Legislator Case Law & Legislation
746/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on abusive unilateral contract modification and damages.

Case Number 746/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment in a labor dispute. The lower court found that the employer unilaterally changed the employee's job title and position without consent, constituting an abuse of management rights, and awarded damages for material and moral harm. The court upheld this decision, ruling that the employer's actions violated good faith principles and caused unjustified financial and personal injury to the employee.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 652, 656, 281 of the Civil Code; Article 7 of Law 2112/1920: A unilateral modification of employment contract terms without employee consent constitutes an abuse of management rights when it violates good faith and causes material or moral damage to the worker.

Keywords

AI generated
unilateral contract modification abuse of management rights good faith principle material and moral damages labor contract terms employment law dispute unfair dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 216 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 7 §1 of Law 2112/1920
Articles 648, 652 §1, 656, 361, 59, 281 of the Civil Code
Article 298 §2 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 746 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 746/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Ασφαλιστική Α.Ε.", που εδρεύει στη Νέα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Καίσαρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2096/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2772/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 31-10-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 20-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 216 §1 Κ.Πολ.Δ., η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117 και 118, πρέπει να περιέχει: 1) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, 2) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και 3) ορισμένο αίτημα.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αρκεί για το ορισμένο και κατά συνέπεια το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τους όρους εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, από την οποία και παρέχεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 7 §1 του ν. 2112/1920, 648, 652, 656 και 281 ΑΚ προκύπτει ότι η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης, χωρίς τη συγκατάθεση του εργαζομένου, επιχειρεί τροποποίηση των όρων αυτών χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από τη σύμβαση ή το νόμο, ενώ καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη υπάρχει όταν η μονομερής μεταβολή γίνεται από αυτόν σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως ή του νόμου, αλλά καθ' υπέρβαση των όρων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής ή ένσταση, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, προκειμένου να κρίνει την αγωγή ή την ένσταση νομική ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία, ενώ η ποσοτική και η ποιοτική αοριστία αυτής, που συνίστανται, η μεν στο ότι το δικόγραφο δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή της ένστασης, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, ελέγχονται από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αντιστοίχως.

Στην υπόθεση που κρίνεται, με την ένδικη αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι ενώ από της προσλήψεως της σχεδόν ασκούσε καθήκοντα γραμματέως Υποδιεύθυνσης, η οποία αποτέλεσε, πλέον, όρο της ατομικής σύμβασης εργασίας της, παρ' όλα αυτά η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, μετά την εφαρμογή του νέου οργανογράμματος της εταιρίας, οπότε καταργήθηκε η θέση της Γραμματέως της Ιατρικής Υπηρεσίας, στην οποία μέχρι τότε υπηρετούσε, αντί να την τοποθετήσει σε άλλη θέση Γραμματέως επέλεξε κακόπιστα, ύστερα από συνεχή απασχόλησή της επί 15 έτη ως Γραμματέα, να την τοποθετήσει σε άλλο τμήμα, σε θέση απλής υπαλλήλου, μεταβάλλοντας έτσι την ειδικότητά της, καίτοι υπήρχαν θέσεις γραμματέων σε άλλες διευθύνσεις, στις οποίες όμως τοποθέτησε τρεις συναδέλφους της οι οποίοι δεν είχαν την ειδικότητα του Γραμματέως.

Ότι συνεπεία της ανωτέρω μετακίνησής της και της μη ανάθεσης καθηκόντων Γραμματέως υπέστη υλική ζημία, αφού με την εν λόγω μεταβολή έπαυσε από 1-10-2004 να λαμβάνει το επίδομα Γραμματέως ποσού 273,2 ευρώ και το επίδομα P.C ποσού 45,40 ευρώ, τα οποία μέχρι τότε ελάμβανε. Ότι η αναιρεσείουσα προέβη στην προαναφερομένη μεταβολή κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτής, με αποτέλεσμα την ως άνω υλική ζημία, εξ 6521,43 ευρώ συνολικά από την απώλεια των ανωτέρω επιδομάτων, καθώς και ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας οφείλει σ' αυτήν χρηματική ικανοποίηση εκ 3.000 ευρώ.

Ακολούθως, ζήτησε: 1) να αναγνωριστεί ότι η μεταβολή της ειδικότητάς της από Γραμματέα σε αυτή της απλής υπαλλήλου της και οι τοποθετήσεις της στα αναφερόμενα στην αγωγή τμήματα που συντελέστηκαν με τις 62/2004 και 7/2005 αποφάσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσείουσας, συνιστούν καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτής, 2) να υποχρεωθεί η τελευταία να αποδέχεται πραγματικά τις υπηρεσίες της σύμφωνα με τους όρους της εργασιακής της σύμβασης και να συνεχίσει να την απασχολεί με την ειδικότητα της Γραμματέως σε αντίστοιχη θέση και με αντίστοιχα καθήκοντα και 3)να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα, να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 10950,37 ευρώ.

Από το ως άνω περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται, κατά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, για τη θεμελίωση των δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης από την μεταβολή των όρων της εργασίας της που περιγράφηκε ανωτέρω.

Ειδικότερα, τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά γεγονότα αρκούν για τη γένεση των ασκουμένων με την αγωγή δικαιωμάτων, που πηγάζουν από την ως άνω μεταβολή των όρων εργασίας της, αφού υπό τα περιστατικά αυτά συντρέχει η προβαλλόμενη καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, η οποία τελικά, συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της αναιρεσιβλήτου, αφού η μεταβολή αυτή επήλθε κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, δεν ήταν δε αναγκαίο, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρονται λεπτομερώς στην τελευταία και τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των συναδέλφων της αναιρεσιβλήτου που τοποθετήθηκαν στη θέση της.

Διότι, ενόψει της θεμελιώσεως της επικουρικής βάσεως της αγωγής στην ανωτέρω καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας δεν επρόκειτο για διεκδίκηση της θέσεως της προϊσταμένης από την αναιρεσίβλητη από εκείνους που την κατέλαβαν τελικώς ώστε να είναι αναγκαία η σύγκριση των προσόντων τους, αλλά για ανεπίτρεπτο υποβιβασμό της από τη θέση της γραμματέως που κατείχε, σε θέση απλής υπαλλήλου, με καθήκοντα κατώτερα από εκείνα που αντιστοιχούσαν στην προηγούμενη θέση της.

Επομένως, η αγωγή περιείχε τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 216 §1 Κ.Πολ.Δ. στοιχεία, και το Εφετείο που έκρινε αυτήν ορισμένη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ, ο δε περί τουναντίου πρώτος, πρώτο μέρος, λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή από τη διάταξη αυτή (όχι και από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται με τον οποίο προβάλλεται ότι η αγωγή έπασχε αοριστίας γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτήν τα ως άνω στοιχεία), είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα της αοριστίας της αγωγής, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης θεμελιώνεται μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως και δη:

αν το σφάλμα της αιτιολογίας ανάγεται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού. Κατά το άρθρο 7 εδαφ. Α' του Ν. 2112/20 "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά τον όρο της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξαρτήτως αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο.

Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και εκείνη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.

Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Εξάλλου, από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 ΑΚ προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή, εν τη ασκήσει του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευτικώς τις εξής δυνατότητες:

α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφ' όσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη. β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή αποζημίωσης που προβλέπεται από τον Ν. 2112/20.

γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προς της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτήν καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας, ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο εκτός των άλλων και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση.

Εξάλλου, παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: "Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από την εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ", στις 14-9-1987 (η οποία εταιρία στις 31-12-2002 συγχωνεύτηκε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με απορρόφηση της από την τελευταία), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει της οποίας απασχολήθηκε στην ως άνω εταιρία μέχρι τις 16-12-1997, αρχικά ως εργάτρια (καθαρίστρια) και ακολούθως ως βοηθός ιατρού.

Μετά τη λήξη της ανωτέρω σύμβασης, η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε και πάλι από την ως άνω εταιρία, με την οποία κατήρτισε την από 16-12-1987 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει σ' αυτή τις υπηρεσίες της ως βοηθητικό προσωπικό, σύμφωνα με τις υποδείξεις, οδηγίες και εντολές της Διοίκησης της εταιρίας και των αρμοδίων οργάνων της", όπως ειδικότερα, ορίζεται στον όρο 1 της ανωτέρω σύμβασης.

Επίσης, με τον όρο 5 της ίδιας σύμβασης ορίστηκε ότι "ο εργοδότης δικαιούται να αναθέσει στο μισθωτό εργασία ανάλογη προς την προβλεπόμενη στο πρώτο όρο της σύμβασης αυτής, μέσα στα όρια εργασίας της κατηγορίας προσωπικού των ασφαλιστικών εταιριών, χωρίς αυτό να συνεπάγεται οποιαδήποτε συνέπεια για τον εργοδότη ή να θεωρείται σαν μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας".

Στα πλαίσια της δεύτερης ως άνω, σύμβασης ανατέθηκαν στην αναιρεσίβλητη καθήκοντα γραμματέα της ιατρικής υπηρεσίας της αναιρεσείουσας. Τα καθήκοντα της αυτά συνίσταντο κυρίως στην παροχή υπηρεσιών γραμματειακής υποστήριξης της ιατρικής υπηρεσίας αλλά και στην παροχή νοσηλευτικών υπηρεσιών. Κατά το έτος 1990 η αναιρεσείουσα απέκτησε το απολυτήριο Λυκείου, το οποίο προσκόμισε στην αναιρεσείουσα και έτσι, από 1-1-1990 μετατάχθηκε στο κύριο προσωπικό της εταιρίας και εντάχθηκε στο βαθμό του δόκιμου ασφαλιστή Β', συνεχίζουσα να προσφέρει τις ίδιες ως άνω υπηρεσίες..." και δη:

εκτελούσε κυρίως καθήκοντα γραμματέως της ιατρικής υπηρεσίας, στην εταιρία.... Όταν, κατά το έτος 1997 η τελευταία υπηρεσία αναβαθμίσθηκε σε υποδιεύθυνση, τοποθετήθηκε στη θέση της γραμματέως της αυτής υποδιεύθυνσης και αμέσως μετά απονεμήθηκε σ' αυτή η ειδικότητα της γραμματέως διεύθυνσης, που θεσπίστηκε για πρώτη φορά με τον όρο 7 της από 20-10-2004 Επιχειρησιακής ΣΣΕ της πιο πάνω εταιρίας, ενταχθείσα στη βαθμίδα Γραμματέως Β.

Η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε, να παρέχει τις υπηρεσίες της με την ειδικότητα της Γραμματέως και, έτσι, η απασχόληση της σε εργασίες αντίστοιχες της ειδικότητας αυτής αποτέλεσε όρο της σύμβασης εργασίας της, τροποποιηθείσας, με τον τρόπο αυτό, της ως άνω ατομικής σύμβασης εργασίας της. Έκτοτε, ακόμη και μετά τη συγχώνευση της αρχικής εργοδότριας της αναιρεσίβλητης με την αναιρεσείουσα, η πρώτη παρείχε συνεχώς τις υπηρεσίες της με τη συγκεκριμένη ειδικότητα της Γραμματέως.

Με την υπ' αριθμ 423/17-8-2004 απόφαση του Δ.Σ. της αναιρεσείουσας τροποποιήθηκε το οργανόγραμμα της εταιρίας, στα πλαίσια της οποίας καταργήθηκαν ορισμένα τμήματα, γραμματείες ή διευθύνσεις, υπήρξε συγχώνευση κάποιων άλλων, ενώ δημιουργήθηκαν και νέα τμήματα ή γραμματείες, όπως η Γραμματεία Ανάληψης Αυτοκινήτων και Νομικής Προστασίας ή η Γραμματεία της Διεύθυνσης Αποζημιώσεων Αυτοκινήτων και Νομικής Προστασίας.

Μεταξύ των Γραμματειών, που καταργήθηκαν ήταν και η Γραμματεία της Υποδιεύθυνσης Ιατρικών Υπηρεσιών, στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες η ανωτέρω, ως Γραμματέας. Μετά τις ανωτέρω μεταβολές, επακολούθησαν και οι αντίστοιχες αλλαγές στο προσωπικό. Έτσι, στην αναιρεσίβλητη γνωστοποιήθηκε εγγράφως, ότι έπαυε να ισχύει, αυτοδικαίως, η τοποθέτησή της ως Γραμματέως στην (καταργηθείσα) Γραμματεία της Ιατρικής Υπηρεσίας, και ότι από 1-10-2004 θα διακόπτονταν, όπως και έγινε, και τα ωφελήματα, που απολάμβανε, λόγω κατοχής της καταργηθείσας θέσης, ήτοι το επίδομα Γραμματέων, ανερχόμενο σε 273,28 ευρώ μηνιαίως και το επίδομα Ρ.C., ποσού 45,50 ευρώ το μήνα.

Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ 62/29-9-2004 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσείουσας τοποθετήθηκε ως απλή υπάλληλος στο Τμήμα Ανάληψης Κινδύνων της Υποδιεύθυνσης Κλασικών Προϊόντων της Δ/νσης Κλάδου Ατομικών Ασφαλίσεων Ζωής και Υγείας, με καθήκοντα την καταχώριση στο σύστημα της εταιρίας μέσω Η.Υ.

όλων των στοιχείων των νέων αιτήσεων ασφάλισης η αναιρεσίβλητη διαμαρτυρήθηκε αμέσως για την πιο πάνω μεταβολή, την οποία ουδέποτε αποδέχθηκε, θεωρώντας αυτήν μονομερή βλαπτική των όρων της συμβάσεως εργασίας της, πλην όμως, κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς εκτιθέμενα, η αναιρεσείουσα είχε κατ' αρχάς, το δικαίωμα, λόγω της κατάργησης της γραμματείας, στην οποία αυτή υπηρετούσε, να τοποθετήσει αυτήν ως απλή ασφαλιστική υπάλληλο σε άλλη υπηρεσία της εταιρίας.

Όμως, όπως αναφέρθηκε, η αναιρεσίβλητη σχεδόν από της προσλήψεώς της και μέχρι την προαναφερόμενη μεταβολή εκτελούσε, συνεχώς, καθήκοντα Γραμματέως της Ιατρικής Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας. Εξάλλου, από το έτος 1997 κατείχε την ειδικότητα της Γραμματέως, η οποία κατέστη όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας της, και ως εκ τούτου η ανωτέρω όφειλε, να αναθέτει καθήκοντα ανάλογα της ως άνω ειδικότητας αυτής.

Μετά την κατάργηση της Γραμματείας της Ιατρικής Υπηρεσίας, κατέστη μεν αναγκαία η μετακίνηση αυτής, πλην όμως, η αναιρεσείουσα όφειλε, ενεργώντας σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιολογημένα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης να εξαντλήσει τη δυνατότητα ανάθεσης σ' αυτή καθηκόντων Γραμματέως.

Πράγματι, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, που έγιναν, στα πλαίσια του νέου οργανογράμματος της εταιρίας, οι προαναφερόμενες μεταβολές στο προσωπικό, η αναιρεσείουσα είχε τη δυνατότητα, να τοποθετήσει την αναιρεσίβλητη ως Γραμματέα σε κάποιο άλλη υπηρεσία. Ειδικότερα, όπως αναφέρθηκε, πέραν της κατάργησης κάποιων Γραμματειών, δημιουργήθηκαν και νέες, όπως η Γραμματεία Ανάληψης Αυτοκινήτων και Νομικής Προστασίας ή η Γραμματεία της Διεύθυνσης Αποζημιώσεων Αυτοκινήτων και Νομικής Προστασίας.

Παράλληλα, ορισμένες από τις Γραμματείες, που καταργήθηκαν, αναβαθμίστηκαν και, ουσιαστικώς, μετονομάστηκαν σε Τμήματα Γραμματείας και Διοικητικής Υποστήριξης, στα οποία υπήρχε δυνατότητα απασχόλησης Γραμματέων. Έτσι, η Γραμματεία της Συντονιστικής Διεύθυνσης Ασφαλίσεων Ζωής και Ατυχημάτων αναβαθμίστηκε και μετονομάστηκε σε Τμήμα Γραμματείας και Διοικητικής Υποστήριξης της Συντονιστικής Διεύθυνσης, η Γραμματεία της Συντονιστικής Διεύθυνσης Γενικών Ασφαλίσεων αναβαθμίστηκε και μετονομάστηκε σε Τμήμα Γραμματείας και Διοικητικής Υποστήριξης της Συντονιστικής Διεύθυνσης κ.λ.π.

Επιπλέον, δημιουργήθηκαν και νέα Τμήματα Γραμματειακής και Διοικητικής Υποστήριξης, όπως στις Διευθύνσεις Πωλήσεων, εταιρικού Δικτύου και Δικτύου Ανεξάρτητων Συνεργατών. Τα τμήματα αυτά είναι στην ουσία οι Γραμματείες των Διευθύνσεων αυτών και απαιτούν την απασχόληση Γραμματέα. Επομένως, και μετά τη μεταβολή του Οργανογράμματος της εταιρίας υπήρχαν θέσεις Γραμματέα, είτε σε Γραμματείες είτε σε Τμήματα Γραμματειακής Υποστήριξης, στις οποίες η αναιρεσείουσα θα μπορούσε, να τοποθετήσει την αναιρεσίβλητη και να αναθέσει σ' αυτή καθήκοντα της ειδικότητάς της.

Παρ' όλα αυτά, όμως, επέλεξε, να την τοποθετήσει ως απλή ασφαλιστική υπάλληλο, μεταβάλλοντας έτσι την ειδικότητά της, ενώ σε συγκεκριμένες κενές θέσεις Γραμματέα, τοποθέτησε άλλους υπαλλήλους, οι οποίοι ούτε την ειδικότητα του Γραμματέα είχαν ούτε και είχαν ασκήσει αντίστοιχα καθήκοντα. Έτσι, α) στη θέση γραμματέα της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου τοποθέτησε την υπάλληλο ..., η οποία υπηρετούσε ως τότε ως ταμίας στο γραφείο της ..., β) στη Διεύθυνση Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών τοποθέτησε σε θέση γραμματέα τον υπάλληλο ..., ο οποίος ως τότε υπηρετούσε ως προϊστάμενος γραφείου στην Οικονομική Διεύθυνση και γ) στη Διεύθυνση Ανάληψης Αυτοκινήτων και Νομικής Προστασίας τοποθέτησε σε θέση γραμματέα την υπάλληλο ..., η οποία ως τότε υπηρετούσε ως υπάλληλος στη Διεύθυνση Πωλήσεων.

Εξάλλου, δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη, η οποία είχε εξελιχθεί στην τρίτη βαθμίδα (Γραμματέας Α'), ανταποκρινόταν πλήρως στα καθήκοντα της γραμματέως και έτσι δεν συνέτρεχε λόγος, που να δικαιολογεί τη μεταβολή της ειδικότητάς της και την ανάθεση σ' αυτή διαφορετικών καθηκόντων. Επομένως, ανεξαρτήτως της αναγκαιότητας της μετακίνησής της, η μεταβολή της ειδικότητας της αναιρεσίβλητης ούτε αναγκαία ήταν ούτε και επιβεβλημένη.

Επί πλέον, με την μεταβολή αυτή, η τελευταία στερείται, πλέον, της δυνατότητας περαιτέρω εξέλιξης της στις ανώτερες βαθμίδες της ειδικότητας αυτής (Εξειδικευμένη Γραμματέας Β' και Α'), ενώ, εξάλλου, λόγω της συνεχούς απασχόλησης της ως γραμματέως, δεν κατέστη δυνατό να υπηρετήσει σε άλλες θέσεις ευθύνης της εταιρίας και να προωθηθεί στην υπαλληλική ιεραρχία, με αποτέλεσμα, καίτοι είχε σημαντικό χρόνο προϋπηρεσίας, να τοποθετηθεί από την αναιρεσείουσα ως απλή υπάλληλος σε θέση, όπου υπηρετούν άλλοι υπάλληλοι με λιγότερα έτη προϋπηρεσίας.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα, που ανήκε στο Τμήμα Ανάληψης Κινδύνων, όπου μετακινήθηκε από τις αρχές Οκτωβρίου 2004, η αναιρεσίβλητη λόγω ελλείψεως γραφείου, εξακολούθησε να εργάζεται στα γραφεία της Ιατρικής Υπηρεσίας, εκτελώντας ταυτόχρονα και μέρος των παλαιών καθηκόντων της, με αποτέλεσμα οι νέες συνθήκες απασχόλησης της, να τη θίγουν και να τη μειώνουν επαγγελματικά και να προσβάλλεται με τον τρόπο αυτό η προσωπικότητά της και μόνον μετά την τοποθέτηση της στο Τμήμα Αποζημιώσεων, μεταφέρθηκε (το Πάσχα 2005) σε γραφείο της οικείας Διεύθυνσης Αποζημιώσεων.

Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη λόγω της μη ανάθεσης σ' αυτή καθηκόντων Γραμματέα, έπαυσε να λαμβάνει τα προαναφερόμενα δύο επιδόματα, με αποτέλεσμα τη σημαντικότατη μείωση των αποδοχών της, πλήρως αποδεικνύεται, ότι η απόφαση της αναιρεσείουσας να μεταβάλει την ειδικότητα της Γραμματέως, την οποία η αναιρεσίβλητη, κατείχε από το έτος 1997, αναθέτοντας σ' αυτή καθήκοντα απλής υπαλλήλου, και, παράλληλα, χωρίς να εξυπηρετείται το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης, να τοποθετήσει σε θέσεις γραμματέα υπαλλήλους, που δεν είχαν την ειδικότητα αυτή ούτε και είχαν απασχοληθεί στο παρελθόν σε θέσεις γραμματέα, υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που θέτουν στο διευθυντικό δικαίωμα αυτής η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρ. 281 ΑΚ).

Ως εκ τούτου, εφόσον κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, η αναιρεσείουσα ανέθεσε στην αναιρεσίβλητη καθήκοντα, που δεν είναι ανάλογα της κατεχόμενης από αυτή ειδικότητας, η συγκεκριμένη μεταβολή συνιστά, κατ' αποτέλεσμα, βλαπτική μεταβολή των εργασιακών όρων της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα η σχετική απόφαση της αναιρεσείουσας να είναι άκυρη.

Συνεπώς, η τελευταία οφείλει, να απασχολεί την αναιρεσίβλητη με την ειδικότητα της Γραμματέως και σε θέση και με καθήκοντα γραμματέα. Περαιτέρω, λόγω της παραπάνω καταχρηστικής και άρα παράνομης και βλαπτικής μεταβολής των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης, η τελευταία υπέστη ζημία, που αντιστοιχεί στην ποσό των δύο επιδομάτων, τα οποία έπαυσε να λαμβάνει από 1-10-2004 και εφεξής.

Συγκεκριμένα, το επίδομα Γραμματέα Α' ανερχόταν από 1.10.2004 έως 31.12.2004 στο ποσό των 273,28 ευρώ το μήνα, από 1.1.2005 στο ποσό των 287,74 ευρώ το μήνα, ενώ από 1-7-2005 ανήλθε στο ποσό των 296,50 ευρώ. Το επίδομα Ρ.C. ανερχόταν από 1-10-2004 έως 31.12.2004 στο ποσό των 45,40 ευρώ το μήνα, ενώ από 1.1.2005 ορίστηκε στο ποσό των 46,70 ευρώ το μήνα. Επομένως, αν η αναιρεσείουσα, απασχολούσε την αναιρεσίβλητη, όπως όφειλε, σε θέση και με καθήκοντα γραμματέα, η τελευταία θα ελάμβανε ως επίδομα Γραμματέα και επίδομα Ρ.C., τα ακόλουθα ποσά:

Α) Επίδομα Γραμματέα: α) από 1.10.2004 έως 31.12.2004 το ποσό των 1.093,12 ευρώ (273,28 Χ 4 μήνες, μαζί με το δώρο Χριστουγέννων), β) από 1.1.2005 έως 30.6.2005 το ποσό των 1.870,31 ευρώ (287,74 Χ 6,5 μήνες, μαζί με το δώρο Πάσχα 2005), γ) από 1.7.2005 έως 30.4.2006 το ποσό των 3.558 ευρώ (296,50 Χ 12 μήνες μαζί με το επίδομα αδείας 2005, το δώρο Χριστουγέννων 2005 και το δώρο Πάσχα 2006), και συνολικά το ποσό των 6.521,43 ευρώ.

Β) Επίδομα Ρ.C.: α) από 1.10.2004 έως 31.12.2004 το ποσό των 181,60 ευρώ (45,40 Χ 4 μήνες μαζί με το δώρο Χριστουγέννων 2004). β) από 1.1.2005 έως 30.4.2006 το ποσό των 863,95 ευρώ (46,70 Χ 18,5 μήνες μαζί με το δώρο Πάσχα 2005, το επίδομα αδείας 2005, το δώρο Χριστουγέννων 2005 και το δώρο Πάσχα 2006), ήτοι συνολικά το ποσό των 1.045,55 ευρώ. Επομένως, η αναιρεσίβλητη υπέστη συνολική περιουσιακή ζημία ποσού 7.566,98 ευρώ, το οποίο θα ελάμβανε, με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αν δεν είχε μεσολαβήσει η ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και το οποίο η τελευταία οφείλει σ' αυτή ως αποζημίωση, κατά το άρθρο 298 εδ.

β' ΑΚ. Εξάλλου, συνεπεία της προαναφερόμενης καταχρηστικής, παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, όπως τα πραγματικά περιστατικά εκτίθενται παραπάνω, η αναιρεσίβλητη υπέστη ηθική βλάβη, αφού προσβλήθηκε η προσωπικότητα αυτής, λόγω της προσωπικής και επαγγελματικής μείωσής της στο οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό περιβάλλον, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προσβολής, τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή τελέστηκε, το βαθμό πταίσματος των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας, την κοινωνική θέση της αναιρεσίβλητης και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, οφείλει η πρώτη στην τελευταία το εύλογο ποσό των 1.000 ευρώ".

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο της επικουρικής βάσης της αγωγής και δέχτηκε εν μέρει τις ένδικες αξιώσεις και δη: 1) αναγνώρισε ότι η μεταβολή της ειδικότητας της αναιρεσίβλητης από γραμματέα σε αυτή της απλής ασφαλιστικής υπαλλήλου της αναιρεσείουσας και οι ως άνω τοποθετήσεις της συνιστούν καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας και 2) υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη:

α) το ποσό των 7.566,98 ευρώ που αντιστοιχεί στη ζημία που υπέστη από την μη καταβολή των ως άνω δύο επιδομάτων και β) το ποσό των 1.000 ευρώ, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητάς της από την ως άνω καταχρηστική, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσείουσας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652 §1, 656, 361, 59 και 281 ΑΚ και 7 Ν.2112/1920, ούτε διέλαβε ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας και της ηθικής βλάβης που υπέστη η αναιρεσίβλητη εξαιτίας της προαναφερόμενης συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, αφού με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις δέχεται ότι, υπό τα ανωτέρω περιστατικά, η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της ένδικης συμβάσεως είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και αποτελεί καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, αφού από την μεταβολή αυτή υπέστη την ως άνω υλική ζημιά, καθώς και την ηθική βλάβη λόγω της παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς της από τον ανωτέρω υποβιβασμό και την επαγγελματική της μείωση.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου

ΙΙ.2 και

ΙΙΙ-3 λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-10-2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." για αναίρεση της 2772/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ