Supreme Court dismisses appeal on objective liability for marine pollution, citing prior precedent requiring fault proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's judgment regarding marine pollution liability. The appellant argued that the lower court erred by requiring proof of fault, claiming the relevant statute establishes strict objective liability. However, the court ruled that established precedent in this specific case type mandates proof of fault for the persons in special relationship with the polluting vessel, rendering the strict liability argument inapplicable.
Legislator headnote
AI generatedArticles 12 § 1 (a) of Law 743/1977; Article 559 § 1 of the Code of Civil Procedure: The objective liability of persons in special relationship with a polluting vessel for environmental damage and remediation costs presupposes fault attributable to the person who caused the pollution, which must be proven by the injured party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 746 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 746/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τιμαγένη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "... LTD", που εδρεύει τύποις στη ...), στην πραγματικότητα όμως στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) εταιρείας με την επωνυμία "... που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) εταιρείας με την επωνυμία "...
LTD", που εδρεύει τύποις στη ...), στην πραγματικότητα όμως στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον ...
και εκπροσωπείται νόμιμα, 8) εταιρείας με την επωνυμία "...", που φέρει τον διακριτικό τίτλο "...", εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 9) εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 10) εταιρείας με την επωνυμία "...", και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη ...
και εκπροσωπείται νόμιμα, 11) εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 12) Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ... 13) Ι. Β. του Α., κατοίκου ... 14) Ε. Α. του Α., κατοίκου ... 15) Μ. Έ. του Λ., κατοίκου ... 16) Θ. Β. του Φ., κατοίκου ..., 17) Δ. Π. του Ι., κατοίκου ... και 18) Π. Σ. του Μ., κατοίκου .... Η 2η, η 8η και ο 12ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάρι Καραμήτσιο, η 4η και ο 15ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χρυσομάλλη, η 5η και η 16η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Γκιουγκή, η 6η, η 11η και ο 17ος εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεώργιο Ορφανίδη και Κωνσταντίνο Σωτηριάδη, η 7η και ο 18ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Λαμπρόπουλο και η 9η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο.
Η 10η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ιωάννη Παπαδόπουλο και Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η 1η, η 3η, ο 13ος και η 14η αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5186/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 716/2017 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-7-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις υπ' αριθ. ...25-10-2018, .../26-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιώς Σ. Ε.-Γ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήσεως για εμφάνιση κατά την ίδια δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα αφενός στην πρώτη αναιρεσίβλητη "... LTD" και αφετέρου στους νόμιμους εκπροσώπους της τρίτης αναιρεσίβλητης "..." Ι. Β. και Ε. Α., που είναι ταυτόχρονα οι δέκατος τρίτος και δέκατη τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, αφού η αναίρεση στρέφεται και κατ' αυτών ατομικά. Οι διάδικοι όμως αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την ίδια δικάσιμο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατ' άρθρο 242 ΚΠολΔ, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά την ίδια δικάσιμο στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 716/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα (ενάγουσα), η οποία τυγχάνει ανώνυμη εταιρεία, με την από 1-10-2012 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την οποία απηύθυνε μεταξύ άλλων και κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων (εναγομένων), εξέθεσε ότι, την 27η Ιανουαρίου 2012 και περί ώρα 03:30 π.μ., εκδηλώθηκε πυρκαγιά στα πλοία της πρώτης έως και έβδομης των εναγομένων πλοιοκτητριών εταιρειών, που ήταν πρυμνοδετημένα στην προβλήτα Β' του τουριστικού λιμένα (μαρίνας) … και είχαν ασφαλιστεί για αστική ευθύνη, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου θαλάσσιας ρύπανσης, στις όγδοη έως και δωδέκατη εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες.
Ότι, λόγω της σφοδρότητας και της εκτάσεως της πυρκαγιάς, για την οποία, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ευθύνονται εξαιτίας υπαιτίων παραλείψεων των νομίμων εκπροσώπων των ως άνω πλοιοκτητριών εταιρειών [συνισταμένων σε πλημμελή συντήρηση, μη τήρηση των κανόνων πυρασφαλείας και φύλαξης των πλοίων], οι δέκατος τρίτος έως και εικοστός των εναγομένων, προκλήθηκε ρύπανση στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή των λιμενικών εγκαταστάσεων της μαρίνας … που επεκτάθηκε σε έκταση περίπου 24.000 τ.μ.
Ότι η εταιρεία με την επωνυμία "... η οποία έχει τη διαχείριση και εκμετάλλευση της μαρίνας …, ανέθεσε στην ενάγουσα την εκτέλεση εργασιών για την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος και τον περιορισμό και αντιμετώπιση της ως άνω προκληθείσης ρυπάνσεως, εκείνη δε ανέλαβε με έγγραφη συμφωνία, την υποχρέωση να της καταβάλει το ποσό των 218.000,00 ευρώ, προς μερική κάλυψη των δαπανών της για απορρύπανση.
Ότι, σε εκτέλεση του έργου αυτού, απέστειλε αυθημερόν στη Μαρίνα …. προσωπικό, μηχανήματα, σκάφη και υλικά, και ότι άρχισε, έτσι, να παρέχει αμέσως τις υπηρεσίες της υπό τη διαρκή εποπτεία, τον έλεγχο και τις οδηγίες της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής, έως τις 14.2.2012, οπότε περατώθηκαν επιτυχώς οι εργασίες απορρύπανσης.
Με βάση το πραγματικό αυτό, ζήτησε η ενάγουσα κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, άλλως κατ' άρθρο 12 παρ. 1(α) του Ν. 743/77 "περί προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", όπως αυτό κωδικοποιήθηκε δια του Π.Δ. 55/1998, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, (πλην της όγδοης εξ αυτών, ως προς την οποία παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής), να της καταβάλουν, ως ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, για δαπάνες (αμοιβή και έξοδα) απορρύπανσης της μαρίνας …., μετά από αφαίρεση του ήδη ως άνω ληφθέντος ποσού των 218.000,00 ευρώ, το ποσό των 644.350,00 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επομένη της ημερομηνίας παραδόσεως του έργου, άλλως από την επίδοση της αγωγής, καθώς και να απαγγελθεί εις βάρος των εκ των εναγομένων φυσικών προσώπων προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5186/2014 απόφαση του ως άνω Πρωτοδικείου, με την οποία: α) θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα η αγωγή ως προς την όγδοη εναγομένη, ως προς την οποία έλαβε χώρα η ως άνω παραίτηση της ενάγουσας από το δικόγραφο της αγωγής, β) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά των εναγομένων ασφαλιστικών εταιριών, γ) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ως προς την ερειδόμενη επί του άρθρου 914 ΑΚ κυρία βάση της, δ) κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, ως προς τους λοιπούς εκ των εναγομένων, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 330, 346 και 481 ΑΚ και 12 παρ. 1 (α) του Ν. 743/77, και, τέλος, ε) έγινε δεκτή κατ' ουσίαν για το ποσό των 644.350,00 ευρώ ως προς τον ερήμην δικασθέντα Μ.
Τ., ενώ απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την επικουρική επί του άρθρου 12 παρ. 1 και 1 (α) του ν. 743/77 βάση της ως προς τους λοιπούς εκ των εναγομένων. Κατά της αποφάσεως αυτής η εν μέρει ηττηθείσα ενάγουσα άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, αφενός μεν επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση ως προς το απορριπτικό της σκέλος όσον αφορά τις ασφαλιστικές εταιρείες, αφετέρου δε έγινε δεκτή η έφεση κατ' ουσίαν ως προς τις επτά πλοιοκτήτριες εταιρείες και τους αντίστοιχους νόμιμους εκπροσώπους τους, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη ως προς αυτούς και εν συνεχεία (επί της ουσίας) έγινε δεκτή η αγωγή, εφόσον κρίθηκε ότι τα ανωτέρω πρόσωπα είχαν, από το γενικό καθήκον πρόνοιας και του μη ζημιούν άλλον, υποχρέωση να διατηρούν φύλακα επί των σκαφών τους, την οποία παρέλειψαν να τηρήσουν και υποχρεώθηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρον στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 644.350 €.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η εν μέρει ηττηθείσα εκκαλούσα και ζητεί την αναίρεσή της με τους λόγους που προβάλλει, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια.
ΙΙΙ. Όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 2496/1997 (ΦΕΚ Α 87), που ορίζει ότι "Η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη", η ασφάλιση γενικής αστικής ευθύνης δημιουργεί σχέση μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων και συνεπώς από αυτήν γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο μεταξύ του ασφαλιστή και του αντισυμβαλλομένου του ή του ασφαλισμένου.
Ο τρίτος ζημιωθείς, που έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλισμένου, δεν μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλιστή ευθέως, παρά μόνο με πλαγιαστική αγωγή κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ (ΑΠ 109/2007). Περαιτέρω, στο άρθρο 26 § 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμον υποχρεωτική, ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση και πέρα από το ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική.
Τέτοια περίπτωση υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης θεσπίστηκε με το άρθρο 8 του Ν. 2743/1999, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 39 του Ν. 4256/2014 (ΦΕΚ Α 92), που διελάμβανε τα εξής: "1.α) Η μετακίνηση και κυκλοφορία επαγγελματικών πλοίων αναψυχής επιτρέπεται μόνον αν αυτά είναι ασφαλισμένα τουλάχιστον για:
αα) Αστική ευθύνη για θανάτους και σωματικές βλάβες επιβαινόντων και τρίτων από πρόσκρουση, σύγκρουση, ναυάγιο ή οποιαδήποτε άλλη αιτία. Το ασφαλιστικό ποσό καθορίζεται σε εκατό εκατομμύρια (100.000.000) δραχμές ανεξαρτήτως αριθμού θυμάτων. ββ) Αστική ευθύνη για υλικές ζημίες επιβαινόντων και τρίτων από πρόσκρουση, σύγκρουση, ναυάγιο ή οποιαδήποτε άλλη αιτία.
Το ασφαλιστικό ποσό καθορίζεται σε πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δραχμές. γγ) Πρόκληση θαλάσσιας ρύπανσης. Τo ασφαλιστικό ποσό καθορίζεται σε τριάντα εκατομμύρια (30.000.000) δραχμές". Εξ άλλου στις §§ 3 και 5 του προδιαληφθέντος άρθρου 26 του Ν. 2496/1997 ορίζονται τα εξής: "3. Γεγονός που οδηγεί στην άρση ή τη λήξη της ασφαλιστικής σχέσης, δεν αντιτάσσεται κατά του τρίτου ζημιωθέντα παρά μόνο μετά πάροδο ενός (1) μηνός από τότε που ο ασφαλιστής το κοινοποιήσει στην υπηρεσία ή στο νομικό πρόσωπο που έχει ορισθεί για το σκοπό αυτόν... 4. ... 5.
Με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να καθορίζονται οι υπηρεσίες ή τα νομικά πρόσωπα που θα δέχονται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών, η διαδικασία ελέγχου τήρησης της υποχρεωτικής ασφάλισης, καθώς και οι αναγκαίες λεπτομέρειες λειτουργίας υποχρεωτικών ασφαλίσεων αστικής ευθύνης.
Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν εφαρμόζονται, αν δεν έχει προσδιορισθεί η υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο...". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς συνάγεται μεταξύ άλλων ότι: α) όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμο υποχρεωτική, ο τρίτος ζημιωθείς έχει ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή, β) ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, εφόσον δεν έχει ακόμη εκδοθεί κοινή υπουργική απόφαση που να προσδιορίζει την υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο που προβλέπεται στο ως άνω άρθρο 26 § 5, οι διατάξεις αυτές, που προβλέπουν ευθεία αξίωση του τρίτου σε περιπτώσεις υποχρεωτικής ασφαλίσεως αστικής ευθύνης, δεν εφαρμόζονται (ΑΠ 179, 180/2014, ΑΠ 1502/2008, ΑΠ 109/2007).
Και ναι μεν με το άρθρο 1 του Ν. 3229/2004 (ΦΕΚ Α 38) είχε συσταθεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Επιτροπή Eποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (ΕΠ.Ε.Ι.Α.) και με έδρα την Αθήνα, το οποίο εποπτεύεται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με το άρθρο δε 3 § 1 αυτού, όπως η περ. β' της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 71 § 1 του Ν. 3746/2009 (ΦΕΚ Α 27), ορίστηκαν οι αρμοδιότητες της Επιτροπής, ως ακολούθως: "1.
Προς εκπλήρωση του σκοπού της η Επιτροπή έχει ιδίως τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) ... β) Εποπτεύει την τήρηση της ασφαλιστικής νομοθεσίας κατά τη λειτουργία των ασφαλιστικών εταιρειών έως και την εκκαθάριση τους, κατά την παροχή υπηρεσιών από αυτές και τους διαμεσολαβούντες και κατά την εφαρμογή της περί υποχρεωτικής ασφάλισης και της περί ασφάλισης οχημάτων νομοθεσίας.
Ασκεί εν γένει όλες τις διοικητικές, ρυθμιστικές και εποπτικές αρμοδιότητες, του καθορισμού της ύλης των σχετικών εξετάσεων πιστοποίησης συμπεριλαμβανομένων, που ο Υπουργός Ανάπτυξης, μόνος του ή από κοινού με άλλους Υπουργούς, είχε για τη ρύθμιση και εποπτεία της ασφαλιστικής αγοράς, όπως ενδεικτικά τις διοικητικές αρμοδιότητες που προκύπτουν από τις διατάξεις του ν. 1569/1985 (ΦΕΚ Α 183), του ν. 2496/1997 (ΦΕΚ Α 87), του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ Α 10), του π.δ. 190/2006 (ΦΕΚ Α 196) και του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ Α 110), όπως ισχύουν.
Η αρμοδιότητα της πρότασης για την έκδοση διαταγμάτων ανήκει στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών". Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, αφετηρία για την προώθησή του υπήρξε η ανάγκη για εκσυγχρονισμό του χώρου των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και γενικότερα της ιδιωτικής ασφαλίσεως και προσαρμογή του προς τις αντίστοιχες ρυθμίσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με προεξάρχουσα την ανάγκη βελτιώσεως και εκσυγχρονισμού της εποπτείας της ασφαλιστικής αγοράς, οι αρμοδιότητες δε της δημιουργούμενης Επιτροπής είναι ενισχυμένες, δηλονότι η προληπτική εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και ο έλεγχος των ουσιαστικών και τυπικών προϋποθέσεων άσκησης του επαγγέλµατος του ασφαλιστικού διαµεσολαβητή, καθώς και η τήρηση των κανόνων συναλλακτικής συµπεριφοράς, τόσο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων όσο και των ασφαλιστικών διαµεσολαβητών.
Ως ημερομηνία δε ενάρξεως της λειτουργίας της ΕΠ.Ε.Ι.Α. και των ρυθμιστικών και εποπτικών αρμοδιοτήτων της ορίστηκε με την υπ' αριθμό 46511/Β.2147/2007 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας & Οικονομικών και Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β 2149/6.11.2007) η 1η Ιανουαρίου 2008. Εν συνεχεία βέβαια το νομικό αυτό πρόσωπο με το άρθρο 1 του Ν. 3867/2010 (ΦΕΚ Α 128), ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, καταργήθηκε από 1-1-2011, οι δε αρμοδιότητες της ΕΠ.Ε.Ι.Α., όπως αυτές απαριθμούνται στο προμνησθέν άρθρο 3 του Ν. 3229/2004, μεταφέρθηκαν από την ίδια ημερομηνία στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Ωστόσο μεταξύ των αρμοδιοτήτων που ανατέθηκαν στη συσταθείσα δια νόμου "Επιτροπή Eποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (ΕΠ.Ε.Ι.Α.) [και μεταγενέστερα στην Τράπεζα της Ελλάδος] δεν περιλαμβανόταν η λήψη των κοινοποιήσεων των ασφαλιστών για γεγονότα που οδηγούν στην άρση ή τη λήξη της ασφαλιστικής σχέσης και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 26 §§ 1 και 5 του Ν. 2496/1997, με τις οποίες χορηγείται στον τρίτο ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή όταν επισυμβεί η ασφαλιστική περίπτωση.
Ευλόγως δε ο νομοθέτης προέβλεψε ότι για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, οι οποίες δεν είναι αρκούντως λεπτομερείς, έπρεπε να προηγηθεί η έκδοση κοινής υπουργικής αποφάσεως του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού και η δημοσίευση αυτής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προκειμένου να ρυθμιστούν οι λεπτομέρειες εφαρμογής τους.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
IV. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, που υποδιαιρείται σε τρία σκέλη, η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο ότι κατά παράβαση του νόμου απέρριψε το λόγο εφέσεώς της, με τον οποίο παρεπονείτο για την απόρριψη της από 1-10-2012 αγωγής της καθ' ο μέρος στρέφεται κατά των τεσσάρων ασφαλιστικών εταιρειών, που ασφάλιζαν κατά τον επίδικο χρόνο τα σκάφη αναψυχής των εναγομένων πλοιοκτητριών εταιρειών, κρίνοντας ότι ελλείπει η διαδικαστική προϋπόθεση της παθητικής νομιμοποιήσεώς τους.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι α) με το Ν. 3229/2004 έχει ήδη προσδιοριστεί το νομικό πρόσωπο που θα δέχεται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών, δηλ. αυτό ήταν αρχικώς η ΕΠ.Ε.Ι.Α. και στη συνέχεια η Τράπεζα της Ελλάδος, β) η αναστολή εφαρμογής που προβλέπεται στην § 5 του άρθρου 26 του Ν.2496/1997 αφορά μόνο την § 3 του ίδιου άρθρου που αναφέρεται στις κοινοποιήσεις και όχι τις λοιπές παραγράφους που αφορούν την ευθεία αξίωση τρίτου κατά του ασφαλιστή και γ) η επί μακρό χρονικό διάστημα παράλειψη της Διοικήσεως να προσδιορίσει την υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο που θα δέχεται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών συνεπάγεται την άμεση εφαρμογή όλων των διατάξεων του άρθρου 26 Ν. 2496/1997, εφόσον οι θεσπιζόμενες με αυτές ρυθμίσεις είναι αρκούντως λεπτομερείς, επιδεκτικές συνεπώς άμεσης εφαρμογής.
Είναι προφανές ότι ο λόγος αυτός, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφορά μόνο τις τέσσερεις αναιρεσίβλητες ασφαλιστικές, έναντι των οποίων η αναιρεσείουσα έχει έννομο συμφέρον να τον προβάλει και όχι τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους. Ο λόγος αυτός καθ' όλα τα σκέλη του είναι αβάσιμος, καθόσον, αντίθετα από το υποστηριζόμενο, δεν έχει μέχρι τούδε προσδιοριστεί η υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο που θα δέχεται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών και επομένως, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που υπάρχει αστική ευθύνη από την κυκλοφορία των οχημάτων (Ν.489/1976), ο τρίτος ζημιωθείς δεν έχει ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή.
Δεν είναι δυνατόν δε να υποστηριχθεί ότι τέτοιο νομικό πρόσωπο ήταν η "Επιτροπή Eποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (ΕΠ.Ε.Ι.Α.) και μεταγενέστερα η Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ η επί μακρό χρόνο παράλειψη της Διοικήσεως να εκδώσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 26 § 5 εδ. α' του Ν. 2496/1997 απόφαση δεν μπορεί να οδηγήσει σε κατάργηση της νομοθετικής αυτής προβλέψεως, προκειμένου να χωρήσει εφαρμογή της διατάξεως για ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή.
V. Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, που προβάλλεται επικουρικά, ήτοι υπό την αίρεση της ευδοκιμήσεως των ασκηθεισών αιτήσεων αναιρέσεων των λοιπών αντιδίκων της αναιρεσείουσας, η τελευταία ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι για να θεμελιωθεί η ευθύνη των τελευταίων (πλοιοκτητών και των νομίμων εκπροσώπων τους) για την αποκατάσταση ζημιών που προκαλούνται από ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος και τις δαπάνες απορρύπανσης απαιτείται η απόδειξη πταίσματος του προσώπου που προκάλεσε τη ρύπανση, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθότι απαίτησε για την εφαρμογή του άρθρου 12 § 1 (α) του Ν. 743/1977 περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί το πραγματικό της, ήτοι στοιχείο υπαιτιότητας, καίτοι, με την εν λόγω διάταξη καθιερώνεται αμιγώς αντικειμενική ευθύνη, ήτοι ευθύνη που συντρέχει και όταν η αιτία της ζημίας είναι τυχηρό ή ανωτέρα βία.
Όπως, όμως προκύπτει από γεγονός γνωστό στο Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.2 ΚΠολΔ), με τις ήδη δημοσιευθείσες και αφορώσες την αυτή υπόθεση, 657, 658, 659, 660 και 661/2020 αποφάσεις του, κρίθηκε αμετάκλητα ότι η αντικειμενική ευθύνη των αναφερομένων στην παρ.1α του άρθρου 12 του ν.743/1977 προσώπων, που τελούν σε ειδική σχέση με το ρυπογόνο πλοίο (ήτοι πλοιάρχου, πλοιοκτήτη, εφοπλιστή κ.λ.π.) και στη συγκεκριμένη περίπτωση όλων των λοιπών, πλην των ασφαλιστικών εταιρειών, αναιρεσιβλήτων, προϋποθέτει την πταισματική ευθύνη, ήτοι υπαιτιότητα προσώπου σχετιζόμενου με το πλοίο, που προκάλεσε τη ρύπανση, διαφορετικού βεβαίως από το πρόσωπο εκείνο στο οποίο επεκτείνεται η ευθύνη, η οποίς (υπαιτιότητα) μάλιστα, δεν τεκμαίρεται, αλλά πρέπει να αποδειχθεί από τον ζημιωθέντα.
Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω λόγος καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου και είναι αλυσιτελής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), για τον καθορισμό των οποίων λαμβάνονται υπόψη, αφενός μεν η ξεχωριστή νομική εκπροσώπηση αυτών, αφετέρου δε η εκ μέρους τους κατάθεση (ή μη) προτάσεων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Ιουλίου 2018 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 716/2017 απόφάσης του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, ως ακολούθως: 1)ποσό δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, από κοινού, στους δεύτερη, όγδοη και δωδέκατο, 2)ποσό δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, από κοινού, στην τέταρτη και δέκατο πέμπτο, 3)ποσό δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, από κοινού, στην έκτη, ενδέκατη και δέκατο έβδομο, 4)ποσό δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, από κοινού, στην έβδομη και δέκατο όγδοο, 5)ποσό δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700), στην ένατη, 6)ποσό δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ στη δέκατη και 7)ποσό χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, από κοινού, στην πέμπτη και δέκατη έκτη.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουνίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου