Legislator Case Law & Legislation
746/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment where witness perjury was proven by final criminal court decision.

Case Number 746/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final judgment from the Thessaloniki Court of Appeal. The appellant argued that the lower court's decision relied on a false witness deposition, which had been confirmed by a final criminal court ruling. The court held that the three-year statute of limitations for this specific appeal type begins from the publication of the final judgment, regardless of whether it was served, and found the appeal timely. Consequently, the appeal was granted, the case remitted for retrial before a new panel, and the respondent ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 538, 539, 544, 545 of the Code of Civil Procedure; The three-year limitation period for an appeal based on proven perjury begins from the publication of the final judgment, and the appeal is admissible if filed within this period.

Keywords

AI generated
appeal by reference perjury appeal statute of limitations publication of judgment final criminal decision retrial before new panel legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 538 and 539(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 544(6) of the Code of Civil Procedure
Article 545(3)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 545(5)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 746 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 746/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χρηστάκη.

Της αναιρεσίβλητης: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αργυριάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-1996 αγωγή και 11-3-1997 ανταγωγή των ήδη διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23768/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 197/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-10-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 2-10-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού, ήδη Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 538 και 539 παρ. 1 εδαφ. α ΚΠολΔ, με την πρώτη των οποίων ορίζεται ότι "με αναψηλάφηση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων, και του Αρείου Πάγου, εφόσον δικάζει κατ` ουσίαν" και με τη δεύτερη ότι "αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση" προκύπτει ότι με το ένδικο μέσο της αναψηλάφησης, μπορούν να προσβληθούν οι τελειωτικές αποφάσεις των ως άνω δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, σκοπό δε έχει, την ανατροπή του δεδικασμένου σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η διατήρησή του, είτε προσκρούει σε θεμελιώδεις δικονομικές αρχές αναγόμενες ιδίως στην εκπροσώπηση και παράσταση των διαδίκων είτε εκ των υστέρων αποδεικνύεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι η ελάσσων πρόταση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι εσφαλμένη, οφειλόμενη μάλιστα σε αξιόποινες πράξεις παραγόντων της δίκης.

Η απόφαση πρέπει να είναι οριστική και τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης της αναψηλάφησης, ανεξάρτητα από το πώς, και πότε προέκυψε η τελεσιδικία, ενώ η άσκησή της τελειούται, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 ΚΠολΔ, με τη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

Το ανωτέρω, όμως, ένδικο μέσο, όπως προκύπτει από το άρθρο 544 ΚΠολΔ, επιτρέπεται όχι απεριορίστως, αλλά μόνο για τις περιπτώσεις, που απαριθμούνται στο άρθρο αυτό, μία των οποίων είναι και η με αριθμό 6, όταν δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται, πλην των άλλων, σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα και το ψεύδος αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 545 παρ. 1 ΚΠολΔ "αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναψηλάφησης είναι εξήντα ημέρες" η οποία, σύμφωνα με την παρ. 3 περίπτ. δ του ίδιου άρθρου, αρχίζει "στην περίπτωση του άρθρου 544 αρ. 6 από το αμετάκλητο της απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται η ψευδομαρτυρία... " ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου "στις περιπτώσεις της παραγράφου 3 εδάφ.

δ, ε και στ, η προθεσμία δεν αρχίζει αν δεν επιδοθεί προηγουμένως η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλιώς αρχίζει από την επίδοση μετά το αμετάκλητο.... Τα γεγονότα που αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας των εδαφίων αυτών πρέπει να αποδεικνύονται με έγγραφο ή με δικαστική ομολογία" και κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναψηλάφησης είναι τρία χρόνια από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον είναι τελεσίδικη ή ανέκκλητη, αλλιώς από την ημέρα που έγινε τελεσίδικη.

Στις περιπτώσεις όμως του άρθρου 544 αρ. 6, η αναψηλάφηση είναι απαράδεκτη μετά την παρέλευση ενός έτους από τη δημοσίευση της αμετάκλητης απόφασης του ποινικού... δικαστηρίου. Η προθεσμία αυτή δεν αρχίζει πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η προθεσμία της αναψηλάφησης, στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η προσβαλλόμενη με αυτή απόφαση, που στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα, είναι ένα έτος από τη δημοσίευση της αμετάκλητης απόφασης του ποινικού δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίστηκε η ψευδομαρτυρία.

Πρόκειται, επομένως, για ειδική ρύθμιση της έναρξης της προθεσμίας αναψηλάφησης στην περίπτωση αυτή, που εκφεύγει της γενικής ρύθμισης του άρθρου 545 παρ. 5 ΚΠολΔ, περί τριετούς προθεσμίας της αναψηλάφησης από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης ή ανέκκλητης απόφασης στην περίπτωση μη επίδοσης αυτής (ΑΠ 564/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται από τον Αρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 παρ. 2) αλλά και από το αναιρετήριο, προκύπτουν τα ακόλουθα για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σχετικά με την αφετηρία της προθεσμίας αναψηλάφησης:

Στις 12-10-1999 δημοσιεύθηκε η υπ` αριθ. 2814/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε κατ` ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ` αριθ. 23768/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε κατ` ουσίαν την αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης και δέχθηκε εν μέρει την ανταγωγή της τελευταίας εναντίον του.

Κατά της αποφάσεως αυτής, που δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε, ο αναιρεσείων άσκησε την από 2-7-2004 αίτηση αναψηλάφησης, όπως προκύπτει από την κάτω από το αντίγραφο αυτής σχετική σημείωση της γραμματέας του πιο πάνω δικαστηρίου, με μοναδικό λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στηρίχθηκε στη ψευδή κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της μάρτυρος της αναιρεσίβλητης ........, η ψευδομαρτυρία της οποίας αναγνωρίστηκε αμετάκλητα, κατόπιν υποβολής μηνύσεώς του, με την υπ` αριθ. 723/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε στις 19-2-2004, καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο στις 14-4-2004 και κατέστη αμετάκλητη στις 14-5-2004.

Με βάση τα παραπάνω, εφόσον η αίτηση αναψηλάφησης κατά της προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης ασκήθηκε στις 2-7-2004 δηλαδή εντός έτους από τη δημοσίευση της αμετάκλητης, επί ψευδορκία μάρτυρα, απόφασης του ποινικού δικαστηρίου αλλά και εντός δύο μηνών από το αμετάκλητο αυτής, είναι παραδεκτή. Επομένως το Εφετείο, που, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αίτηση αναψηλάφησης ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε μετά την πάροδο τριετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατά τη γνώμη όμως του μέλους του Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, εφόσον η αίτηση αναψηλαφήσεως ασκήθηκε μετά την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης με αυτή υπ' αριθμ. 2814/1999 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ήταν απαράδεκτη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. Και τούτο για τους εξής λόγους:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 545 παρ. 5 εδαφ. α' ΚΠολΔ αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναψηλαφήσεως είναι τρία χρόνια από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον είναι τελεσίδικη ή ανέκκλητη, αλλιώς από την ημέρα που έγινε τελεσίδικη. Από τη διάταξη αυτή, στην οποία ουδεμία διάκριση γίνεται ως προς την έναρξη της προθεσμίας, ανάλογα με τους λόγους της αναψηλαφήσεως, προκύπτει, ότι αυτή εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση αναψηλαφήσεως και συνεπώς και στην περίπτωση του προβλεπόμενου από το άρθρο 544 αριθμ. 6 ΚΠολΔ λόγου αναψηλαφήσεως, ήτοι της στηρίξεως της αποφάσεως σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου εφόσον το ψεύδος αναγνωρίσθηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου.

Και ναι μεν στην περίπτωση του άρθρου 545 παρ. 6 η προθεσμία της αναψηλαφήσεως αρχίζει σύμφωνα με το άρθρο 545 παρ. 3 εδαφ. δ' ΚΠολΔ από το αμετάκλητο της αποφάσεως με την οποία αναγνωρίζεται η ψευδορκία και εντός δύο μηνών αν εκείνος που τη ζητεί διαμένει στην Ελλάδα, ο χρόνος όμως αυτός ενάρξεως της προθεσμίας αφορά τη διαφοροποίηση της ενάρξεώς της, όταν αυτή άρχισε με την επίδοση της αποφάσεως και όχι στην περίπτωση συμπληρώσεως τριετίας από την ημέρα που αυτή (απόφαση) κατέστη τελεσίδικη.

Με την προαναφερομένη, δηλαδή, διάταξη του άρθρου 545 παρ. 5 εδ. α' ΚΠολΔ καθιερώνεται καταχρηστική προθεσμία, αντίστοιχη προς εκείνες των διατάξεων των άρθρων 518 παρ. 2 ΚΠολΔ (για την έφεση) και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ (για την αναίρεση), τριών (3) ετών για την άσκηση της αναψηλαφήσεως, προς το σκοπό ασφαλείας των συναλλαγών, με τη θέση ακραίου χρονικού σημείου, ώστε το ένδικο αυτό μέσο να μη μπορεί να ασκηθεί μετά από πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η προθεσμία αυτή αρχίζει, σε κάθε περίπτωση, από τη δημοσίευση της τελεσίδικης ή ανέκκλητης αποφάσεως και επομένως και στην περίπτωση του άρθρου 544 παρ. 6 ΚΠολΔ, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, δεν γίνεται οποιαδήποτε διάκριση ως προς τους λόγους αναψηλαφήσεως. Η αναφορά στην ανωτέρω διάταξη (545 παρ. 5 ΚΠολΔ) "αν δεν επιδόθηκε η απόφαση" δεν σημαίνει ότι στην περίπτωση, που αυτή έχει επιδοθεί, θα ισχύσει χρόνος μεγαλύτερος της τριετίας από τη δημοσίευσή της (προσβαλλομένης) διότι, αφού ο νομοθέτης, για την ασφάλεια των συναλλαγών, όπως προαναφέρεται, καθιερώνει ως ανώτατο χρονικό σημείο την τριετία για τον διάδικο, στον οποίο δεν επιδόθηκε η απόφαση και ο οποίος, κατά τεκμήριο, αγνοεί το σε βάρος του περιεχόμενο της αποφάσεως, την οποία έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει με αναψηλάφηση, πολύ περισσότερο ισχύει το ακρότατο αυτό σημείο της τριετίας από τη δημοσίευσή της και για τον διάδικο, στον οποίο έχει αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) επιδοθεί.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθ. 197/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ