Supreme Court allows appeal against second-instance judgment for insufficient reasoning regarding Article 931 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, finding a procedural error in the lower court's reasoning. The Court held that the second instance judgment failed to properly apply Article 931 of the Civil Code when calculating damages for disability, incorrectly deducting the plaintiff's contributory negligence from the statutory compensation amount. Consequently, the Supreme Court annulled the contested judgment and remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 931 of the Civil Code; The Supreme Court established that a second-instance judgment is flawed if it fails to explicitly state the factual circumstances required to justify the application of Article 931, specifically regarding the calculation of disability compensation independent of the victim's contributory negligence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 746 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 746/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μιχαήλ Νικολιδάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εδρεύουσας στην Αθήνα Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Φλώρας Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-8-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4709/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3482/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-8-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 23-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 ταυ Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997 ΕλλΔνη 1997 σελ. 1573).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990, ΑΠ 2105/2009).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για ασαφείς, ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που αφορούν την απόρριψη, ως αβασίμου κατ' ουσίαν, του αγωγικού κονδυλίου, ποσού 112.291,21 Ευρώ, για αποθετική ζημία του ενάγοντος.
Ως προς το ζήτημα αυτό, το Εφετείο, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Όσον αφορά το κονδύλιο της αποθετικής ζημίας του ενάγοντος για το από 25-7-2001 έως 31-12-2004 χρονικό διάστημα συνολικού ύψους 11.229,11 ευρώ το οποίο αφορά την απώλεια της διαφοράς των καθαρών εισοδημάτων του, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων πριν από το ατύχημα εργαζόταν ως αυτοκινητιστής και εκμεταλλευτής τριών (3) φορτηγών αυτοκινήτων (ελκυστήρος με επικαθήμενο) που ανήκαν στην κυριότητα του και συγκεκριμένα την με αριθμ. ..., ...
και ... ΔΧΦ αυτοκινήτων (βλέπε τις προσκομιζόμενες άδειες κυκλοφορίας των ανωτέρω αναφερομένων αυτοκινήτων, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων). Όμως πέραν από το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αδυνατούσε πλήρως να προσφέρει την προσωπική του εργασία για την εκμετάλλευση των-παραπάνω αναφερομένων αυτοκινήτων καθ' όλο το χρονικό διάστημα ήτοι από 25.7.2001 (χρόνος ατυχήματος) έως 31.12.2004, δεδομένου και του ότι όπως ο ίδιος αναφέρει στην κρινόμενη αγωγή, κατά τους μήνες Σεπτέμβριο 2002 και Νοέμβριο 2003 προέβη σε αγοραπωλησίες οχημάτων (βλέπε και τις άδειες κυκλοφορίας ...
μετά της υπ' αριθμ 12662 συμφωνίας μεταβίβασης, αυτού και ... ΔΦΧ αυτοκινήτου που ο ίδιος προσκομίζει και επικαλείται).Επιπρόσθετα όπως αναφέρει στην αγωγή του κατά το ως άνω χρονικό διάστημα της πλήρους ανικανότητας του, απασχολούσε στην επιχείρηση του τρεις (3) οδηγούς ενώ πριν και μετά το διάστημα αυτό απασχολούσε δύο (2) οδηγούς, γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι δεν υπήρξε μείωση στον κύκλο εργασιών της εν λόγω επιχείρησης κατά το διάστημα που ισχυρίζεται ότι ήταν πλήρως ανίκανος προς εργασία.
Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα εκκαθαριστικά σημειώματα της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. εισοδήματος αυτού και ειδικότερα των οικονομικών ετών 2000, 2001 και 2002, προκύπτει μεν ότι τα ακαθάριστα εισοδήματα του από την ατομική του επιχείρηση ανέρχονταν στο ποσό των 8.000.000 δραχμών ή 23.477, 62 ευρώ μηνιαίως τουλάχιστον, όμως στο εκκαθαριστικό σημείωμα του οικονομικού έτους 2002, που αφορά τα εισοδήματα του έτους 2001, παρατηρείται αύξηση των εισοδημάτων του ενάγοντος σε σχέση με το προηγούμενο έτος, παρόλο που το ένδικο ατύχημα συνέβη στις 25.7.2001 δηλαδή στο μέσον του έτους αυτού. Επιπλέον δε, από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα του ενάγοντος, που αφορούν τα οικονομικά έτη 2003, 2004 δεν προκύπτει ότι έχουν δηλωθεί ακαθάριστα έσοδα από την ατομική επιχείρηση του ενάγοντος που εξακολουθούσε να λειτουργεί κατά τον χρόνο αυτό, τα οποία έσοδα, όπως ο ίδιος (ο ενάγων) στην αγωγή του αναφέρει ανέρχονταν στο ποσό των 18.000 ευρώ μηνιαίως ήτοι στο ποσό των 9.000 ευρώ καθαρά και επομένως δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν τα εν λόγω έσοδα του ενάγοντος μειώθηκαν.
Ως εκ τούτου το σχετικό κονδύλιο των 112.291,21ευρώ που αφορά την αποθετική ζημία του ενάγοντος πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμο στην ουσία του.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο περιέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του νόμου (ΑΚ 297-298).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδιαίτερα των εκκαθαριστικών σημειωμάτων των οικονομικών ετών 2001, 2002, 2003 και 2004 , καθώς και στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932, είναι δυνατό να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.
Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της ΑΚ 931 παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις ΑΚ 929 και 932.
Επομένως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τις ΑΚ 929 και 932, από τα οποία ειδικά περιστατικά θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του (ΑΠ 774/2007, ΑΠ 765/2007, ΑΠ 514/2007, ΑΠ 122/2006).
Έτσι κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ επιδικάζεται στον παθόντα την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξιώσεως για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.
Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα για την αξίωση του άρθρου 929 του ίδιου κώδικα, όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται πρώτα το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας αυτού που έπαθε βλάβη του σώματος ή της υγείας και το ποσό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητάς του, αφού η χρηματική παροχή της πρώτης διάταξης δεν αποτελεί αποζημίωση, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμόρφωσης και καθορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου με βάση τους αναφερόμενους παραπάνω προσδιοριστικούς παράγοντες (ΑΠ 1058/2008, ΑΠ 525/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο προσδιόρισε ανελέγκτως, τη χρηματική παροχή από το άρθρο 931 ΑΚ σε 40.000 ευρώ, ως εύλογο ποσό, συνεκτιμώντας το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος (30%).
Αφαιρώντας όμως από αυτό το ποσό (των 40.000 ευρώ), το ποσό των 12.000 ευρώ και επιδικάζοντας το ποσό των 28.000ευρώ (40.000x70% ίσον 28.000), υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3482/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ,-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2012 .
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ