Supreme Court dismisses appeal on merger tax liability, ruling argument inadmissible as procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a corporate merger. The appellant argued the lower court erred by failing to consider a claim that the merged entity was liable for the absorbed company's tax debts, alleging abuse of rights. The court rejected this, deeming the argument inadmissible because it relied on a ground of appeal rather than a substantive legal violation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1 and 8 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground based on the non-consideration of a factual argument is inadmissible if it does not constitute a substantive legal violation or a ground of appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 746 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 746/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", η οποία εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Καλαντζή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. ή Χ. Μ. (G. B.) του Σ. κατοίκου ... και 2. εταιρείας με την επωνυμία "EUROGROUP HOLDINGS (CYPRUS) LIMITED" (ΕΥΡΩΓΚΡΟΥΠ ΧΟΛΝΤΙΝΓΚΣ ΣΑΪΠΡΟΥΣ ΛΙΜΙΤΕΝΤ), που κατά το καταστατικό της εδρεύει στην Λεμεσό της Κύπρου, πράγματι δε στο Π. Φάληρο Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης από τον μοναδικό διευθυντή και νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Γ. ή Χ. Μ., κάτοικο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Τζήμα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4296/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3583/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 68 παρ. 1 και 2 και 75 παρ. 1 και 2 του Κωδ.Ν. 2190/1920, όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του π.δ. 498/1987 και το δεύτερο προστέθηκε με το άρθρο 12 του ίδιου π.δ/τος, προκύπτει ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί η συγχώνευση ανωνύμων εταιριών είτε με απορρόφηση είτε με σύσταση νέας εταιρίας (άρθρο 68 παρ. 1).
Συγχώνευση δε με απορρόφηση είναι εκείνη με την οποία μια ή περισσότερες εταιρίες (απορροφούμενες), οι οποίες λύονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζουν σε άλλη υφιστάμενη ανώνυμη εταιρία (απορροφούσα) το σύνολο της περιουσίας τους (ενεργητικό και παθητικό) υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου.
Κατά το άρθρο 75 παρ. 1 από την καταχώριση στο Μητρώο των Ανωνύμων Εταιριών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, που προβλέπεται από το άρθρο 74, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα χωρίς καμία άλλη διατύπωση τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρίες όσο και έναντι των τρίτων τα ακόλουθα αποτελέσματα: α) Η απορροφούσα εταιρία υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των απορροφουμένων εταιριών και η υποκατάσταση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, β) οι μέτοχοι της ή των απορροφούμενων εταιρειών γίνονται μέτοχοι της απορροφούσας εταιρείας, γ) η απορροφούμενη ή οι απορροφούμενες εταιρίες παύουν να υπάρχουν.
Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι επί συγχωνεύσεως ανωνύμων εταιριών με σύσταση νέας εταιρίας οι συγχωνευόμενες εταιρίες λύονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση και συνιστάται νέα ανώνυμη εταιρία, στην οποία οι διαλυόμενες εταιρίες μεταβιβάζουν το σύνολο της περιουσίας τους (ενεργητικό και παθητικό), από δε την καταχώριση, της εγκριτικής αποφάσεως του αρμόδιου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 78 του Κωδ.Ν. 2190/1920 (β.δ. 174/1963) και των άρθρων 1-5 του ν. 2166/1993, Υπουργού Ανάπτυξης, στα Μητρώα Ανωνύμων Εταιριών ολοκληρώνεται η συγχώνευση και ταυτοχρόνως, χωρίς καμιά άλλη διατύπωση, η νέα εταιρία υποκαθίσταται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εταιριών που λύονται και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρίες όσο και έναντι τρίτων (ΟλΑΠ 12/1999, ΑΠ 568/2005, ΑΠ 1515/2002).
Περαιτέρω, στο άρθρο 69 παρ. 1 και 2 περ. ε'του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι, τα Διοικητικά Συμβούλια των εταιρειών που συγχωνεύονται καταρτίζουν εγγράφως σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης, το οποίο περιέχει τουλάχιστον, μεταξύ άλλων, "την ημερομηνία από την οποία οι πράξεις της ή των απορροφούμενων εταιρειών θεωρούνται, από λογιστική αποψη, ότι γίνονται για λογαριασμό της απορροφούσας εταιρείας και την τύχη των οικονομικών αποτελεσμάτων της ή των απορροφούμενων εταιρειών, που θα προκύψουν από την ημερομηνία αυτή μέχρι την ημερομηνία ολοκλήρωσης της συγχώνευσης όπως προβλέπεται στα άρθρα 74 και 75".
Εξάλλου, στο άρθρο 1 του ν. 2166/1993 "Κίνητρα ανάπτυξης επιχειρήσεων, διαρρυθμίσεις στην έμμεση και άμεση φορολογία και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 137 Α) με τον τίτλο "Μετασχηματισμοί επιχειρήσεων-Περιεχόμενο και πεδίο εφαρμογής", όπως το εδάφιο β αυτού αντικαταστάθηκε από την παρ. 7 του άρθρου 7 του ν. 2386/1996, (ΦΕΚ 43 Α), ορίζεται ότι: "1.
Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 5 του παρόντος εφαρμόζονται στις ακόλουθες περιπτώσεις: α. ... β. Απορροφήσεως επιχειρήσων οιασδήποτε μορφής από υφιστάμενη ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία ή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, γ. Συγχωνεύσεως ανωνύμων εταιρειών κατά την έννοια των άρθρων 68 παρ. 1 και 79 του κ.ν. 2190/1920, δ. ...".
Επίσης, στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: "1. Ο κατά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου μετασχηματισμός, πραγματοποιείται... με ενοποίηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων, όπως αυτά εμφανίζονται σε ισολογισμούς αυτών συντασσόμενους για το σκοπό του μετασχηματισμού και μεταφέρονται ως στοιχεία ισολογισμού της νέας εταιρείας. ... 6.
Όλες οι πράξεις, που διενεργούνται από τις μετασχηματιζόμενες επιχειρήσεις μετά την ημερομηνία του ισολογισμού της νέας εταιρείας και τα ποσά αυτών μεταφέρονται με συγκεντρωτική εγγραφή στα βιβλία της". Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 361 Α.Κ., συνάγεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν όπως οι μέτοχοι της απορροφούμενης εταιρίας αναλάβουν την ευθύνη ζημιών που θα προέκυπταν από τη λειτουργία αυτής, όχι από την επομένη ημερομηνία του μετασχηματισμού, αλλά από προηγούμενο της ημερομηνίας αυτής χρόνο μέχρι την ολοκλήρωση της συγχωνεύσεως, χωρίς αυτό να αντίκειται στην άνω διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2166/1993, με την οποία δεν αποκλείεται μια τέτοια συμφωνία.
Ετέρωθεν, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (173 και 200 ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Ειδικότερα, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα με τους οποίους κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, οι δε συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψιν και τα συναλλακτικά ήθη,εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεώς της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της, η έλλειψη δε αιτιολογίας ως προς τη διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων, εφόσον το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, δεν συνιστά εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., ώστε να καθίσταται αναιρετέα, κατ' άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού με την ερμηνεία που επιχειρείται καθίσταται σαφής η διαπίστωση αυτή.
Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, μέσω της συμπληρωματικής ερμηνείας, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.
ΑΠ 26/2004, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 1183/2007). Εξάλλου, οι άνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες, στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης, θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής άποψης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3583/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά από έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε συνεκδικάσει την από 19-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων κατά της ήδη αναιρεσείουσας με την από 29-12-2003 αγωγή της τελευταίας κατά των πρώτων, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Α.
Το ιστορικό της διαφοράς των διαδίκων: α. Η εναγομένη εταιρία της πρώτης αγωγής (ήδη αναιρεσείουσα) έχει ως σκοπό - εκτός των άλλων - τη διενέργεια στην ημεδαπή και την αλλοδαπή ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εργασιών, με εισηγμένες τις μετοχές της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Ο πρώτος ενάγων (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), επιχειρηματίας και αντιπρόσωπος στην ημεδαπή πολλών αλλοδαπών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, από κοινού με τη δεύτερη ενάγουσα (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) κυπριακή εταιρία συμφερόντων του, υπήρξαν μόνοι μέτοχοι (κατά ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο 3,67% ο πρώτος και 96,33% η δεύτερη) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με τη επωνυμία "Ευρωγκρούπ Ασφαλιστική και Αντασφαλιστική Εταιρία Ζημιών" (Ευρωγκρούπ), που είχε έδρα στη Νέα Σμύρνη (Λεωφ.
Συγγρού αρ. ...) και μετοχικό κεφάλαιο (κατόπιν αυξήσεων) ύψους 600.000.000 δραχμών. Οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης εταιρίας και της "Ευρωγκρούπ", Χ. Γ. και πρώτος ενάγων αντίστοιχα, από τον Ιανουάριο του έτους 1998 μέχρι και τον Ιούνιο του ίδιου έτους ήλθαν σε διαπραγματεύσεις και αποφάσισαν τη συγχώνευση των δύο εταιριών με απορρόφηση της δεύτερης ("Ευρωγκρούπ") από την πρώτη (εναγομένη).
Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με τα υπ' αριθ. 288/30-6-1998 και 119/18-6-1998 πρακτικά της εναγομένης εταιρίας και της "Ευρωγκρούπ" αντίστοιχα. Η συγχώνευση αυτή έγινε με βάση τα άρθρα 68-77 του Κωδ.Ν 2190/1920 και 1-5 του Ν. 2166/1993, ήτοι με ενοποίηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των δύο εταιριών, όπως αυτά εμφανίζονταν στον ειδικό ισολογισμό μετασχηματισμού.
Ως ημερομηνία του εν λόγω ισολογισμού μετασχηματισμού ορίσθηκε η 30-6-1998 και στη συνέχεια οι εκπρόσωποι των δύο εταιριών κατάρτισαν κοινό σχέδιο συμβάσεως συγχωνεύσεως με βάση τον ως άνω ισολογισμό, το οποίο εγκρίθηκε από αμφότερα τα Διοικητικά Συμβούλια των δύο εταιριών με τα υπ' αριθ. 295/9-11-1998 (για την εναγομένη εταιρία) και 125/11-11-1998 (για την "Ευρωγκρούπ") πρακτικά και υπογράφηκε την 12-12-1998.
Εν συνεχεία, το σχέδιο αυτό οι δύο εταιρίες υπέβαλαν στο αρμόδιο Υπουργείο Ανάπτυξης και καταχωρήθηκε την 30-12-1998 στα Μητρώα Ανώνυμων Ασφαλιστικών Εταιριών του εν λόγω Υπουργείου. Οι σχετικές ανακοινώσεις δημοσιεύθηκαν στο υπ' αριθ. 116/31-12-1998 ΦΕΚ (τευχ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69 παρ. 3 του ΚωδΝ 2190/1920.
Περίληψη του παραπάνω σχεδίου συμβάσεως συγχωνεύσεως δημοσιεύθηκε με πρωτοβουλία των δύο εταιριών (σύμφωνα με το άρθρο 70 παρ. 1 του ΚωδΝ 2190/1920) στο υπ' αριθ. 20.926/1-1-1999 φύλλο της αθηναϊκής οικονομικής εφημερίδας "Ναυτεμπορική". β. Η ολοκλήρωση της διαδικασίας συγχωνεύσεως εγκρίθηκε από τις γενικές συνελεύσεις των μετόχων της "Ευρωγκρούπ", και της εναγομένης εταιρίας ως εξής:
αα. Η έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων της "Ευρωγκρούπ", κατά τη συνεδρίαση της 2-3-1999 με το πρακτικό της ίδιας ημερομηνίας, ομόφωνα i) αποφάσισε την απορρόφησή της από την εναγομένη εταιρία με βάση τον από 30-6-1998 ισολογισμό μετασχηματισμού και την από 30-11-1998 έκθεση ελέγχου του Ορκωτού λογιστή, Ιωάννη Χριστοδουλίδη του Φιλίππου, στην οποία διαπιστωνόταν η λογιστική αξία των περιουσιακών της στοιχείων, ii) ενέκρινε το από 12-12-1998 σχέδιο συμβάσεως συγχωνεύσεως καθώς και την υποβληθείσα επεξηγηματική έκθεση του Δ.Σ.
της για την επίμαχη συγχώνευση, iii) παρείχε ειδική εξουσιοδότηση στον πρώτο ενάγοντα για την υπογραφή της συμβολαιογραφικής πράξεως συμβάσεως συγχωνεύσεως με απορρόφηση. ββ. Η έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων των κοινών μετόχων της εναγομένης εταιρίας, κατά τη συνεδρίαση της 2-3-1999 με το υπ' αριθμ. 33 πρακτικό της ίδιας ημερομηνίας καθώς και η έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων των προνομιούχων μετοχών κατά τη συνεδρίαση της 16-3-1999 με το υπ' αριθμ. 35 πρακτικό της ίδιας ημερομηνίας, ομόφωνα, i) αποφάσισαν τη συγχώνευση της εναγομένης με την "Ευρωγκρούπ", με βάση τον από 30-6-1998 ισολογισμό μετασχηματισμού και την από 30-11-1998 έκθεση ελέγχου ii) ενέκριναν το από 12-12-1998 σχέδιο συμβάσεως συγχωνεύσεως καθώς και την υποβληθείσα επεξηγηματική έκθεση του Δ.Σ της για την επίμαχη συγχώνευση, iii) παρείχαν ειδική εξουσιοδότηση στον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εν λόγω εταιρίας (εναγομένης) για την υπογραφή της συμβολαιογραφικής πράξεως συμβάσεως συγχωνεύσεως με απορρόφηση.
γ. Οι προαναφερόμενοι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης εταιρίας και της "Ευρωγκρούπ" την 17-3-1999 υπέγραψαν την υπ' αριθμ. .../1999 σύμβαση συγχωνεύσεως, με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας Ιωαννίδου-Βλαχάκου, στην οποία περιλήφθηκε το σύνολο των όρων και προϋποθέσεων της εν λόγω συγχωνεύσεως, καθορίσθηκε το νομικό πλαίσιο βάσει του οποίου έλαβαν χώρα οι διάφορες πράξεις της συγχωνεύσεως, ενσωματώθηκαν το από 12-12-1998 σχέδιο συμβάσεως συγχωνεύσεως, ο από 30-11-1998 ισολογισμός μετασχηματισμού της "Ευρωγκρούπ" και η από 30-11-1998 έκθεση ελέγχου ου Ορκωτού Λογιστή Ι.
Χ., προσαρτήθηκε δε επιπρόσθετα το σύνολο των νομιμοποιητικών εγγράφων των δύο μετασχηματιζόμενων εταιριών. Επακολούθησε η υπ' αριθμ. Κ3-4773/26-5-1999 απόφαση του Υπουργού Αναπτύξεως, με την οποία εγκρίθηκε η ως άνω συγχώνευση και καταχωρήθηκε (η απόφαση) στο Μητρώο Ανωνύμων Ασφαλιστικών Εταιριών του Υπουργείου Αναπτύξεως την 27-5-1999, οπότε σύμφωνα με το άρθρο 75 του ΚωδΝ 2190/1920 η απορροφούμενη εταιρία λύθηκε αυτοδικαίως, χωρίς να ακολουθήσει το στάδιο της εκκαθαρίσεως, η δε απορροφούσα εταιρία υποκατέστησε την απορροφούμενη σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, ώστε να επέλθει οιονεί καθολική διαδοχή.
δ. Με την ως άνω εγκριτική Υπουργική Απόφαση, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 3060/1-6-1999 ΦΕΚ (τεύχ. ΑΕ και ΕΠΕ), εγκρίθηκε η τροποποίηση του άρθρου 5 του καταστατικού της εναγομένης (απορροφούσης εταιρίας), σύμφωνα με σχετική απόφαση της από 2-3-1999 έκτακτης Γενικής Συνελεύσεως, η οποία, μεταξύ των άλλων, διαλάμβανε ότι:
Συνεπεία της συγχωνεύσεως το μετοχικό κεφάλαιο της απορροφούσης εταιρίας αυξήθηκε κατά το ποσό του μετοχικού κεφαλαίου της απορροφούμενης εταιρίας, ήτοι κατά 600.000.000 δραχμές, πλέον 60 δραχμές προς στρογγυλοποίηση από κεφαλαιοποίηση αποθεματικού, με την έκδοση 3.636.364 ονοματικών μετοχών, ονομαστικής αξίας 165 δραχμών, από τις οποίες 2.636.403 κοινές ονομαστικές μετοχές και 1.038.961 προνομιούχες άνευ ψήφου μετοχές.
Μετά την αύξηση αυτή το μετοχικό κεφάλαιο της απορροφούσης εταιρίας ανήλθε στο ύψος των 1.654.875.435 δραχμών διαιρούμενο σε 10.029.430 ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστης 165 δραχμών, από τις οποίες 7.163.887 κοινές ονομαστικές μετοχές και 2.865.552 προνομιούχες άνευ ψήφου μετοχές. Την 28-7-1999 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανώνυμων Ασφαλιστικών Εταιριών του Υπουργείου Αναπτύξεως το από 11-6-1999 πρακτικό του Δ.Σ.
της εναγομένης , σύμφωνα με το οποίο και συνεπεία της συγχωνεύσεως πιστοποιήθηκε η αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου κατά 600.000.000 δραχμές, πλέον 60 δραχμές προς στρογγυλοποίηση από κεφαλαιοποίηση του αποθεματικού, η δε ανακοίνωση της υπηρεσίας Μητρώου Ασφαλιστικών Εταιριών περί της εν λόγω καταχωρήσεως δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 6548/9-8-1999 ΦΕΚ (τεύχ.
ΑΕ και ΕΠΕ). Συνεπεία της επίμαχης συγχωνεύσεως και της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης, η τελευταία - σε εκτέλεση των προβλεπόμενων από το νόμο και τη σύμβαση συγχωνεύσεως - παρέδωσε την 30-6-1999 στους εναγόμενους τις συμφωνηθείσες μετοχές τους, σύμφωνα με τη σχέση ανταλλαγής που προβλεπόταν στους όρους 2 και 3 του από 12-12-1998 σχεδίου συμβάσεως συγχωνεύσεως, το οποίο είχε ενσωματωθεί στη σύμβαση συγχωνεύσεως, ήτοι οι μέτοχοι της εναγομένης αντάλλαξαν μια παλαιά μετοχή τους με 1,47090443 νέες μετοχές της απορροφούσης εταιρίας της ίδιας κατηγορίας και οι μέτοχοι της απορροφούμενης εταιρίας αντάλλαξαν μια παλαιά μετοχή τους με 7,45042857 κοινές ονομαστικές και με 2,9800714 προνομιούχες άνευ ψήφου μετοχές της απορροφούσης εταιρίας.
Συνεπώς, ο μεν πρώτος ενάγων έλαβε 16.391 κοινές ονομαστικές μετοχές και 6.556 προνομιούχες μετοχές της εναγομένης, η δε δεύτερη ενάγουσα έλαβε 430.635 κοινές ονομαστικές μετοχές και 172.254 προνομιούχες άνευ ψήφου μετοχές της αντιδίκου της. ε. Εν συνεχεία, η τελευταία την 30-6-1999 με σχετική απόφαση της ετήσιας τακτικής Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της προέβη σε νέα αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, ως ακολούθως: 1) Κατά το ποσό των 351.030.365 δραχμών με κεφαλαιοποίηση αποθεματικών και αύξηση της ονομαστικής αξίας των μετοχών από 165 δραχμές σε 200 δραχμές, 2) κατά το ποσό των 668.629.200 δραχμών με κεφαλαιοποίηση αποθεματικών και λογαριασμού διαφοράς από έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, με έκδοση 2.387.962 νέων μετοχών και 955.184 νέων προνομιούχων άνευ ψήφου μετοχών ονομαστικής αξίας 200 δραχμών που θα διατίθεντο στους παλαιούς μετόχους δωρεάν με αναλογία μιας νέας μετοχής για κάθε τρεις παλαιές, 3) κατά το ποσό των 1.504.415.800 δραχμών με καταβολή μετρητών και έκδοση 5.372.915 νέων κοινών μετοχών και 2.149.164 νέων προνομιούχων άνευ ψήφου μετοχών ονομαστικής αξίας 200 δραχμών και τιμής διαθέσεως ως εξής: i) Οι 1.790.972 κοινές και οι 716.388 προνομιούχες με τιμή 750 και 650 δραχμές αντίστοιχα, ii) οι 3.581.943 κοινές και οι 1.432.776 προνομιούχες με ιδιωτική τοποθέτηση και τιμή 1.000 και 850 δραχμές αντίστοιχα.
Η διαφορά των 5.104.268.000 δραχμών θα αποτελούσε αποθεματικό από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο. Η εν λόγω τροποποίηση του άρθρου 5 του Καταστατικού της εναγομένης με τη νέα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. Κ-6778/4-8-1999 απόφαση του Υπουργού Αναπτύξεως, καταχωρήθηκε αυθημερόν στο Μητρώο Ανωνύμων Ασφαλιστικών Εταιριών του ίδιου Υπουργείου και η ανακοίνωση καταχωρήσεως δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 6633/3-8-1999 ΦΕΚ (τεύχ, ΑΕ και ΕΠΕ).
Την 15-10-1999 οι ενάγοντες ως μέτοχοι της απορροφούμενης εταιρίας έλαβαν δωρεάν συνεπεία της νέας αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης, ο μεν πρώτος 5.245 κοινές ονομαστικές μετοχές και 2.098 προνομιούχες άνευ ψήφου μετοχές, η δε δεύτερη 77.950 κοινές ονομαστικές μετοχές και 37.596 προνομιούχες άνευ ψήφου μετοχές.
Ποσοστό 35% των πιο πάνω μετοχών (κοινών και προνομιούχων) παρέμεινε δεσμευμένο στην απορροφούσα εταιρία προς εξασφάλιση τυχόν απαιτήσεών της κατά των μετόχων της απορροφούμενης εταιρίας, σύμφωνα με σχετικό όρο της συμβάσεως συγχωνεύσεως. Β. Ως προς τους ειδικότερους όρους της συμβάσεως συγχωνεύσεως:
α. Η επίμαχη σύμβαση συγχωνεύσεως, μεταξύ των άλλων, περιείχε τους ακόλουθους όρους: "Απορροφούσα εταιρία η Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (στο εξής απορροφούσα)...Απορροφούμενη εταιρία η Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία με την επωνυμία ΕΥΡΩΓΚΡΟΥΠ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ (στο εξής απορροφούμενη) ... 2.
Το (αρχικό) μετοχικό κεφάλαιο της απορροφούσας εταιρίας (ήταν) 1.054.857.375 δρχ. (διαιρούμενο) σε 4.566.484 κοινές ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας 165 δρχ. εκάστη και 1.826.591 προνομιούχες ονομαστικές άνευ ψήφου μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστη 165 δρχ ... Η υφισταμένη ... αναλογία κοινών και προνομιούχων άνευ ψήφου μετοχών θα διατηρηθεί και μετά τη συγχώνευση, δηλαδή κάθε μέτοχος της απορροφούμενης θα αποκτήσει τόσο κοινές όσο και προνομιούχες άνευ ψήφου μετοχές στην υφιστάμενη...αναλογία των μετοχών της απορροφούσας.
Ως δίκαιη και εύλογη σχέση ανταλλαγής των μετοχών κρίνεται σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 2166/1993 η ακόλουθη αριθμητική σχέση: Οι μέτοχοι της απορροφούσας... θα λάβουν για κάθε μία παλαιά μετοχή τους επιπλέον 0,47090443 νέες μετοχές της απορροφούσας της αυτής κατηγορίας, Οι μέτοχοι της απορροφούμενης ... θα ανταλλάξουν 1 παλαιά μετοχή τους με 7,45042857 κοινές ονομαστικές και 2,98017142 προνομιούχες ονομαστικές άνευ ψήφου. 3.
Οι νέες μετοχές που θα εκδοθούν θα εισαχθούν στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών σύμφωνα με το π.δ. 350/85, όπως σήμερα ισχύει. 4. Η απορροφούσα εταιρία θα υποχρεούται από την ολοκλήρωση της συγχωνεύσεως με την καταχώριση στα οικεία Μητρώα ΑΕ της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης...όπως απαιτεί το άρθρο 74 κ.ν. 2190/1920 ... 6.
Ως ημερομηνία μετασχηματισμού ορίζεται η 30ή Ιουνίου 1998. Από την Ημερομηνία Μετασχηματισμού οι πράξεις της απορροφούμενης εταιρίας θεωρούνται από λογιστικής απόψεως ότι γίνονται για λογαριασμό της απορροφούσας εταιρίας, από την ίδια δε ημερομηνία θεωρείται ότι τα οικονομικά αποτελέσματα της απορροφούμενης εταιρίας που θα προκύψουν από την ημερομηνία αυτή μέχρι την ολοκλήρωση της συγχώνευσης κατά τα άρθρα 74 και 75 κ.ν. 2190/1920 θα λογίζονται ως αποτελέσματα της απορροφούσας.
Τυχόν ζημίες που θα προκύψουν στην απορροφούμενη εταιρία κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 μέχρι τη συντέλεση της συγχώνευσης θα βαρύνουν τους νυν μετόχους της. Η κάλυψη των ζημιών θα γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγρ. 10 του παρόντος. Αντίστοιχα, τυχόν κέρδη που θα πραγματοποιηθούν στην ως άνω περίοδο, θα παριέχονται επίσης σ' αυτούς. ... 10.
Οι μέτοχοι της απορροφούμενης αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταβάλουν στην απορροφούσα από κοινού και εις ολόκληρον το 93.76% οποιουδήποτε ποσού θα απαιτηθεί να καταβάλει η απορροφούσα μετά τη συντέλεση της συγχώνευσης εξαιτίας μελλοντικού φορολογικού ελέγχου της απορροφούμενης αχετικά με άμεσους ή έμμεσους φόρους που θα προκύψουν για τις μέχρι την ολοκλήρωση της συγχώνευσης ανέλεγκτες χρήσεις.
Η πιο πάνω υποχρέωση τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η απορροφούσα θα μεριμνήσει ώστε σε περίπτωση μελλοντικού φορολογικού ελέγχου η απορροφούσα να μην προβεί σε συμβιβασμό ή ρύθμιση με Φορολογική Αρχή, χωρίς την έγγραφη συναίνεση των μετόχων της απορροφούμενης, την οποία θα αρνηθούν χωρίς εύλογη αιτία ... 11.1.
Εκκρεμείς Ζημίες για την απορροφούμενη. Για τους σκοπούς της παρούσας ρήτρας 11 (παρ. 11.1 και 11.2), ως εκκρεμείς ζημίες θα νοούνται οι ασυνήθως μεγάλου μεγέθους ζημιές, που τουλάχιστον υπερβαίνουν το μέσο όρο ζημιών του κλάδου κατά τη χρήση, κατά την οποία συνέβησαν. Στην περίπτωση κατά την οποία μετά τριετία από τη συντέλεση της συγχώνευσης διαπιστωθεί διαφορά μεταξύ του τεχνικού αποθέματος των εκκρεμών ζημιών και του αντίστοιχου ποσού των καταβληθεισών αποζημιώσεων ή εκείνων για τις οποίες υπάρχει νομική δέσμευση καταβολής, μετά την αφαίρεση των επανεισπράξεων και αντασφαλίσεων, τότε θα ισχύουν τα εξής: (α) αν η διαφορά αυτή είναι θετική (δηλ.
τα τεχνικά αποθέματα εκκρεμών ζημιών είναι μεγαλύτερα των αντίστοιχων αποζημιώσεων), η απορροφούσα θα καταβάλει άτοκα στους μετόχους της απορροφούμενης το 93,76% του ποσού κατά το οποίο τα τεχνικά αποθέματα υπερβαίνουν τις αποζημιώσεις κατά ποσοστό πλέον του 15% και (β) εάν η διαφορά αυτή είναι αρνητική (δηλ.
τα τεχνικά αποθέματα εκκρεμών ζημιών είναι μικρότερα των αντίστοιχων αποζημιώσεων), οι μέτοχοι της απορροφούμενης θα καταβάλουν στην απορροφούσα 93,76% του ποσού κατά το οποίο οι αποζημιώσεις υπερβαίνουν τα τεχνικά αποθέματα κατά ποσοστό πλέον του 15%. 11.2. Με νεότερη συμφωνία μεταξύ της απορροφούσας και των μετόχων της απορροφούμενης η εκκαθάριση των εκκρεμών ζημιών που προβλέπεται ως άνω μπορεί να μετατεθεί σε μεταγενέστερο χρόνο. 12.1.
Οι καταβολές που προκύπτουν από τα άρθρα 10 και 11.1 θα γίνονται με τη μορφή μείωσης του ποσοστού συμμετοχής των μετόχων της απορροφούμενης, με βάση τη χρηματιστηριακή αξία της μετοχής κατά το χρόνο της καταβολής. 12.2 Εναλλακτικά ο υπόχρεος σε καταβολή θα δύναται να καταβάλει το προκύπτον ποσό εις χρήμα ελεύθερο παντός φόρου, αν παρ' ελπίδα ήθελε θεωρηθεί ότι από τη σχετική καταβολή προκύπτει εισόδημα και ότι δεν πρόκειται για μείωση του τιμήματος....14.1.
Μεταφορά δικτύου παραγωγής. Οι μέτοχοι της απορροφούμενης αναλαμβάνουν να ενεργήσουν με άκρα επιμέλεια προκειμένου το δίκτυο παραγωγής της να ενταχθεί ομαλά στην απορροφούσα. Προς το σκοπό αυτό θα προβούν στις απαραίτητες ανακοινώσεις και συνεργασίες με το δίκτυο διαμεσολαβούντων και τους ασφαλισμένους της απορροφούμενης, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομαλή ανανέωση των ασφαλιστηρίων υπέρ της απορροφούσας. 14.2.
Οι μέτοχοι της απορροφούμενης δεσμεύονται να επιδείξουν τον ανώτατο βαθμό επιμέλειας και προσπάθειας ούτως ώστε η παραγωγή που είχε η απορροφούμενη το έτος 1997, ήτοι 1.674.000.000 δρχ., προστιθέμενης και της νέας παραγωγής (καθαρών ασφαλίστρων και δικαιωμάτων συμβολαίων) που θα φέρουν στην απορροφούσα, να μην υπολείπεται πέραν του 15% από το ανωτέρω ποσό.
Για το λόγο αυτό μετά τη συμπλήρωση 18 μηνών από τη συγχώνευση θα γίνει έλεγχος της παραγωγής της απορροφούμενης που μεταφέρθηκε στην απορροφούσα ως και της νέας παραγωγής που οι μέτοχοι της απορροφούμενης θα φέρουν στην απορροφούσα. Αν τα ετησιοποιημένα ασφάλιστρα και δικαιώματα συμβολαίων υπολείπονται του 15%, τότε για το πέραν του 15% υπολειπόμενο, οι μέτοχοι της απορροφούμενης θα αποδίδουν με την μορφή μείωσης του τιμήματος της συγχώνευσης (άλλως ελεύθερο παντός φόρου) την τρέχουσα χρημαστηριακή αξία αντίστοιχων μετοχών, εφαρμοζομένης αναλόγως της ρήτρας 12 του παρόντος. ... 15.2.
Σε εξασφάλιση πιθανών απαιτήσεων που μπορεί να προκύψουν από τυχόν απόκλιση από τις ως άνω υπό 15.1. δηλώσεις οι μέτοχοι της απορροφούμενης θα παρακαταθέσουν για πέντε (5) χρόνια στην απορροφούσα ή τράπεζα κοινής επιλογής τους λειτουργούσα νομίμως στην Ελλάδα, ποσοστό 35% των μετοχών τους επί 5 χρόνια και αν λήξουν νωρίτερα οι υποχρεώσεις θα αποδοθούν νωρίτερα ...".
Γ. Ως προς τις επί μέρους αξιώσεις της εναγομένης: α. Κατά την αληθή έννοια του όρου 6 της επίδικης συμβάσεως συγχωνεύσεως, όπως η αποτυπωθείσα σ' αυτό βούληση των συμβαλλομένων ερμηνεύεται από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με την καλή πίστη και αφού λήφθηκαν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), αα) για ενδεχόμενες ζημίες που θα προκύψουν στην απορροφούμενη εταιρία κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.1998 μέχρι τη συντέλεση της συγχωνεύσεως (27.5.1999) υπεύθυνοι αποκλειστικώς θα είναι οι μέτοχοί της, δηλαδή οι ενάγοντες, ββ) από την ημερομηνία μετασχηματισμού που ορίσθηκε η 30-6-1998 οι πράξεις της απορροφούμενης εταιρίας θα γίνονται για λογαριασμό της απορροφούσης εταιρίας, τα δε οικονομικά αποτελέσματα από την ίδια ημερομηνία μέχρι την ολοκλήρωση της συγχωνεύσεως θα λογίζονται ως αποτελέσματα της απορροφούσης, αλλά μόνο από λογιστικής απόψεως, λαμβάνοντας υπόψη ότι μέχρι τη συντέλεση της συγχωνεύσεως η απορροφούμενη εταιρία συνεχίζει τη λειτουργία της διεξάγοντας οικονομικές πράξεις που επιφέρουν μεταβολές στα περιουσιακά της στοιχεία.
Από το αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 μέχρι την ολοκλήρωση της συγχωνεύσεως των δύο μετασχηματιζόμενων εταιριών τα αποτελέσματα χρήσεως (έσοδα μείον έξοδα) που προέκυψαν στην απορροφούμενη ήταν αρνητικά, δοθέντος ότι από τη λειτουργία της τελευταίας εμφανίσθηκαν ζημίες ύψους 731.072,60 ευρώ.
Εν τούτοις, τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με την αρχή της αυτονομίας της βουλήσεώς τους, συμφώνησαν όπως οι μέτοχοι της απορροφούμενης εταιρίας να αναλάβουν την ευθύνη των ζημιών που θα προέκυπταν από τη λειτουργία της τελευταίας όχι από την επομένη ημέρα της ημερομηνίας του μετασχηματισμού (1-7-1998), αλλά από την 1-1-1998 μέχρι την ολοκλήρωση της συγχωνεύσεως (27-5-1999).
Η θέση αυτή επιρρωνύεται από τα ακόλουθα: αα) Στο σχέδιο της συμβάσεως συγχωνεύσεως, το οποίο υποβλήθηκε προς έγκριση στις γενικές συνελεύσεις των μετόχων των δύο εταιριών αναγράφεται ρητώς (και χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη) ότι η ευθύνη των μετόχων της απορροφούμενης εταιρίας για ζημίες εξαιτίας της λειτουργίας της καλύπτει τη χρονική περίοδο από 1-1-1998 μέχρι την ολοκλήρωση της συγχωνεύσεως.
ββ) Στο από 4-11-2002 έγγραφο σημείωμα του νόμιμου εκπροσώπου της απορροφούσης εταιρίας Χ Γ., προς τον πρώτο ενάγοντα, μεταξύ άλλων αναφέρει ότι "... Στο άρθρο 6 της Συμβάσεως Συγχωνεύσεως ορίζεται ρητά η ημερομηνία μετασχηματισμού (30-6-1998) και ότι οι ζημίες που θα προκύψουν στην απορροφούμενη εταιρία από 1-1-1998 μέχρι τη συντέλεση της συγχώνευσης θα βαρύνουν τους νυν μετόχους της...".
Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών εμφιλοχώρησε διμερής πλάνη και υπήρξε στον όρο 6 της συμβάσεως συγχωνεύσεως η εσφαλμένη λόγω γραφικής παραδρομής, δήλωση 1-1-1998, αντί του ορθού και ανταποκρινόμενου στη ρύθμιση του νόμου και στη βούληση αμφοτέρων των μερών 1-7-1998, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
β) Σύμφωνα με το άρθρο 10 της ίδιας συμβάσεως συγχωνεύσεως οι μέτοχοι της απορροφούμενης εταιρίας ευθύνονται εις ολόκληρον κατά ποσοστό 93,76% για οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει η απορροφούσα μετά τη συντέλεση της συγχωνεύσεως λόγω φορολογικού ελέγχου της απορροφούμενης εταιρίας σχετικά με άμεσους ή έμμεσους φόρους που θα προέκυπταν για τις ανέλεγκτες χρήσεις μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω συγχωνεύσεως.
Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι την 30-10-1998 διενεργήθηκε από την Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιώς - κατόπιν αιτήματος των νόμιμων εκπροσώπων της απορροφούμενης εταιρίας - φορολογικός έλεγχος της τελευταίας για τις ανέλεγκτες οικονομικές χρήσεις των ετών 1993-1997, προκειμένου να διευκολυνθούν οι εργασίες συγχωνεύσεως και ελαχιστοποιηθούν οι τυχόν εκκρεμείς υποχρεώσεις της απορροφούμενης εταιρίας έναντι τρίτων.
Από τον έλεγχο αυτόν δεν διαπιστώθηκαν διαφορές για τις χρήσεις 1993-1995, πλην όμως προέκυψαν διαφορές για τις οικονομικές χρήσεις των ετών 1996 και 1997, με επακόλουθο οι νόμιμοι εκπρόσωποι της απορροφούμενης εταιρίας να οδηγηθούν σε συμβιβασμό με τις αρμόδιες φορολογικές αρχές, ώστε για μεν τη χρήση του έτους 1996 να επιβληθεί εις βάρος της απορροφούμενης εταιρίας φόρος ύψους 13.559.151 δραχμών ή 39.792,07 ευρώ, για δε τη χρήση του έτους 1997 φόρος ύψους 6.172.168 δραχμών ή 18.113,47 ευρώ, ήτοι συνολικός φόρος ύψους 19.731.319 δραχμών ή 57.905,55 ευρώ, ο οποίος καταβλήθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
την 2-11-1998. Επιπρόσθετα, οι νόμιμοι εκπρόσωποι της απορροφούμενης εταιρίας, κατόπιν σχετικής δηλώσεως φόρου εισοδήματος για την οικονομική χρήση από 1-1-1998 μέχρι 30-6-1998, όφειλαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιώς ως φόρο το συνολικό ποσό των 11.605.903 δραχμών, το οποίο εξοφλήθηκε τμηματικώς σε τέσσερις δόσεις. Γι' αυτό, οι φορολογικές υποχρεώσεις της απορροφούμενης για τις δύο ως άνω αιτίες και μετά την αφαίρεση του ποσού προκαταβολής χρήσεως ανερχόταν στο ύψος των 24.252.408 δραχμών ή 71.173,61 ευρώ.
Περαιτέρω, ερμηνεύοντας το άρθρο 10, σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αναζητώντας την αληθή βούληση των συμβαλλομένων μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη προκύπτει ότι οι μέτοχοι της απορροφούμενης εταιρίας υπέχουν ευθύνη από κοινού και εις ολόκληρον όχι πριν αλλά μετά τη συντέλεση της συγχωνεύσεως (27-5-1999) για άμεσους και έμμεσους φόρους που θα προέκυπταν για τις ανέλεγκτες οικονομικές χρήσεις μέχρι την ολοκλήρωση της συγχωνεύσεως, δοθέντος ότι προτού να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες της συγχωνεύσεως για την πληρωμή των ανωτέρω φόρων η ευθύνη βάρυνε την απορροφούμενη εταιρία.
Τούτο επιρωνύεται και από τα ακόλουθα: Οι επίμαχοι φόροι των οικονομικών χρήσεων 1997 και 1998 καταβλήθηκαν προτού, αα) να καταρτισθεί το σχέδιο της συμβάσεως συγχωνεύσεως (12-12-1998), το οποίο εμπεριέχει την προαναφερθείσα διατύπωση του εν λόγω όρου 10, ββ) να εγκριθεί αυτό από τις γενικές συνελεύσεις των μετόχων των δύο εταιριών, γγ) να συνταχθεί και υπογραφεί η υπ' αριθμ. .../1999 συμβολαιογραφική πράξη της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας Ιωαννίδου-Βλαχάκου, με αποτέλεσμα αν η βούληση των συμβαλλομένων μερών ήταν διαφορετική θα είχε επιλεγεί άλλη διατύπωση και θα παραλειπόταν η λέξη "μετά".
Επιπλέον, οι καταβολές αυτές λήφθηκα υπόψη από την απορροφούσα εταιρία με τον καθορισμό της σχέσεως ανταλλαγής των μετοχών των συγχωνευόμενων εταιριών που η σύμβαση προβλέπει. Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι μέτοχοι της απορροφούμενης εταιρίας οφείλουν να της καταβάλουν το ποσό των 22.739.057 δραχμών , που αντιστοιχεί στο ποσοστό του 93,76% του συνολικού ποσού της οφειλής της απορροφούμενης εταιρίας από επιβολή φόρου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
γ. Κατά το άρθρο 14.2 της συμβάσεως συγχωνεύσεως ο έλεγχος της παραγωγής της απορροφούμενης που μεταφέρθηκε στην απορροφούσα, που το έτος 1997 είχε ανέλθει στο ποσό των 1.674.000.000 δραχμών, με την προσθήκη και της νέας παραγωγής (καθαρών ασφαλίστρων και δικαιωμάτων συμβολαίων) που θα προσκόμιζε στην απορροφούσα, δεν έπρεπε να υπολειπόταν πέραν του 15% του ανωτέρω ποσού, θα λάμβανε δε χώρα ( ο έλεγχος) μετά τη συμπλήρωση δέκα οκτώ μηνών από τη συγχώνευση.
Από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι από έλεγχο που διενήργησε η εναγομένη μετά τη συμπλήρωση δέκα οκτώ μηνών από την ημερομηνία μετασχηματισμού (30-6-1998) από τα αναλυτικά κατά μήνα και κλάδο ζημιών μητρώα παραγωγής και δικαιωμάτων συμβολαίων της απορροφούμενης εταιρίας για τη χρονική περίοδο από 1-1-1999 μέχρι 27-5-1999 διαπίστωσε ότι η παραγωγή ασφαλίστρων και δικαιωμάτων συμβολαίων της τελευταίας είχε ανέλθει στο συνολικό ποσό των 1.306.558.566 δραχμών.
Όμως, η θεώρηση εκ μέρους της εναγομένης ως ετησιοποιημένων καθαρών ασφαλίστρων και δικαιωμάτων όσων είχαν λογιστικοποιηθεί στη χρήση του έτους 1999 ήταν εσφαλμένη, αφού είχε ως έρεισμα λανθασμένη χρονική περίοδο. Βάσει του άρθρου 14.2 της συμβάσεως συγχωνεύσεως, στο οποίο έχει αποτυπωθεί η βούληση των συμβαλλομένων μερών και ερμηνεύεται από το Δικαστήριο σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), ο έλεγχος της παραγωγής καθαρών ασφαλίστρων και δικαιωμάτων συμβολαίων που μεταφέρθηκε στην απορροφούσα καθώς και της νέας παραγωγής θα διενεργηθεί μετά τη συμπλήρωση δέκα οκτώ μηνών από τη συγχώνευση.
Ως συγχώνευση νοείται το τελευταίο στάδιό της με την καταχώριση της εγκριτικής υπουργικής αποφάσεως στο Μητρώο Ανώνυμων Ασφαλιστικών Εταιριών του Υπουργείου Αναπτύξεως, οπότε σύμφωνα με το άρθρο 75 ΚωδΝ 2190/1920 θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί η συγχώνευση και επέρχονται αυτοδικαίως χωρίς καμία άλλη διατύπωση τα έννομα αποτελέσματά της...Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση η επίδικη συγχώνευση συντελέσθηκε την 27-5-1999 και ο έλεγχος των καθαρών ασφαλίστρων και δικαιωμάτων της απορροφούμενης εταιρίας έπρεπε να γίνει την 27-11-2000, μετά την παρέλευση δέκα οκτώ μηνών από την ολοκλήρωση της συγχωνεύσεως.
Επιπλέον, τούτο ενισχύεται από τα εξής: Αν η αληθής βούληση των μερών αποσκοπούσε όπως η προπαρασκευαστική αυτή προθεσμία των δέκα οκτώ μηνών άρχιζε από την επομένη ημέρα της ημερομηνίας μετασχηματισμού (1-7-1998), στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε ρητά να αναφέρεται - λόγω της σπουδαιότητας του όρου και των οικονομικών του συνεπειών - στη σύμβαση συγχωνεύσεως ως ημερομηνία ελέγχου της παραγωγής της απορροφούμενης που μεταφέρθηκε στην απορροφούσα η 27-12-1999, οπότε συμπληρώνεται η ως άνω προθεσμία με αφετηρία την ημερομηνία μετασχηματισμού, αφού η ημερομηνία λήξεως ήταν στην περίπτωση αυτή γνωστή κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως, ενώ ήταν άγνωστη η ολοκλήρωση του τελευταίου σταδίου της συγχωνεύσεως.
Επιπλέον, τούτο προκύπτει και από την ερμηνεία - με βάση τις αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ - του όρου 4 της ίδιας συμβάσεως συγχωνεύσεως που αναγνωρίζει ότι η συγχώνευση ολοκληρώνεται με την καταχώριση στα οικεία Μητρώα ΑΕ της εγκριτικής αποφάσεως της συγχωνεύσεως. Επομένως, τα αντίθετα που υποστηρίζει η εναγομένη για το ζήτημα αυτό και εκτέθηκαν ανωτέρω, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την ένδικη από 29-12-2003 αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία επεδίωκε από τους εναγόμενους-αναιρεσίβλητους μετόχους της και μοναδικούς μετόχους της απορροφηθείσης εταιρίας τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά, ως προκύψαντα εις βάρος τουςς και υπέρ αυτής σύμφωνα με τους προαναφερόμενους όρους της συμβάσεως συγχωνεύσεως.
Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο: 1) Με σαφήνεια και πληρότητα κατέληξε στο πόρισμα ότι οι προαναφερόμενοι όροι της συμβάσεως συγχωνεύσεως είχαν ανάγκη ερμηνείας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να ελεγχθεί αν η αναιρεσείουσα δικαιούται τα επιδιωκόμενα με την αγωγή της ποσά , δεν ήταν δε αναγκαίο να περιλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία ως προς τα υφιστάμενα κενά και αμφίβολα σημεία της βούλησης των συμβαλλομένων μερών αναφορικά με τους προαναφερόμενους όρους της συμβάσεως συγχωνεύσεως, αφού, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε, σαφώς προσδιορίζονται τα τελευταία, τα οποία δικαιολογούσαν την κρίση του να προβεί στην ερμηνεία των όρων αυτών.
Συνεπώς, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ερμηνευτικές των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 2) Ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους προσέφυγε, μετά τη διαπίστωση ότι υπάρχει ασάφεια ως προς την εκφρασθείσα βούληση των συμβληθέντων στους ανωτέρω όρους της συμβάσεως συγχωνεύσεως, δεχθέν, με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά και χωρίς να δεσμεύεται στη σχετική κρίση του από την αντίθετη ερμηνευτική άποψη της αναιρεσείουσας, ότι, κατά την αληθινή βούληση των συμβληθέντων μερών, αυτά συμφώνησαν τα εξής:
α) Ότι κατά τον όρο 6 της συμβάσεως συγχωνεύσεως οι μέτοχοι της απορροφούμενης εταιρίας ανέλαβαν την ευθύνη των ζημιών που θα προέκυπταν από την λειτουργία της όχι από την επομένη της ημερομηνίας του μετασχηματισμού (1-7-1998) αλλά από προηγούμενο του μετασχηματισμού χρόνο και συγκεκριμένα από 1-1-1998 μέχρι την ολοκλήρωση της συγχωνεύσεως, και ότι μόνο από λογιστικής απόψεως συμφώνησαν τα συμβαλλόμενα μέρη ότι από την ημερομηνία του μετασχηματισμού (30-6-1998) οι πράξεις της απορροφούμενης εταιρίας θα γίνονται για λογαριασμό της απορροφούσας εταιρίας, και τα οικονομικά αποτελέσματα από τη λειτουργία της απορροφούμενης μέχρι την ολοκλήρωση του μετασχηματισμού θα λογίζονται ως αποτελέσματα της απορροφούσης εταιρίας.
Με την παραδοχή δε αυτή δεν παραβίασε το Εφετείο τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2166/1993 και 3 του ΑΚ, αφού από την πρώτη των εν λόγω διατάξεων δεν απαγορεύεται στα συμβαλλόμενα μέρη να συμφωνήσουν όπως οι μέτοχοι της απορροφούμενης εταιρίας αναλαμβάνουν την ευθύνη ζημιών που θα προέκυπταν από τη λειτουργία αυτής, όχι από την επομένη της ημερομηνίας του μετασχηματισμού, αλλά από προηγούμενο της ημερομηνίας αυτής χρόνο μέχρι την ολοκλήρωση της συγχωνεύσεως, τούτο δε μπορούσε να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων μερών στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 69 ΚωδΝ 2190/1920 και 361 Α.Κ.
β) Ότι κατά τον όρο 10 της ίδιας συμβάσεως συγχωνεύσεως οι μέτοχοι της απορροφούμενης εταιρίας υπέχουν ευθύνη από κοινού και εις ολόκληρον όχι πριν αλλά μετά τη συντέλεση της συγχωνεύσεως (27-5-1999) για άμεσους και έμμεσους φόρους που θα προέκυπταν για τις ανέλεγκτες οικονομικές χρήσεις μέχρι την ολοκλήρωση της συγχωνεύσεως, δοθέντος ότι προτού να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες της συγχωνεύσεως για την πληρωμή των ανωτέρω φόρων η ευθύνη βάρυνε την απορροφούσα εταιρία.
γ) Ότι κατά τον όρο 14.2 της αυτής συμβάσεως συγχωνεύσεως ο έλεγχος της παραγωγής καθαρών ασφαλίστρων και δικαιωμάτων συμβολαίων που μεταφέρθηκε στην απορροφούσα εταιρία, καθώς και της νέας παραγωγής θα διενεργείτο μετά τη συμπλήρωση δέκα οκτώ μηνών από της συγχωνεύσεως, που στην προκειμένη περίπτωση συντελέσθηκε την 27-5-1999 και επομένως με αφετηρία την ημερομηνία αυτή αρχίζει το προβλεπόμενο στον άνω όρο δεκαοκτάμηνο, το οποίο συμπληρώνεται στις 27-11-2000, και όχι από της επομένης της ημερομηνίας του μετασχηματισμού (1-7-1998), με βάση δε τα δεδομένα αυτά θα μπορούσαν να εξαχθούν τα οριζόμενα αποτελέσματα του ως άνω όρου, ως προς το αν υπολείπονταν ή όχι κατά ποσοστό 15% τα ετησιοποιημένα καθαρά ασφάλιστρα και δικαιώματα συμβολαίων που μεταφέρθηκαν από την απορροφούμενη στην απορροφούσα εταιρία.
Το ως άνω ερμηνευτικό πόρισμα του Εφετείου, όπως αυτό προκύπτει μέσα από τις ανέλεγκτες παραδοχές του, είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ως κριτηρίων συμπεριφοράς επιβαλλόμενης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, δεν ήταν δε αναγκαία, για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, περαιτέρω ανάλυση και εξειδίκευση των αρχών αυτών.
Επομένως, οι δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003,12/2000, 3/1997).
Δεν αποτελούν δε πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνoται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/1997) και γενικώς οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.
Εξάλλου, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή κατ' ουσίαν, ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος (Ολ.ΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από το άρθρο 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προέβαλε, προς στήριξη της ερμηνείας των όρων 6, 10 και 14.2 της άνω συμβάσεως συγχωνεύσεως, οι οποίοι (όροι) αποτελούσαν τη βάση της αγωγής της για την επιδίωξη των αιτουμένων μ' αυτήν κεφαλαίων, και συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη: 1) ότι δεν μπορούσε να περιληφθεί στον όρο 6 της συμβάσεως χρόνος διαφορετικός από αυτόν που ορίζεται στο άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2166/1993, που είναι η επομένη της ημερομηνίας του μετασχηματισμού, από την οποία οι πράξεις της υπό απορρόφηση εταιρίας λογίζονται ως πράξεις της απορροφώσης, που εν προκειμένω είναι η 1-7-1998 και όχι η εκ παραδρομής αναγραφείσα στη σύμβαση 1-1-1998, 2) ότι τα οικονομικά αποτελέσματα της υπό απορρόφηση εταιρίας (δεύτερης αναιρεσίβλητης) της περιόδου από 1-1-1998 έως 30-6-1998 ενσωματώθηκαν στον από 30-6-1998 ισολογισμό μετασχηματισμού, και ως εκ τούτου στον άνω όρο δεν μπορούσε να τεθεί άλλη ημερομηνία από την 1-7-1998, 3) ότι το οικονομικό αποτέλεσμα της απορροφηθείσης εταιρίας της προαναφερόμενης περιόδου είχε καταστεί οριστικό και είχε αποτυπωθεί στον ισολογισμό μετασχηματισμού της 30-6-1998, 4) ότι σε άλλους όρους της συμβάσεως συγχωνεύσεως, όπου για άλλα ζητήματα, αποτυπώνεται ως ημερομηνία η 1-7-1998, εμμέσως διορθώνεται η άνω ημερομηνία της 1-1-1998, που ορίσθηκε στον όρο 6 της συμβάσεως εκ παραδρομής, 5) ότι η δυνατότητα η οποία παρέχεται από το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 2166/1993, να ζητηθεί φορολογικός έλεγχος προκειμένου να διευκολυνθεί ο μετασχηματισμός, δεν μεταβάλει το γεγονός ότι τα προκύψαντα ποσά φόρων και οι αντίστοιχες οφειλές των αναιρεσίβλητων, αφορούν φόρους της απορροφηθείσης εταιρίας μέχρι την ολοκλήρωση της συγχωνεύσεως, για τους οποίους οι αναιρεσίβλητοι είναι νόμω υπόχρεοι και έχουν αναλάβει την ευθύνη πληρωμής και δεν τους απαλλάσσει από την ευθύνη την οποία έχουν εκ της συμβάσεως έναντι της απορροφώσης εταιρίας για χρέη από άμεσους και έμμεσους φόρους της απορροφηθείσης για ανέλεγκτες χρήσεις μέχρι την ολοκλήρωση της συγχωνεύσεως, 6) ότι το χρονικό διάστημα των 18 μηνών που συμφωνήθηκε στον όρο 14.2 της συμβάσεως, είχε αφετηρία την επομένη του μετασχηματισμού και όχι τον χρόνο ολοκληρώσεως της συγχωνεύσεως, προκειμένου να συμπληρωθεί το 18μηνο την 31-12-1999, όταν οικονομοτεχνικά και λογιστικά θα ήταν εφικτή η τήρηση της προκειμένης συμφωνίας, με τον έλεγχο και τη σύγκριση της μεταφερθείσης στην αναιρεσείουσα παραγωγής μιας ενιαίας χρήσεως, ήτοι από 1-1-1999 μέχρι 31-12-1999, με συμφωνηθέν στη σύμβαση συγχωνεύσεως μέτρο συγκρίσεως το 1997.
Όλες οι παραπάνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά νομικά και πραγματικά επιχειρήματα αυτής που αντλούνται από το νόμο και την εκτίμηση των αποδείξεων και χρησιμοποιούνται για την ερμηνεία των άνω όρων της συμβάσεως συγχωνεύσεως στους οποίους στηρίζονται οι αγωγικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμοι εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν.
Συνεπώς, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος μεν που αναφέρεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα ως άνω επιχειρήματα, είναι απαράδεκτος, ενώ κατά το μέρος που θεωρεί ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι αγωγικοί ισχυρισμοί, αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον οι δι' αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προέβαλε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε με την έφεσή της ενώπιον αυτού, και συγκεκριμένα, ότι ο ισχυρισμός των αναιρεσίβλητων ότι η δεύτερη εξ αυτών απαλλάσσεται των υποχρεώσεών της από φόρους σε σχέση με τις ανέλεγκτες χρήσεις αυτής μέχρι τη συντέλεση της συγχωνεύσεως, η οποία (υποχρέωση) συνιστούσε το δεύτερο κεφάλαιο (αίτημα) της αγωγής της, αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον, αφενός μεν αφορούσαν φορολογικές υποχρεώσεις της δεύτερης αναιρεσίβλητης από άμεσους και έμμεσους φόρους μέχρι τη συντέλεση της συγχωνεύσεως για τους οποίους είχε αναλάβει την ευθύνη πληρωμής τους, αφετέρου δε κατά το νόμο και τη σύμβαση συγχωνεύσεως, μετά την ημερομηνία του ισολογισμού μετασχηματισμού (30-6-1998), η εν λόγω αναιρεσίβλητη (απορροφηθείσα εταιρία) δεν υπάρχει ως οικονομική οντότητα και οι καταβολές που αυτή πραγματοποιεί μέχρι τη συντέλεση της συγχωνεύσεως, πραγματοποιούνται για λογαριασμό αυτής (αναιρεσείουσας), ως απορροφώσης εταιρίας, και επομένως οι φορολογικές υποχρεώσεις που προέκυψαν κατά τον φορολογικό έλεγχο που έγινε στις 30-10-1998, για χρήσεις της απορροφηθείσης εταιρίας που αναφέρονται πριν από τον ισολογισμό μετασχηματισμού, βαρύνουν τους αναιρεσίβλητους.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι κατά τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι για τη λήψη ή μη υπόψη πραγματικού ισχυρισμού. Όμως, και κατά το μέρος που ο λόγος αυτός μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι επίσης απαράδεκτος, διότι ο προαναφερθείς ισχυρισμός, αφορά μεν λόγο εφέσεως, ο οποίος περιέχει παράπονο κατά της πρωτόδικης απόφασης, αλλά δεν θεμελιώνει εκ μέρους της αναιρεσείουσας ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος.
Όλα δε όσα περιέχονται στον ισχυρισμό αυτό, συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και τείνουν στην ενδυνάμωση των απόψεων της αναιρεσείουσας σχετικά με τη στήριξη των αγωγικών ισχυρισμών της, ως προς το προαναφερθέν αίτημα της αγωγής της, τους οποίους το Εφετείο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-12-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3583/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ