εναπόθεσή τους σε μεμβράνες νάιλον.

Ακινητοποίηση αβιδίνης στη μεμβράνη, Δ) Ανάπτυξη πρωτοκόλλων υβριδισμού μεταλλάξεων DNA με το σύστημα των ξηρών αντιδραστηρίων, Ε) Ανάπτυξη μεθόδου υβριδισμού μεταλλάξεων DNA με το σύστημα εμβαπτιζόμενου χάρτη αποξηραμένων αντιδραστηρίων (dipstick), ΣΤ) μελέτη σταθερότητας των ξηρών αντιδραστηρίων σε θερμοκρασία 4ο C και θερμοκρασία δωματίου, και Ζ) αξιολόγηση της νέας τεχνολογίας.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Π. Ι. ανέθεσε στη Γ. Σ. ως τμήμα του μεταπτυχιακού της τη Γ φάση του ερευνητικού έργου, χωρίς ωστόσο να συμφωνηθεί, είτε μεταξύ αυτής είτε της εταιρείας "..." και της Γ. Σ., ότι κατά το μέρος που θα απασχολείτο με την έρευνα του Π.Α.Β.Ε., θα εθεωρείτο ερευνήτρια συμβαλλόμενη και με τη "..." και υποκείμενη στους ίδιους όρους με τους άλλους ερευνητές, είτε ότι θα δεσμευόταν από τις συμβάσεις που είχε συνάψει η ανάδοχος με το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η "..." και οι διάδικοι καθηγητές επικαλούνται ότι η Γ. Σ. ενημερώθηκε για το καθεστώς απασχόλησής της στα πλαίσια του ερευνητικού προγράμματος από την επιβλέπουσα καθηγήτριά της, ότι συμφώνησε με τους όρους που είχαν περιληφθεί στη σύμβαση που είχε συνάψει η "..." με το Πανεπιστήμιο Αθηνών και ότι έλαβε και αμοιβή για την απασχόλησή της, καθώς συμφωνήθηκε η Κ.

Γ. να της δίνει τη μισή αμοιβή της που ανερχόταν στο ποσό των 300.000 δραχμών μηνιαίως. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε αληθής κατά την κρίση του Δικαστηρίου. Και τούτο διότι, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, οι ανωτέρω προσκομίζουν τρεις επιταγές (με αρ. 0786748-6/20-12-2000, 0786849-8/28-2-2001 και 2905374-0/30-4-2001) της εταιρείας "..." εκδοθείσες εις διαταγήν Κ.

Γ., ποσού 588.000 δραχμών εκάστης, τις οποίες κατέθεσε προς πληρωμή η Γ. Σ. ως δεύτερη και τελευταία κομίστρια στην πληρώτρια Εθνική Τράπεζα, πλην, όμως, αποδεικνύεται ότι η Γ. Σ. αυθημερόν κατέθεσε το μεγαλύτερο μέρος των εισπραχθέντων, και συγκεκριμένα 408.000 δραχμές από κάθε επιταγή, σε τραπεζικούς λογαριασμούς της Κ.

Γ. και της μητέρας της, λαμβάνοντας μετρητά μόνο για τα υπόλοιπα (βλ. τις προσκομιζόμενες επιταγές και αποδείξεις είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας) και όχι για το μισό του ποσού των άνω επιταγών, όπως θα έπρεπε, με βάση τους ισχυρισμούς των άνω διαδίκων. Για το λόγο αυτό κρίνεται αληθής η κατάθεση της Γ. Σ.

ότι προέβη στην είσπραξη των επιταγών κατόπιν παρακλήσεως της Κ. Γ. (την οποία γνώριζε διότι και οι δύο απασχολούνταν καθημερινά στο ίδιο εργαστήριο του Πανεπιστημίου) και ότι της παρέδωσε το ποσό των μετρητών που εισέπραξε>>. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, άρχισε τη μεταπτυχιακή ερευνητική της εργασία στις 29-1-2000 και για τη διενέργειά της χρησιμοποίησε τις εγκαταστάσεις και όργανα του Πανεπιστημίου, ενώ τα απαιτούμενα υλικά προμηθεύονταν με την ιδιότητα της μεταπτυχιακής φοιτήτριας από το Πανεπιστήμιο, διάφορες ιδιωτικές εταιρείες, μεταξύ των οποίων και η ...

A.E. και νοσοκομειακά ιδρύματα, με δίκη της πρωτοβουλία ή τη μεσολάβηση της καθηγήτριας Π. Ι., ότι η ενασχόλησή της με την Γ φάση του Π.Α.Β.Ε. άρχισε και ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του έτους 2000, όμως τα πειράματα που έκανε σχετικά με τη δημιουργία ενός συστήματος DNA με τη χρήση σφαιριδίων latex δεν οδήγησαν σε κάποιο θετικό αποτέλεσμα, ότι ακολούθως η αναιρεσίβλητη στα πειράματα που έκανε για τη μεταπτυχιακή εργασία της, χρησιμοποίησε, αφού έπεισε και την άνω καθηγήτριά της, σφαιρίδια χρυσού, επιτυγχάνοντας στα τέλη Δεκεμβρίου 2000 τα πρώτα αξιοποιήσιμα αποτελέσματα και τελικά κατόρθωσε να επινοήσει ένα πρωτότυπο σύστημα ανάπτυξης δοκιμασίας υβριδισμού σε μεμβράνη, χωρίς να καταστρέφονται τα σφαιρίδια χρυσού μετά τη χρήση τους, το οποίο σύστημα ήταν διαφορετικό από εκείνο που είχε περιγραφεί στο Τεχνικό Δελτίο Έργου του Π.Α.Β.Ε.

και δεν αφορούσε τη Γ. Φάση του Π.Α.Β.Ε. την οποία η αναιρεσίβλητη είχε τελειώσει πριν μήνες χωρίς να επιτύχει κάποια θετικά αποτελέσματα και ότι, εφόσον, το σύστημα που επινόησε η αναιρεσίβλητη, δεν αποδείχθηκε ότι είχε κάποια σχέση με το ερευνητικό πρόγραμμα που διεξάγονταν από την ανάδοχο αυτού εταιρεία ...

σε συνεργασία με τα Πανεπιστήμια Αθηνών και Πατρών, αλλά αποδείχθηκε ότι επινοήθηκε στα πλαίσια εκτέλεσης της μεταπτυχιακής της εργασίας με μέσα που της παρείχε, όπως είχε υποχρέωση, το Πανεπιστήμιο Αθηνών από διάφορες πηγές και ότι αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν τελούσε σε οποιαδήποτε εργασιακή σχέση με την άνω ανάδοχο του προγράμματος εταιρεία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπηρεσιακή ή εξαρτημένη εφεύρεση.

Υπό τις εκτεθείσες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ότι η αναιρεσίβλητη είναι δικαιούχος της επίδικης εφεύρεσης και είναι βάσιμη η αξίωσή της για καταβολή αποζημίωσης από την αναιρεσείουσα εταιρεία ... η οποία εκμεταλλεύτηκε για το οριζόμενο χρονικό διάστημα την εφεύρεση αυτής, εμφανιζόμενη και συναλλασσόμενη ως δικαιούχος έγκυρου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, αντίστοιχης προς το ποσό που η αναιρεσίβλητη θα εισέπραττε αν αν είχε παραχωρήσει στην ανάδοχο άδεια εκμετάλλευσης της εφεύρεσης και το οποίο στερήθηκε, και απέρριψε τις εφέσεις κατά της πρωτόδικης απόφασης που όμοια είχε κρίνει.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες και χωρίς λογικά κενά, ιδιαίτερα ως προς την ύπαρξη εργασιακής σχέσης οποιασδήποτε μορφής μεταξύ της αναδόχου του προγράμματος Π.Α.Β.Ε. αναιρεσείουσας εταιρείας ...

και της αναιρεσίβλητης, δεχόμενο ότι δεν είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτών σύμβαση εργασίας, δεν συμμετείχε αυτή ως ερευνήτρια στο εν λόγω πρόγραμμα, ούτε είχε ενημερωθεί από την επιβλέπουσα τη μεταπτυχιακή της εργασία καθηγήτριά της ότι απασχολείται στο ερευνητικό τούτο πρόγραμμα και δεν είχε αποδεχθεί να ισχύουν ως προς την έρευνα που πραγματοποιούσε για την μεταπτυχιακή της εργασία οι όροι που είχαν περιληφθεί στη σύμβαση μεταξύ της αναδόχου και του Πανεπιστημίου Αθηνών, και ειδικότερα, αντικρούοντας σχετικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι δεν είχε συμφωνηθεί και δεν είχε λάβει αμοιβή για την απασχόλησή της, έτσι ώστε να μη συντρέχει ουσιώδης προϋπόθεση για το χαρακτηρισμό της εφεύρεσης ως υπηρεσιακής ή εξαρτημένης.

Με τις παρατιθέμενες αιτιολογίες δεν καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 4-8 του ν. 1733/1987 που εφαρμόστηκαν και συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον άνω τέταρτο αναιρετικό λόγο, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Όλες οι αναφερόμενες στον ίδιο λόγο του αναιρετήριου λοιπές αιτιάσεις, οι οποίες συνίστανται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αν και δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν εργάστηκε με καθεστώς εργασιακής σχέσης στο πρόγραμμα Π.Α.Β.Ε. και ότι έγινε δεύτερη και τελευταία κομίστρια των επιταγών της συνερευνήτριας Κ.

Γ., το ποσό των οποίων εισέπραξε και κατέθεσε κατά ένα μέρος σε λογαριασμούς εκείνης και της μητέρας της, δεν εξηγεί για ποιο λόγο έγινε κομίστρια των επιταγών αυτών, για ποιο λόγο κατέθεσε το μεγαλύτερο έστω μέρος των χρημάτων αυτών των επιταγών σε λογαριασμούς και κράτησε μέρος τούτων για λογαριασμό της, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, πέραν του ότι, κατά το τελευταίο μέρος του στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη, το ποσό που έλαβε σε μετρητά χρήματα από την πληρώτρια τράπεζα κατά την πληρωμή των επιταγών, παρέδωσε στη δικαιούχο των επιταγών Κ.

Γ. και δεν κράτησε η ίδια. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 14-1-2018 αίτηση για αναίρεση της 3712/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Β) Επί της από 11-1-2018 αίτησης αναίρεσης των α) Π. Ι. - Α. του Χ. και β) Θ. Χ. του Κ. Ο λόγος αναίρεσης, ως επιτευκτική διαδικαστική πράξη, είναι ανυπόστατος, όταν δεν πληρούνται οι κατά νόμο ουσιώδεις συστατικοί της προβολής του όροι. Τέτοιος όρος είναι και η νομότυπη προβολή του δια νομίμως κατατιθεμένου αναιρετηρίου ή δικογράφου πρόσθετων λόγων (άρθρα 495 παρ. 1, 552, 566 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, η προβολή αναιρετικού λόγου δια των κατατιθεμένων ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης προτάσεων καθιστά αυτόν ανυπόστατο. Εξάλλου, η παραβίαση ή μη κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται, στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε επί της ουσίας της υπόθεσης, ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως τούτο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται, δε, ο λόγος αυτός, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 319/2015, ΑΠ 531/2014).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο προταθείς στην προκείμενη περίπτωση με τις προτάσεις που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, διότι, με τις εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωση της πρώτης τούτων με την αμετάκλητη 6223/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και την αποδυναμώνει, και παραβιάζει με τον τρόπο αυτό το τεκμήριο αθωώτητας, καθόσον καταφάσκει ποινική ευθύνη της για την αξιόποινη πράξη για την οποία αθωώθηκε, είναι ανυπόστατος.

Εξάλλου, ως προς την προτεινόμενη από τους αναιρεσείοντες αυτεπάγγελτη εξέταση του βασιζόμενου στην άνω πλημμέλεια λόγου αναίρεσης, κατά το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, του σφάλματος συναγόμενου κατ' αυτούς από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να λεχθεί ότι, υπό τις παραδοχές του Εφετείου κατά την έρευνα του αντίστοιχου πρώτου λόγου της έφεσης των αναιρεσειόντων αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, σύμφωνα με τις οποίες το αντικείμενο της ποινικής δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω αθωωτική απόφαση, δεν αφορά την ένδικη εφεύρεση η οποία παράχθηκε από την αναιρεσίβλητη σε μεταγενέστερο χρόνο από εκείνον που φερόταν ότι τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτήν αξιόποινη πράξη, δεν ευρίσκει έρεισμα η πλημμέλεια αυτή αφού απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωώτητας που προκύπτει από ποινική απόφαση σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες, αποτελεί, εκτός των άλλων, η ταύτιση του ποινικού αδικήματος της ποινικής απόφασης, κατά τα πραγματικά περιστατικά, με το αστικό αδίκημα επί του οποίου θεμελιώνεται η αστική αξίωση .

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα, από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1049/2019, ΑΠ 2084/2017).

Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017), μεταξύ των οποίων και εκείνον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 32/2017, ΑΠ 73/2016). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015).

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ελέγχεται και η παράλειψη του δικαστηρίου να προβεί σε ανάλογη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου παρά την ύπαρξη κενού στη ρύθμιση του νόμου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέφυγε σε επιτρεπτή από το νόμο ανάλογη εφαρμογή του κανόνα, που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή του, ενώ αντιστρόφως συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνα, όταν αυτός εφαρμόζεται αναλόγως, μολονότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι όροι για την ανάλογη εφαρμογή του, δηλαδή ομοιότητα της αρρύθμιστης με τη ρυθμισμένη στο νόμο περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 15/2013).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με αιτίαση την παράλειψη του Εφετείου να προβεί σε ανάλογη εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 6 παρ. 4 του ν. 1733/1987, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε στην προκείμενη περίπτωση.

Ειδικότερα διατείνονται ότι έπρεπε, ερμηνεύοντας ανάλογα την ως άνω διάταξη, αφού υφίσταται κενό και δεν ρυθμίζεται στο νόμο η περίπτωση της εφεύρεσης που γίνεται κατά την έρευνα στο Πανεπιστήμιο, να θεωρήσει ότι η επίδικη εφεύρεση που βρέθηκε από την αναιρεσίβλητη, μεταπτυχιακή φοιτήτρια του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, κατά τη διάρκεια της εργασίας της, αποτελεί υπηρεσιακή εφεύρεση που ανήκει στο Πανεπιστημιακό Ίδρυμα, εφόσον δέχθηκε ότι η φοιτήτρια ανέλαβε την εργασία της στο πλαίσιο του ως άνω ερευνητικού έργου, βοηθούνταν στην έρευνα από την επιβλέπουσα καθηγήτρια του Πανεπιστημίου, συζητούσε τις απορίες της και ζητούσε τις συμβουλές της, για τη διενέργεια της εφεύρεσης χρησιμοποίησε τις εγκαταστάσεις και τα όργανα του Πανεπιστημίου, ενώ τα απαιτούμενα υλικά προμηθεύονταν υπό την ιδιότητα της μεταπτυχιακής φοιτήτριας από το Πανεπιστήμιο και διάφορες ιδιωτικές εταιρίες, και ως εκ τούτου να δεχθεί ότι η εφεύρεση ανήκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και να απορρίψει τις ένδικες αγωγές της αναιρεσείουσας.

Ο άνω αναιρετικός λόγος, ανεξαρτήτως του αβάσιμου αυτού, καθόσον δεν τίθεται ζήτημα αναλογικής εφαρμογής της ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 4 και 5 του ν. 1733/1987, που ορίζει το δικαιούχο της εφεύρεσης στην περίπτωση ύπαρξης σχέσης εργασίας και στην περίπτωση εφεύρεσης που πραγματοποιείται από μεταπτυχιακό φοιτητή κατά τη διάρκεια των σπουδών του για την απόκτηση του μεταπτυχιακού διπλώματος, που δεν ρυθμίζεται από κάποια διάταξη, δεδομένου ότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε την ύπαρξη κενού που να πρέπει να καλυφθεί με αναλογία, και λόγω της μη ομοιότητας των δύο περιπτώσεων καθόσον, η ρύθμιση των ανωτέρω διατάξεων του ν. 1733/2987, προβλέπεται για την περίπτωση της ύπαρξης σχέσης εξαρτημένης εργασίας, και κατ' ακολουθία σχέσης εργοδότη και εργαζόμενου, με τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους και συγκεκριμένα παροχής από το δεύτερο της εργασίας του για την επίτευξη του σκοπού που ο εργοδότης καθόρισε και εξειδίκευσε, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχοντας μάλιστα δικαίωμα να ζητήσει την εκπλήρωση αυτής της κύριας υποχρέωσης και πληρωμής από τον πρώτο της αντιπαροχής για την απασχόληση του εργαζόμενου στα πλαίσια της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, ενώ στην περίπτωση της εκπαίδευσης για την απόκτηση του μεταπτυχιακού τίτλου δεν υφίσταται τέτοια σχέση εξάρτησης μεταξύ του πανεπιστημιακού ιδρύματος και του μεταπτυχιακού φοιτητή, ούτε υποχρέωση παροχής εργασίας, ούτε καταβολή αμοιβής, ούτε ο μεταπτυχιακός φοιτητής εργάζεται για λογαριασμό του πανεπιστημιακού ιδρύματος, όπως ο εργαζόμενος στη σύμβαση εργασίας, αλλά για δικό του λογαριασμό, προκειμένου να επιτύχει την απόκτηση του μεταπτυχιακού τίτλου, προεχόντως είναι απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι τον ισχυρισμό τους είχαν προτείνει νόμιμα ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου, εκθέτοντας στο λόγο της αναίρεσης τον τρόπο πρότασης του ισχυρισμού ενώπιον του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, την επαναφορά αυτού με την ασκηθείσα έφεσή τους και το περιεχόμενό του, όπως επιβάλλεται από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ και από την επισκόπηση του δικόγραφου της έφεσης που αυτοί είχαν ασκήσει κατά της 697/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι δεν είχαν προβάλει με λόγο έφεσης τον ισχυρισμό αυτό, ούτε είχαν προτείνει τούτον με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τέλος, είναι, επίσης, απαράδεκτος, επειδή η παράβαση κρίνεται από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, και το Εφετείο δεν δέχθηκε ούτε την ομοιότητα της περίπτωσης ούτε την ύπαρξη κενού στη ρύθμιση της σχέσης του μεταπτυχιακού φοιτητή ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, ώστε να πρέπει να προσφύγει για τη ρύθμιση αυτού σε ανάλογη εφαρμογή.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες στο περιεχόμενο του λόγου αυτού διατυπώνουν την αιτίαση ότι <<στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστώνεται ευχερώς μεγάλο χάσμα μεταξύ μείζονος και ελάσσονος προτάσεως του Εφετείου στο καίριο για την υπόθεση ζήτημα αν πρόκειται για υπηρεσιακή ή εξαρτημένη εφεύρεση (άρθρο 6 παρ. 4 και 5 ν. 1733/1987).

Και τούτο διότι, ενώ στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της εφετειακής αποφάσεως παρατίθενται αυτολεξεί οι ως άνω διατάξεις (5ο φύλλο της υπ' αριθμ. 3712/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών), ο υπαγωγικός συλλογισμός της είναι ελλιπέστατος (αν όχι ανύπαρκτος), δεδομένου ότι δεν εκτίθεται καθόλου το γιατί η (υποτιθέμενη) εφεύρεση δεν είναι υπηρεσιακή ή εξαρτημένη εφεύρεση (οπότε θα είχαν εφαρμογή άλλοι κανόνες σε σχέση με αυτούς που εφήρμοσε το Εφετείο και η έκβαση της δίκης θα ήταν διαφορετική>>.

Υπό το περιεχόμενο τούτο, και με βάση τις νομικές σκέψεις που εκτέθηκαν ανωτέρω, ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο, το οποίο σύμφωνα με τις παραδοχές του, οι οποίες παρατέθηκαν κατά τη διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του τέταρτου λόγου της πρώτης αναίρεσης, διαλαμβάνει στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της επίδικης εφεύρεσης ως ελεύθερης, δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, να αναλύει για ποιο λόγο δεν δέχθηκε ως αποδειχθέν ότι η ένδικη εφεύρεση είναι υπηρεσιακή ή εξαρτημένη, όπως υποστήριξαν οι αναιρεσείοντες.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Έτσι, ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.

Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, τα οποία ορίζει το άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρείται, η προβλεπόμενη από το νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη, με το μέσον αυτό, του αποδεικτέου θέματος. Επομένως, μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς τη δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, απόδοση - αναγνώριση αποδεικτικής δύναμης σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης ή μικρότερης από εκείνη, την οποία του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011).

Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (ΑΠ 223/2009, ΑΠ 1612/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1270/2013, ΑΠ 109/2008). Τέλος, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο έκρινε περισσότερο, ή λιγότερο αξιόπιστο, ένα αποδεικτικό μέσο, από άλλα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 233/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, προβάλλοντας αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι επί του ουσιώδους ζητήματος της καταβολής ή μη αμοιβής στην αναιρεσίβλητη από το χρηματοδότη της έρευνας εταιρίας ... ...., για το τμήμα της έρευνας που εκείνη διεξήγαγε, το Εφετείο, έχοντας να σταθμίσει αφενός τις αναφερόμενης επιταγές και τα αποδεικτικά κατάθεσης των χρημάτων, βεβαίας αποδεικτικής δύναμης έγγραφα, αφετέρου την ανωμοτί κατάθεση της αναιρεσίβλητης, θεώρησε αναληθή τα έγγραφα και αληθή την κατάθεση αυτή και παραμερίζοντας την αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών, δέχθηκε τον αναληθή (προφανώς δόλιο) ισχυρισμό εκείνης ότι δήθεν το υπόλοιπο (μη κατατεθέν χρηματικό ποσό των επιταγών) τα έδωσε σε μετρητά χρήματα στην Γ., αρχική δικαιούχο των επιταγών, στο πλαίσιο εξυπηρέτησης κατόπιν παράκλησης της τελευταίας, και ότι το αναιρετικό σφάλμα της απόφασης συνιστά η αποδεικτική υποτίμηση του εγγράφου και η αποδεικτική προτίμηση της ανωμοτί κατάθεσης.

Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο, ο λόγος της αναίρεσης είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απαράδεκτος. Τούτο διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν προσέδωσε στα επικαλούμενα από τους ίδιους αποδεικτικά μέσα (επιταγές και αποδεικτικά κατάθεσης χρημάτων) την αποδεικτική δύ6ναμη που κατά το νόμο είχαν, ούτε ότι προσέδωσε στην ανωμοτί κατάθεση της αναιρεσίβλητης αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, παράβαση η οποία και μόνο θεμελιώνει τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο.

Αντίθετα, με το περιεχόμενο του λόγου αυτού, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Δικαστήριο της ουσίας διότι εσφαλμένα απέδωσε, κατά την εκτίμησή τους, στην ως άνω ανώμοτι κατάθεση, μεγαλύτερη αξιοπιστία και βαρύτητα ως προς την απόδειξη του γεγονότος της πληρωμής από την εταιρία <<... ....>> αμοιβής στην αναιρεσίβλητη ως στοιχείου απόδειξης της ύπαρξης σχέσης εργασίας μεταξύ αυτών και για την παροχή της εργασίας της στο ερευνητικό πρόγραμμα της άνω εταιρίας.

Το αποδιδόμενο, όμως, σφάλμα δεν μπορεί να ιδρύσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο.

Ο, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.

Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, όπως η έννοια αυτού αναπτύχθηκε ανωτέρω. Σύμφωνα με την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ? αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).

Κατ' ακολουθία, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλμα από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ως αληθινό τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί μη καταβολής σ' αυτήν αμοιβής για το τμήμα της έρευνας που διεξήγαγε, είναι αβάσιμος.

Τούτο διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του ως προς την ουσία της υπόθεσης, το Εφετείο στηρίχθηκε στα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα Ε. Ε., την χωρίς όρκο κατάθεση του μάρτυρα Χ.

Μ., την χωρίς όρκο εξέταση της διαδίκου Γ. Σ., το περιεχόμενο των οποίων διαλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα και τις ειδικά αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που λήφθηκαν νόμιμα και συνεπώς οι παραδοχές της δεν έγιναν χωρίς απόδειξη.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).

Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι? αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν αναιρείται η λήψη των επίδικων αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 455/2014, ΑΠ 798/2010). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 2/2008). Το ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι τούτο έχει και η μη αξιολόγησή του και σύγκρισή του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύει τον από τον αρ. 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο (ΑΠ 2103/2017). Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, με τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυριζόμενοι ότι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου την 6223/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία η δεύτερη εξ αυτών αθωώθηκε για την πράξη της παράνομης ιδιοποίησης της ερευνητικής εργασίας της αναιρεσίβλητης, αποδίδουν στο Εφετείο ότι, ενώ όφειλε να συνεκτιμήσει προσηκόντως την αθωωτική απόφαση, λόγω της ταυτότητας στην ιστορική βάση των δύο δικών και στα κρίσιμα νομικά ζητήματα της πρωτοτυπίας του ερευνητικού έργου της αναιρεσίβλητης, του ιδιοκτησιακού καθεστώτος αυτού και της ύπαρξης ή μη πρόθεσης ιδιοποίησης αυτού εκ μέρους της αθωωθείσας δεύτερης αναιρεσείουσας και εφόσον ήθελε να αποκλίνει προς τις εκτιθέμενες γι' αυτά παραδοχές της, όφειλε να αντιπαρατεθεί με αυτές αποκρούοντας αιτιολογημένα το περιεχόμενό τους, παρέλειψε τούτο, παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η αιτίαση που προβάλλεται δεν συνίσταται στη μη λήψη υπόψη της αναφερόμενης απόφασης του ποινικού Δικαστηρίου, αλλά στη μη προσήκουσα εκτίμηση του περιεχομένου της, την αξιολόγησή του και την αντίκρουση των παραδοχών της, σε σχέση με τα αντίθετα που δέχθηκε το Εφετείο για τα ίδια ζητήματα, οι οποίες, όμως, αιτιάσεις, δεν ιδρύουν την προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι το Εφετείο κατέληξε σε παραδοχές τις οποίες οι αναιρεσείοντες θεωρούν εσφαλμένες και αντίθετες με όσα κατ' αυτούς προκύπτουν από την επικαλούμενη ως άνω ποινική απόφαση, ανάγεται στην ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και δεν οδηγεί σε κρίση ότι, δεν λήφθηκε υπόψη, το αποδεικτικό τούτο μέσο από το οποίο προκύπτουν διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από εκείνα που δέχθηκε ως αληθή το δικαστήριο της ουσίας και θεμελιώνουν την ουσιαστική βασιμότητα του πορίσματός του.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 11-1-2018 αίτηση για αναίρεση της 3712/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 14-1-2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<....>> και την από 11-1-2018 αίτηση των α) Π. Ι. - Α. του Χ. και β) Θ. Χ. του Κ., για αναίρεση της 3712/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει τις άνω αιτήσεις.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση κάθε αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα της πρώτης αίτησης και τους αναιρεσείοντες της δεύτερης αίτησης αναίρεσης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε κάθε περίπτωση σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ