Legislator Case Law & Legislation
746/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in lease dispute, upholding lower court's order for tenant reinstatement against all parties.

Case Number 746/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by tenants against a final judgment ordering their reinstatement in a leased commercial property. The tenants argued that the dissolution of the original sole proprietorship should have affected the lease, but the court found the lease continued with the new entity. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied the law to order reinstatement for all parties involved.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1) and 660(1) of the Code of Civil Procedure; The dissolution of a sole proprietorship does not automatically terminate a lease contract, allowing the successor entity to claim reinstatement as the new lessor.

Keywords

AI generated
lease contract continuity sole proprietorship dissolution tenant reinstatement commercial lease dispute Code of Civil Procedure successor entity rights reinstatement order

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 660(1) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 746 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 746/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Τ. του Ν. και 2Δ. Τ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρου τους Παναγιώτη Γραμματικόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Της υπό εκκαθάριση τελούσης ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "…" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστρια αυτής Μ. Λ., 2. Της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "…" που εδρεύει στην …, νόμιμα εκπροσωπούμενης από την ομόρρυθμη εταίρο και διαχειρίστριά της Μ. Λ. και 3. Μ. Λ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Αγγέλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30.6.2008 και 9.3.2009 και με αριθμούς κατάθεσης 1551/2008 και 578/2009, αντίστοιχα, αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στον Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν, αντίστοιχα, οι υπ' αριθμ. 1213/2009 και 1214/2009 οριστικές αποφάσεις του ως άνω Δικαστηρίου και κατόπιν άσκησης κατ' αυτών των από 8.9.2008 και 8.9.2009 και με αριθμούς κατάθεσης 2118/2009 και 2119/2009, αντίστοιχα, εφέσεων των εναγομένων, η υπ' αριθμ. 2791/2012 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία και έγιναν δεκτές. Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζητούν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 7.9.2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης ανέγνωσε την από 14-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε: α) την αποδοχή του τέταρτου λόγου της αναίρεσης αναφορικά με την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "….", β) την απόρριψη του λόγου τούτου ως προς τις λοιπές αναιρεσίβλητες και γ) την απόρριψη των λοιπών λόγων ως προς όλες τις αναιρεσίβλητες.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2971/2012 απόφαση του ως εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής :

Οι ήδη αναιρεσείοντες είχαν ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 30.6.2008 και με αριθμό κατάθεσης 1551/2008 αγωγή με την οποία ιστορούσαν ότι δυνάμει γονικής παροχής από την μητέρα τους Α. Β. κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 έκαστος εξ αδιαιρέτου, του εις αυτήν (αγωγή) λεπτομερώς περιγραφομένου καταστήματος, το οποίο η προαναφερόμενη δικαιοπάροχός τους είχε εκμισθώσει στην πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "….", προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως φαρμακείο, της οποίας εταιρίας η διάρκεια παρατάθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο μέχρι τις 31.12.2007.

Ότι με την παρέλευση του χρόνου διάρκειας, η ως άνω πρώτη εναγόμενη τέθηκε υπό εκκαθάριση, με εκκαθαρίστρια την δεύτερη εναγόμενη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη Μ. Λ., και ότι η τελευταία, μολονότι περαίωσε την εκκαθάριση περί τα τέλη Μαρτίου του έτους 2008 και οι ενάγοντες της είχαν ζητήσει την απόδοση της χρήσης του μισθίου καταστήματος, εντούτοις αυτή δεν τους την απέδωσε, αλλά, αντιθέτως, συνέστησε με την θυγατέρα της Δ.

Χ., ηθοποιό το επάγγελμα, την τρίτη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "….". Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησαν όπως υποχρεωθούν α) οι πρώτη και δεύτερη των εναγομένων και ήδη πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ήτοι ως άνω ομόρρυθμη εταιρία και Μ. Λ., αντίστοιχα, να τους αποδώσουν την χρήση του επιδίκου μισθίου καταστήματος και ειδικότερα η μεν πρώτη ως μισθώτρια και η δεύτερη ως εκκαθαρίστρια, και β) (όπως υποχρεωθούν) η δεύτερη και η τρίτη των εναγομένων και ήδη δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ήτοι Μ.

Λ. και προαναφερόμενη ετερόρρυθμη εταιρία, να καταβάλουν σε καθένα από αυτούς το ποσό των 2.380 ευρώ, υπό την μορφή αποζημίωσης χρήσης του μισθίου καταστήματος, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 και μέχρι την απόδοση της χρήσης αυτού σε αυτούς. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το Ειρηνοδικείο Αθηνών η υπ' αριθμ. 1213/2009 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή και διατάχθηκαν οι μεν πρώτη και δεύτερη των εναγομένων να αποδώσουν στους ενάγοντες την χρήση του μισθίου καταστήματος, οι δε δεύτερη και τρίτη να καταβάλουν σ' αυτούς, ως αποζημίωση χρήσης, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ μηνιαίως.

Κατ' αυτής δε της απόφασης άσκησαν οι εναγόμενες την από 8.9.2008 και με αριθμό κατάθεσης 2118/2009 έφεση και οι ενάγοντες αντέφεση με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους. Περαιτέρω, οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 9.3.2009 και με αριθμό κατάθεσης 578/2009 αγωγή, στρεφομένη κατά των ήδη πρώτης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, ήτοι ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας και Μ.

Λ., με την οποία, επαναλαμβάνοντες το ίδιο με την πρώτη αγωγή ιστορικό και επικαλούμενοι περαιτέρω ότι η δεύτερη εναγόμενη της εν λόγω αγωγής και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη Μ. Λ. όχι μόνο δεν τους απέδωσε το μίσθιο κατάστημα αλλά το μεν συνέστησε με την πιο πάνω θυγατέρα της την προαναφερόμενη ετερόρρυθμη εταιρία, το δε χωρίς την συναίνεση ή την απλή, έστω, ενημέρωσή τους, συνένωσε το μίσθιο κατάστημα με παρακείμενο της ιδιοκτησίας της, διενεργήσασα τις μετατροπές που αναφέρονται στην αγωγή, οι οποίες συνιστούν πολεοδομικές παραβάσεις, ζήτησαν όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενες να τους αποδώσουν την χρήση του επιδίκου μισθίου, το μεν λόγω καταγγελίας της μίσθωσης για την εκ μέρους τους (εναγομένων) κακή χρήση αυτού, το δε λόγω παραχώρησής του σε τρίτο πρόσωπο.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1214/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία. Κατά της απόφασης δε αυτής άσκησαν οι εναγόμενες την από 8.9.2009 και με αριθμό κατάθεσης 2119/2009 έφεση. Στη συνέχεια, επί των προαναφερομένων δύο εφέσεων και της αντέφεσης, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το ως εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 2791/2012 οριστική απόφαση, με την οποία α) έγιναν δεκτές ως βάσιμες και κατ' ουσία οι εφέσεις, β) απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία η αντέφεση, γ) εξαφανίσθηκαν οι εκκαλούμενες αποφάσεις και στη συνέχεια δ) αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε η υπόθεση, απορρίφθηκαν οι αγωγές ως αβάσιμες κατ' ουσία.

Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνονται οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.-

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 6 § 1 του Ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 11 του ΠΔ/τος 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων"), δεν επιτρέπεται η ολική ή μερική παραχώρηση του μισθίου σε τρίτον εκτός από αντίθετη συμφωνία των μερών, ενώ κατά το ίδιο άρθρο 6 § 5 (ήδη άρθρο 13 του ως άνω ΠΔ/τος), επιτρέπεται η πρόσληψη συνεταίρου και η συστέγαση φαρμακείων και φαρμακαποθηκών καθώς και η παραχώρηση του μισθίου στις εταιρίες που προβλέπονται από τα άρθρα 6 και 8 του Ν. 328/1976 και τα άρθρα 7 και 8 του Ν. 1963/1991 χωρίς μεταβολή στη μισθωτική σχέση.

Αντίγραφο του καταστατικού της εταιρίας που συνιστάται επιδίδεται στον εκμισθωτή μέσα σε 15 ημέρες από τη δημοσίευση. Περαιτέρω, σε περίπτωση αποχώρησης οποιουδήποτε από τους συνεταίρους ή αποσυστέγασης συνεχίζεται, για τους φαρμακοποιούς που παραμένουν στο μίσθιο, η μίσθωση με τους όρους της αρχικής συμφωνίας, και αν δεν υπάρχει συμφωνία, κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού.

Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 6 § 1 του Ν. 328/1976, "Περί τροποποιήσεως διατάξεών τινων της Φαρμακευτικής Νομοθεσίας", όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 14 του Ν. 1821/1988, επιτρέπεται η σύσταση εταιρίας για την εκμετάλλευση φαρμακείου ή φαρμακαποθήκης, μόνον όμως με την μορφή ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας και μόνο μεταξύ φαρμακοποιών και με τους οριζόμενους στο άρθρο τούτο λοιπούς περιορισμούς, κατά δε την § 7 του ιδίου ως άνω άρθρου η προαναφερόμενη διάταξη της § 1 δεν έχει εφαρμογή "προκειμένου περί συνεταιρισμών μεταξύ συζύγων ή συγγενών εξ αίματος ή αγχιστείας μέχρι και δευτέρου βαθμού, διατηρουμένης πάντοτε της ισχύος των περί προσωπικής ευθύνης του αδειούχου φαρμακοποιού διατάξεων και της μορφής της εταιρίας" και κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου επιτρέπεται, μετά από απόφαση του Προϊσταμένου της κατά τόπο αρμόδιας Δ/νσης ή Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών η συστέγαση μέχρι τριών υπό ίδρυση φαρμακείων ή φαρμακαποθηκών, που όμως λειτουργούν υποχρεωτικά με τη μορφή ομόρρυθμης εταιρίας και με τους οριζόμενους άλλους περιορισμούς.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια ότι κατ' εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 6 § 1 του Ν. 813/1978 επιτρέπεται η πρόσληψη συνεταίρου και η εισφορά του μισθίου στην εταιρία που υποχρεωτικά συνιστάται μεταξύ των συνεταίρων ή των συστεγασμένων φαρμακοποιών και μάλιστα χωρίς τη συγκατάθεση του εκμισθωτή και χωρίς να επέρχεται μεταβολή στη μισθωτική σχέση ως προς τους όρους της μίσθωσης και το συμφωνημένο μίσθωμα, περαιτέρω δε ότι σε περίπτωση αποχώρησης του συνεταίρου ή του συστεγαζόμενου φαρμακοποιού αυτή δεν επιδρά στη μίσθωση, η οποία συνεχίζεται με μισθωτές εκείνους που παραμένουν στη χρήση του μισθίου, χωρίς καμία μεταβολή των όρων λειτουργίας της και τέλος ότι κατ' εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 6 § 1 του Ν. 328/1976 είναι επιτρεπτή η σύσταση ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας για την εκμετάλλευση φαρμακείου ή φαρμακαποθήκης όχι μόνο μεταξύ φαρμακοποιών αλλά και μεταξύ φαρμακοποιού και ετέρου προσώπου το οποίο δεν είναι φαρμακοποιός, πλην όμως πρέπει να είναι σύζυγος του φαρμακοποιού ή συγγενής εξ αίματος αυτού ή αγχιστείας μέχρι και δευτέρου βαθμού.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ως εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα :

Με την από 31.10.1988 σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ της τρίτης αναιρεσίβλητης Μ. Λ. και της μητέρας των ήδη αναιρεσειόντων Κ. ή Κ. Β. και καταχωρίστηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό 24464/1988, συστήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 328/1976, η πρώτη των ήδη αναιρεσιβλήτων ομόρρυθμη φαρμακευτική εταιρία, με αρχική επωνυμία "….", με σκοπό συνεταιρισμού του ήδη κατά το χρόνο εκείνο λειτουργούντος φαρμακείου της ως άνω τρίτης αναιρεσίβλητης Μ.

Λ., με ομόρρυθμους εταίρους και διαχειριστές τις προαναφερόμενες φαρμακοποιούς, έδρα το επί της οδού …, αριθμ. …, ευρισκόμενο κατάστημα - φαρμακείο της ως άνω αναιρεσίβλητης και διάρκεια τριών ετών, από 1.1.1989 μέχρι 31.12.1992, η οποία διάρκεια, σύμφωνα με τα ειδικότερον εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, παρατάθηκε διαδοχικά μέχρι 31.12.2008.

Περαιτέρω, δυνάμει του από 29.11.1996 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης φαρμακείων, που καταρτίστηκε μεταξύ των ως άνω ομορρύθμων εταίρων ως εκμισθωτριών και της πρώτης αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας τους ως μισθώτριας, η μεν τρίτη των αναιρεσιβλήτων Μ. Λ. εκμίσθωσε στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ευρισκόμενο στην επί των οδών … αριθμ.

… υπό στοιχεία Κ - 3 ισόγειο κατάστημα της κυριότητάς της, εμβαδού 35 τ.μ., ενώ η μητέρα των ήδη αναιρεσειόντων Κ. ή Κ. Β. εκμίσθωσε στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ευρισκόμενο στην ίδια ως άνω θέση, συνεχόμενο με το προαναφερθέν, υπό στοιχεία Κ - 2 ισόγειο κατάστημα της κυριότητάς της, εμβαδού 59,50 τ.μ. Στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης περιελήφθησαν, εκτός των άλλων, και οι ακόλουθοι όροι : "1.

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίζεται σε εννέα έτη και αρχίζει από την 1.12.1996 με λήξη την 31.12.2005. Επίσης ρητά συμφωνείται ότι η παραπάνω μίσθωση δε θα λήγει οπωσδήποτε στην περίπτωση κατά την οποία ένας εκ των φαρμακοποιών του οποίου το φαρμακείο συστεγάζεται με το άλλο ανακαλέσει ή μεταφέρει την άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του φαρμακείου του, ανεξάρτητα εάν η εταιρία υφίσταται ή όχι ή υπάρξουν μεταβολές στο καταστατικό της. 4.

Απαγορεύεται η παραχώρηση της χρήσης σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς την έγγραφη συναίνεση των εκμισθωτριών και ακόμη απαγορεύεται η σιωπηρή αναμίσθωση, η δε παραμονή της μισθώτριας στο μίσθιο, δεν έχει την έννοια της σιωπηρής αναμίσθωσης. Κατ' εξαίρεση, η μισθώτρια εταιρία (δηλαδή οι εταίροι φαρμακοποιοί) θα δικαιούται κατά τη διάρκεια της μισθώσεως να προσλάβει συνεταίρο ή συνεταίρους, συστήνοντας εταιρία κατά τους όρους του Ν. 328/76 ή του Ν. 1963/91 (φαρμακευτική νομοθεσία) ή μετατρέποντας την εταιρία τους...".

Στη συνέχεια, με το υπ' αριθμ. .../24.2.2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Θεοτόκου, που καταχωρίστηκε στα βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών, η τρίτη αναιρεσίβλητη (Μ. Λ.) και η πιο πάνω μητέρα των αναιρεσειόντων προέβησαν σε τροποποίηση του καταστατικού της πρώτης αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας τους, ενόψει της ανάκλησης της άδειας φαρμακείου της ομόρρυθμης εταίρου Κ.

ή Κ. Β. και της επελθούσας αποσυστέγασης αυτής, δυνάμει της υπ' αριθμ. 4731/21.2.2000 απόφασης του Νομάρχη Αθηνών, ορίζοντας, εκτός των άλλων, ότι η επωνυμία της πρώτης αναιρεσίβλητης θα είναι πλέον "….", ότι διαχειρίστρια αυτής θα είναι η τρίτη αναιρεσίβλητη, αδειούχος φαρμακοποιός, ότι σε περίπτωση αποχώρησης από την πρώτη αναιρεσίβλητη της μητέρας των αναιρεσειόντων για οποιονδήποτε λόγο, το μερίδιό της θα αποτιμάται σε χρήμα και θα αποδίδεται σε αυτή, ενώ το φαρμακείο θα παραμένει στην αδειούχο φαρμακοποιό, ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, στον ίδιο χώρο που βρίσκεται σήμερα, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη θα λύεται με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου διάρκειάς της ή με μονομερή έγγραφη δήλωση της τρίτης αναιρεσίβλητης, που θα κοινοποιείται στη μητέρα των αναιρεσειόντων, ότι η μετά την καθ' οιονδήποτε τρόπο λύση της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας, αυτή θα τελεί υπό εκκαθάριση, η οποία θα λήγει με το κλείσιμο των φορολογικών της βιβλίων από την οικεία Δ.Ο.Υ.

και ότι εκκαθαριστής ορίζεται η τρίτη αναιρεσίβλητη ή μη υπαρχούσης αυτής, ο εν ζωή ευρισκόμενος σύζυγός της ή οι εν ζωή ευρισκόμενοι νόμιμοι κληρονόμοι της. Περαιτέρω, με το από 28.2.2000 συμπληρωματικό συμφωνητικό εμπορικής μίσθωσης, η τρίτη αναιρεσίβλητη και η μητέρα των αναιρεσειόντων, υπό την ιδιότητα των εκμισθωτριών των ως άνω καταστημάτων προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Ο.Ε., συμφώνησαν ότι από την 1.3.2000 το μίσθωμα θα καταβάλλεται σε αυτές από την εταιρία "….", που αποτελεί συνέχεια της μισθώτριας εταιρίας "…" και παρέτειναν τον χρόνο διάρκειας της μίσθωσης μέχρι την 31.12.2015, με τους ίδιους όρους που διέπουν την από 29.11.1996 σύμβαση μίσθωσης.

Στη συνέχεια, με τα υπ' αριθμ. … και …/2005 συμβόλαια γονικής παροχής , που μεταγράφηκαν νόμιμα, οι ήδη αναιρεσείοντες κατέστησαν συγκύριοι κατά το 1/2 έκαστος εξ αδιαιρέτου, του επί της οδού …, αριθμ. …, κειμένου ισογείου καταστήματος, υπό τα στοιχεία Κ - 2 + Κ - 5, εμβαδού 59,50 τ.μ., το οποίο είναι το ισόγειο κατάστημα που εκμισθώθηκε από την μητέρα των αναιρεσειόντων στην πρώτη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία με το ως άνω από 29.11.1996 μισθωτήριο συμφωνητικό, στο οποίο μνημονεύεται ως κατάστημα Κ - 2.

Στη συνέχεια, σύμφωνα με τις παραδοχές πάντοτε του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αληθής βούληση των ως άνω εταίρων (μητέρας των αναιρεσειόντων και τρίτης αναιρεσίβλητης) ήταν η διάρκεια της πρώτης αναιρεσίβλητης, αρχικά μεταξύ τους συσταθείσας ομόρρυθμης εταιρίας, να είναι μέχρι τις 31.12.2007 και όχι μέχρι τις 31.12.2008.

Επομένως, την 31.12.2007 παρήλθε η διάρκεια της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας και, δεδομένου ότι δεν συμφωνήθηκε μεταξύ της τρίτης αναιρεσίβλητης και της μητέρας των αναιρεσειόντων οποιαδήποτε παράταση του χρόνου αυτής, η πρώτη αναιρεσίβλητη λύθηκε και περιήλθε στο στάδιο εκκαθάρισης, με εκκαθαρίστρια, κατά την προαναφερθείσα ρητή πρόβλεψη του καταστατικού της, την τρίτη αναιρεσίβλητη.

Η τελευταία, με την από 20.10.2008 απάντησή της προς τους αναιρεσείοντες και την μητέρα τους, τους γνωστοποίησε ότι, αναφορικά με την πορεία της διαδικασίας της εκκαθάρισης, το εμπόρευμα θεωρείται πωληθέν στην αξία που είχε κατά το χρόνο της απογραφής, εισπράχθηκαν όλες οι οφειλές των ασφαλιστικών ταμείων, που ανάγονταν σε χρόνο προ της λύσης της εταιρίας, πληρώθηκαν όλες οι υποχρεώσεις της εταιρίας που ανάγονταν σε χρόνο μέχρι και το τέλος του έτους 2007 προς τους προμηθευτές και προς τις τράπεζες και εκκρεμεί το πρόβλημα των ανελέγκτων, φορολογικώς, χρήσεων της εταιρίας με την αρμόδια Δ.Ο.Υ., καθόσον η υπό εκκαθάριση τελούσα εταιρία (πρώτη αναιρεσίβλητη) έχει ελεγχθεί μέχρι και τη χρήση του 2002 (οικονομικό έτος 2003), ώστε να απομένει ο έλεγχος των χρήσεων 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007.

Δέχεται δε περαιτέρω το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ότι "Από την ανωτέρω απάντηση της δεύτερης εναγόμενης (ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης), σε συνδυασμό με την ρητή πρόβλεψη στο ανωτέρω, υπ' αριθμ. .../24.2.2000 τροποποιητικό του καταστατικού της πρώτης εναγόμενης (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Θεοτόκου, σύμφωνα με την οποία η εκκαθάριση της εταιρίας θα ολοκληρώνεται με το κλείσιμο των φορολογικών της βιβλίων από την οικεία Δ.Ο.Υ., συνάγεται ότι κατά το χρόνο εκείνο, ήτοι τον Οκτώβριο του έτους 2008, εφόσον δεν είχε περατωθεί το στάδιο της εκκαθάρισης της πρώτης εναγόμενης, δεν είχε λυθεί και η από 29.11.1996 σύμβαση μίσθωσης, δεδομένου ότι η λύση της ομόρρυθμης εταιρίας δε συνεπάγεται και τη λύση των υφισταμένων συμβάσεων, πράγμα που ισχύει και για τη μίσθωση, αφού μετά τη λύση της εταιρίας, το νομικό πρόσωπο αυτής εξακολουθεί να υπάρχει έως την περάτωση του σταδίου της εκκαθάρισης και μόνο για τις ανάγκες αυτής...".

Παρακατιόν δε το δικαστήριο εκείνο δέχεται ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. .../20.12.2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελισσάβετ Παπαγιαννάκη, που καταχωρίστηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών, συστήθηκε μεταξύ της τρίτης αναιρεσίβλητης και της θυγατέρας της Δ. Χ. του Ν., ηθοποιού, η δεύτερη των ήδη αναιρεσιβλήτων ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "….", με ομόρρυθμο εταίρο την τρίτη αναιρεσίβλητη Μ.

Λ., σκοπό τη λειτουργία συνεταιριστικού φαρμακείου, έδρα το ως άνω ευρισκόμενο επί της οδού …, αριθμ. …, φαρμακείο και διάρκεια οκτώ ετών, με έναρξη από την καταχώριση στα βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών και λήξη την αντίστοιχη ημερομηνία μετά την παρέλευση οκτώ ετών. Η τρίτη δε αναιρεσίβλητη προέβη στην κατά το άρθρο 6 § 5 του Ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 13 του ΠΔ/τος 34/1995) επίδοση του καταστατικού της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης Ε.Ε.

στους ήδη αναιρεσείοντες, υπό την ιδιότητα αυτών ως εκμισθωτών πλέον, γνωστοποιώντας παράλληλα σ' αυτούς ότι εξακολουθεί να ισχύει η από 29.11.1996 σύμβαση μίσθωσης, μέχρις τις 31.12.2015, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ της ίδιας και της μητέρας των αναιρεσειόντων με το από 28.2.2000 ιδιωτικό συμπληρωματικό συμφωνητικό μίσθωσης.

Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, ισχυριζόμενοι ότι η επίδικη σύμβαση μίσθωσης λύθηκε από το τέλος Μαρτίου του 2008, οπότε και ολοκληρώθηκε το στάδιο της εκκαθάρισης της πρώτης αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας, η οποία είχε ήδη λυθεί την 31.12.2007, ήτοι με την πάροδο του χρόνου αυτής, προέβησαν στην άσκηση της από 30.6.2008 αγωγής, αιτούμενοι την απόδοση του υπό στοιχεία Κ - 2 + Κ - 5 ισογείου μισθίου καταστήματος της ιδιοκτησίας τους, ζητώντας και αποζημίωση χρήσης για την εκ μέρους των ήδη πρώτης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων (Ο.Ε.

και Μ. Λ.) κατακράτηση του μισθίου και μετά τη λύση της από 29.11.1996 σύμβασης μίσθωσης. Αναφερόμενο δε περαιτέρω το δικαστήριο εκείνο στις διατάξεις των άρθρων 11 και 13 του ΠΔ/τος 34/1995 και σε εκείνες των άρθρων 6 και 8 του Ν. 328/1976, τις οποίες είχε μνημονεύσει στην αρχή της προσβαλλόμενης απόφασής του και δεχόμενο ότι "..ο νόμος επιφυλάσσει εξαιρετική και προνομιακή μεταχείριση του μισθωτή φαρμακοποιού, υπό την έννοια ότι ακόμη και στην περίπτωση λύσης της εταιρίας, η οποία συστήθηκε μεταξύ των φαρμακοποιών, η σύμβαση μίσθωσης παραμένει ανεπηρέαστη και συνεχίζεται με μισθωτές εκείνους που παραμένουν στη χρήση του μισθίου, χωρίς καμία μεταβολή των όρων της λειτουργίας της και μάλιστα χωρίς τη συγκατάθεση του εκμισθωτή και χωρίς να επέρχεται μεταβολή στη μισθωτική σχέση ως προς τους όρους της μισθώσεως ή το συμφωνημένο μίσθωμα", έκρινε πλέον, με βάση τα υπ' αυτού ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα, ότι στην ένδικη υπόθεση, και ανεξαρτήτως του εάν είχε περατωθεί η εκκαθάριση της πρώτης αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας κατά τον Μάρτιο του 2008, οι ήδη αναιρεσείοντες δεν είχαν δικαίωμα να ζητήσουν την απόδοση της χρήσης του υπό στοιχεία Κ - 2 + Κ - 5 καταστήματος της ιδιοκτησίας τους, το οποίο είχε συνενωθεί, σύμφωνα με τα περαιτέρω ειδικότερον σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) εκτιθέμενα, με το υπό στοιχεία Κ - 3 κατάστημα της ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης για τη λειτουργία φαρμακείου, διότι η λύση της μισθώτριας, στην από 29.11.1996 σύμβαση μίσθωσης, πρώτης αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας, δεν επέδρασε στη σύμβαση μίσθωσης, η οποία συνεχίζεται πλέον με την ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρία ως μισθώτρια, χωρίς να απαιτείται η προς τούτο συγκατάθεση των αναιρεσειόντων εκμισθωτών.

Εφόσον λοιπόν - συνεχίζει τις παραδοχές του το δικαστήριο εκείνο - η από 29.11.1996 σύμβαση μίσθωσης παραμένει ισχυρή και δεσμεύουσα τους αναιρεσείοντες εκμισθωτές, οι τελευταίοι δεν δικαιούνται αποζημίωσης χρήσης. Κατόπιν δε πάντων τούτων οδηγήθηκε στην κρίση ότι η από 30.6.2008 αγωγή (αριθμ. κατ. 1551/2008), με την οποία οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζητούσαν όπως υποχρεωθούν οι δύο πρώτες εναγόμενες και ήδη πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων να αποδώσουν σ' αυτούς την χρήση του ως άνω υπό στοιχεία Κ - 2 + Κ - 5 ως άνω μισθίου καταστήματος και όπως υποχρεωθούν η δεύτερη και τρίτη τούτων (ήδη δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων) να καταβάλουν σε καθένα από αυτούς το ποσό των 2.380 ευρώ μηνιαίως ως αποζημίωση χρήσης του προαναφερόμενου μισθίου για το από 1.1.2008 και μέχρις αποδόσεως του μισθίου τούτου σ' αυτούς χρονικό διάστημα, ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσία και ότι το Ειρηνοδικείο Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθμ. 1213/2009 απόφασή του είχε δεχθεί τα αντίθετα και έκανε δεκτή την ως άνω αγωγή ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη είχε σφάλει, έκανε δεκτή την συναφή από 9.3.2009 (αριθμ.

κατ. 578/2009) έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως άνω πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση απέρριψε την παραπάνω αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία. Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεχθέν ειδικότερα ότι ήταν επιτρεπτή η σύσταση ετερόρρυθμης εταιρίας εκμετάλλευσης φαρμακείου μεταξύ της τρίτης αναιρεσίβλητης αδειούχου φαρμακοποιού Μ.

Λ. - μισθώτριας του επίμαχου μισθίου ακινήτου και της μη φαρμακοποιού θυγατέρας της Δ. Χ., ήτοι συγγενούς αυτής εξ αίματος πρώτου βαθμού, στην οποία εταιρία (δεύτερη αναιρεσίβλητη) και παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου ακινήτου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη της παρούσας, τις διατάξεις των άρθρων 13 του ΠΔ/τος 34/1995 και 6 του Ν. 328/1976 και τα αντιθέτως προβαλλόμενα, με τον από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πρώτο λόγο της αναίρεσης, ήτοι ότι η τοιαύτη εταιρία μεταξύ φαρμακοποιού και μη φαρμακοποιού ήταν νομικά ανεπίτρεπτη, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Περαιτέρω, και εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η επίμαχη μίσθωση του υπό στοιχεία Κ - 2 + Κ - 5 μισθίου καταστήματος θα έληγε στις 31.12.2015, ανεξάρτητα από το εάν η ομόρρυθμη εταιρία που είχε συσταθεί θα υφίστατο ή όχι, ορθώς το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου της απόφασής του, ότι, ανεξάρτητα από το εάν είχε περατωθεί η εκκαθάριση της ομόρρυθμης εταιρίας ή όχι, η σύμβαση μίσθωσης δεν είχε λυθεί και εξακολουθούσε να υφίσταται και επομένως δεν υπήρχε υποχρέωση της ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης να αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου στους ήδη αναιρεσείοντες.

Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο εκείνο ότι με το να δεχθεί ότι η εκκαθάριση της ομόρρυθμης εταιρίας δεν είχε ολοκληρωθεί διότι δεν είχαν ελεγχθεί από φορολογικής άποψης οι χρήσεις των ετών 2003 έως και 2007 και ότι άρα δεν υφίστατο υποχρέωση προς απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 777 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η εταιρία λογίζεται ότι εξακολουθεί και μετά τη λύση της εφόσον το απαιτούν οι ανάγκες και ο σκοπός της εκκαθάρισης, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος.

Τούτο δε διότι η προαναφερόμενη επάλληλη αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασής του αναφορικά με την απόρριψη της ως άνω από 30.6.2008 αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων. Εξάλλου, και εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είχε επέλθει μεν η λύση της ομόρρυθμης εταιρίας πλην όμως αυτή διατηρούσε την νομική προσωπικότητά της μόνο για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, ορθώς η τρίτη αναιρεσίβλητη, ενεργούσα ατομικώς, και όχι υπό την ιδιότητά της ως ομορρύθμου εταίρου της λυθείσης Ο.Ε., εγκύρως προέβη στη σύσταση, μεταξύ αυτής και της ως άνω θυγατέρας της, της δεύτερης αναιρεσίβλητης ετερόρρυθμης εταιρίας, η δε μετά ταύτα παραχώρηση της χρήσης του μισθίου ακινήτου στην τελευταία δεν συνιστά ανεπίτρεπτη παραχώρηση της χρήσης αυτού και δεν παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 11 και 13 του ΠΔ/τος 34/1995 και συνακόλουθα η από 9.3.2009 (αριθμ.

κατ. 578/2009) δεύτερη αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά των ήδη πρώτης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, με την οποία διώκετο η απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου λόγω μη επιτρεπτής παραχώρησης αυτού στην ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρία ήταν απορριπτέα.

Συνεπώς, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο το οποίο δέχθηκε τα ίδια και το οποίο μετά την αποδοχή της από 8.9.2009 (αριθμ. κατ. 2119/2009) σχετικής έφεσης των ήδη πρώτης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων κατά της αντιθέτως κρίνασας 1214/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών εξαφάνισε αυτήν και απέρριψε την ως άνω αγωγή, κατ' ουδέν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των προαναφερομένων άρθρων του ΠΔ/τος 34/1995 και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., δεύτερο λόγο της αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.-

ΙΙ.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 660 § 1 του ΚΠολΔ αν εξαφανισθεί απόφαση που διατάζει απόδοση ή παράδοση του μισθίου και η απόφαση έχει εκτελεσθεί, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση δικαιούται να ζητήσει να επανεγκατασταθεί στο μίσθιο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αναγκαίες προϋποθέσεις της αξίωσης επανεγκατάστασης στο μίσθιο είναι α) η εξαφάνιση μετά από άσκηση τακτικού ή έκτακτου ενδίκου μέσου, απόφασης που διατάσσει την παράδοση ή απόδοση μισθίου και β) η εκτέλεση της απόφασης που εξαφανίσθηκε.

Περαιτέρω, η επανεγκατάσταση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση του μισθωτή ή του εκμισθωτή, όπως επίσης και του υπομισθωτή και εκείνου προς τον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου (ΑΚ 599 § 2), εφόσον οι δύο τελευταίοι υπήρξαν διάδικοι στη σχετική δίκη και, συνεπώς, καλύπτονται από την διάταξη της § 1 του ως άνω άρθρου, η οποία, ορίζοντας ότι η επανεγκατάσταση μπορεί να ζητηθεί από εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, εννοεί κάθε πρόσωπο που υπήρξε διάδικος στη δίκη.- Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των προαναφερομένων από 30.6.2008 και 9.3.2009 αγωγών των ήδη αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι, η απόδοση της χρήσης του επίδικου μισθίου καταστήματος είχε ζητηθεί αναφορικά με την πρώτη και δεύτερη αμφοτέρων των αγωγών αυτών και ήδη πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "…." και Μ.

Λ., αντίστοιχα, επιπλέον δε με την δεύτερη των αγωγών είχε ζητηθεί η απόδοση του μισθίου αναφορικά και με κάθε τρίτο που κατείχε τούτο γι' αυτές. Παρατηρείται, όμως, ότι στην πρώτη των προαναφερομένων αγωγών εναγόμενη (δηλαδή διάδικος) υπήρξε και η ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "…." Περαιτέρω, από την επισκόπηση των υπ' αριθμ. 1213 και 1214/2009 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν επί των εν λόγω αγωγών και τις έκαναν δεκτές ως βάσιμες και κατ' ουσία, προκύπτει ότι αμφότερες διέταξαν την απόδοση του μισθίου αναφορικά με τις ως άνω ομόρρυθμη εταιρία και Μ.

Λ.. Στη συνέχεια, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2791/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι, οι άνω αποφάσεις - σύμφωνα με τις παραδοχές της - εκτελέστηκαν και κατά των τριών ήδη αναιρεσιβλήτων, ήτοι και κατά της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "….". Δικαίωμα δε επανεγκατάστασης είχαν όχι μόνον η Ο.Ε.

και η Μ. Λ. αλλά και η Ε.Ε. και τούτο διότι, προεχόντως, υπήρξε και αυτή (Ε.Ε.) διάδικος τόσο στην ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δίκη όσο στην κατ' έφεση τοιαύτη και αποβλήθηκε από το μίσθιο ακίνητο και σε κάθε περίπτωση διότι, σύμφωνα με τις μη αναιρούμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, "...η λύση της μισθώτριας, στην από 29.11.1996 σύμβαση μίσθωσης, πρώτης εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρίας, δεν επέδρασε στη σύμβαση της μίσθωσης, η οποία, πλέον, συνεχίζεται με την τρίτη εναγόμενη (σημείωση :

εννοεί την Ε.Ε.) ως μισθώτρια, χωρίς να απαιτείται η προς τούτο συγκατάθεση των εκμισθωτών εναγόντων" (βλ. δεύτερη σελίδα 15ου φύλλου), ήτοι διότι μπορούσε να ζητήσει την επανεγκατάστασή της υπό την ιδιότητά της ως μισθώτριας του επιμάχου μισθίου καταστήματος. Κατά συνέπεια, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο το οποίο δέχθηκε το υποβληθέν και από τις τρεις εκκαλούσες και ήδη αναιρεσίβλητες αίτημα επανεγκατάστασης αυτών στο μίσθιο, την οποία και διέταξε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 660 § 1 Κ.Πολ.Δ., όσον αφορά και την ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Ε.Ε.

και συνακόλουθα ο τα αντίθετα υποστηρίζων, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.-

ΙΙΙ.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει α) να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, β) να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχουσών καταθέσει και προτάσεις αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, και γ) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η § 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και για το οποίο εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 13233651/26.7.2012 διπλότυπο είσπραξης της ΙΘ Δ.Ο.Υ. Αθηνών, σειρά VI.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.9.2012 και με αριθμό κατάθεσης 115/2012 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 2791/2012 απόφασης του ως εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.- Και Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της προαναφερόμενης αίτησης αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 13233651/26.7.2012 διπλότυπο είσπραξης της ΙΘ Δ.Ο.Υ. Αθηνών, σειρά VI.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ