Supreme Court annuls traffic court verdict for lack of clear reasoning on driver liability and facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding a traffic collision between two drivers. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning on the specific facts of the accident and the degree of each driver's fault. Consequently, the Supreme Court found the lower court's reasoning incomplete and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; A judgment is annulled if the lower court fails to provide complete and clear reasoning regarding the facts and the degree of fault of the parties involved in the incident.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 746 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 746/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δαούτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Τ. του Α., κατοίκου ... και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...) A.E.Γ.Α.", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις, 3. Γ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 4. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και 5. Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αντώνιο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Β. Των αναιρεσειουσών: 1. Σ. Τ. του Α., κατοίκου ... και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Α.Ε. ...", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δαούτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., 2. Γ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 3. Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αντώνιο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-9-2000, 5-1-2001, 10-4-2001 αγωγές και 25-5-2001 κύρια παρέμβαση - αγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3548/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7175/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν ο υπό στοιχείο Α. αναιρεσείων, με την από 15-9-2004 αίτησή του και οι υπό στοιχείο Β. αναιρεσείουσες, με την από 28-7-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Βούλγαρης, ανέγνωσε την από 10 Νοεμβρίου 2005 κοινή έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή οι δύο υπό κρίση συναφείς από 15-9-04 και 28-7-04 αιτήσεις αναιρέσεως του Ν. Κ. και Σ. Τ. κ.λ.π. πρέπει να συνεκδικσθούν (αρθρ. 246 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Ι. Επειδή όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 4771 Γ/30-8-05 και 1776Β/23-9-05 εκθέσεις επιδόσεις των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Πειραιώς Ε. Μ. και Π. Κ. με επιμέλεια των αναιρεσειόντων επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο Γ. Μ. ακριβές αντίγραφο εκάστης των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για την συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Εφόσον συνεπώς ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν παραστάθηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, πρέπει κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτού.
ΙΙ. Επειδή, κατά τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής : Ότι την 13.2.2000 και περί ώραν 9:40 η πρώτη αναιρεσείουσα Σ. Τ., οδηγώντας το υπ' αρ...12 ΙΧΕ αυτοκινητό της, το οποίον ήταν ασφαλισμένο στην (δεύτερη αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρία ..., εκινείτο επί της ...).
Ότι όταν αυτή (Σ. Τ.) έφθασε στη διασταύρωση της εν λόγω οδού με την ..., η οποία είναι διπλής κατευθύνσεως, με δενδροφυτευμένη διαχωριστική νησίδα στο μέσον, και με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχοντας την πρόθεση να πραγματοποιήσει στροφή προς τα αριστερά, για να ακολουθήσει το ρεύμα κατεύθυνσης προς ..., ανέκοψε την ταχύτητά της, σχεδόν μηδενίζοντας αυτήν, έμπροσθεν της διασταυρώσεως της ..., όπου στην πορεία της υπήρχε πινακίδα Ρ-2 (STOP), και αφού έλεγξε την κρατούσα στο ρεύμα κατεύθυνσης προς το βουνό κυκλοφοριακή κίνηση ...
και διεπίστωσε ότι μπορεί ακινδύνως να διασχίσει καθέτως αυτό, συνέχισε την πορεία της, διασχίζοντας τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας του εν λόγω ρεύματος, και εστάθμευσε προσωρινά στο διάκενο της διαχωριστικής νησίδας για να ελέγξει την κίνηση του αντιθέτου ρεύματος της προκειμένου να πραγματοποιήσει την προς τα αριστερά στροφή.
Ότι η αναιρεσείουσα αυτή (Σ. Τ.) εστάθμευσε το αυτοκίνητό της "πλαγιοδιαγώνια" στη νησίδα, κατά τρόπον ώστε το οπίσθιο τμήμα αυτού να προεξέχει της νησίδας και να καταλαμβάνει τμήμα της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας (περίπου 1,5 μ.) του ρεύματος που είχε ήδη διασχίσει. Ότι κατά τον αυτό χρόνο ο αναιρεσείων Ν.
Κ., οδηγώντας την υπ' αρ. ...258 μοτοσυκλέτα, προστηθείς στην οδήγησή της από τον ενάγοντα Γ. Μ., ιδιοκτήτη αυτής, εκινείτο επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος ανόδου (προς το βουνό) της ..., ενώ στην δεξιά λωρίδα του ιδίου ρεύματος εκινείτο ένα αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης (FΙΑΤ UNO). Ότι όταν τα δύο αυτά οχήματα πλησίασαν στην διασταύρωση των οδών ..., ο οδηγός της μοτοσυκλέτας επεχείρησε να υπερκεράσει το αυτοκίνητο, πλην όμως, από εσφαλμένο υπολογισμό του χώρου και από ανεπιτηδειότητα περί την οδήγηση, επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας του επί του προεξέχοντος, εντός της λωρίδας του, οπισθίου αριστερού τμήματος του ως άνω σταθμευμένου αυτοκινήτου της Σ.
Τ. (οπίσθιο αριστερό φτερό και τροχό και αριστερή πόρτα), με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ενάγοντος Ν. Κ. και τις υλικές ζημίες των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων. Ότι η εν λόγω σύγκρουση οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα των οδηγών των δυο εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων και ειδικότερα η μεν υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας N. Κ.
συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή (άρθρο 12 ΚΟΚ) ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρο 19 ΚΟΚ), ρυθμίζοντας και την ταχύτητά του αναλόγως προς τις κρατούσες συνθήκες (οδός αυξημένης κυκλοφοριακής κίνησης και εμπόδιο έμπροσθεν αυτού - σταθμευμένο όχημα), αλλά οδηγούσε αμελώς και αδεξίως, με αποτέλεσμα, παρά το ότι αντιλήφθηκε από αρκετή απόσταση, μεγαλυτέρα των 100 μ., ή όφειλε να αντιληφθεί, δεδομένου ότι η οδός στο σημείο του ατυχήματος είναι ευθεία και δεν περιοριζόταν η ορατότητα αυτού, το ως άνω σταθμευμένο διαγώνια στο διάκενο της διαχωριστικής νησίδας ως άνω αυτοκίνητο, κατά τρόπο αντικανονικό, δηλαδή καταλαμβάνοντας μέρος της λωρίδας, όπου εκινείτο, όχι μόνον δεν προσπάθησε να αποφύγει αυτό, ανακόπτοντας την ταχύτητά του δι' εγκαίρου τροχοπεδήσεως, άλλά αντίθετα, εξακολουθώντας να κινείται με αυξημένη ταχύτητα, προσπάθησε να προσπεράσει το εκ δεξιών του κινούμενο αυτοκίνητο, υπολογίζοντας εσφαλμένα τον υπάρχοντα κενό χώρο του οδοστρώματος, εξ αιτίας δε του εσφαλμένου υπολογισμού του και της ανεπιτηδειότητός του περί την οδήγηση επέπεσε επί του ως άνω σταθμευμένου αυτοκινήτου (η αντίδρασή του να τροχοπεδήσει έγινε καθυστερημένα, δηλ.
σε απόσταση 8 μ. προ της συγκρούσεως, δεδομένου ότι τα ίχνη τροχοπεδήσεως της μοτοσυκλέττας είναι 7,90 μ. προ του σημείου συγκρούσεως). Ότι η υπαιτιότητα της Σ. Τ. συνίσταται στο ότι αυτή δεν κατέβαλε την απαιτουμένη περί την οδήγηση επιμέλεια και προσοχή (άρθρο 12 παρ. 1 ΚΟΚ) και ειδικότερα δεν μερίμνησε, σταθμεύοντας προσωρινά το αυτοκίνητό της, για να ελέγξει την κίνηση ώστε να ακινητοποιήσει αυτό, κατά τρόπο που να μη δημιουργεί κίνδυνο ή παρακώλυση στους λοιπούς χρησιμοποιούντες την οδό, αλλά αντίθετα στάθμευσε αυτό κατά τρόπο επικίνδυνο, αφού το οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου της κατελάμβανε μεγάλο τμήμα (σχεδόν το ήμισυ) του οδοστρώματος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος ανόδου της ...
με αποτέλεσμα να παρακωλύει την ελεύθερη κίνηση των επ' αυτού κινουμένων οχημάτων. Ότι δεν απεδείχθη ότι το αυτοκίνητο της Σ. Τ. κατά τον χρόνο της συγκρούσεως ήταν εν κινήσει, αλλά ήταν σταθμευμένο στο διάκενο της νησίδας. Ότι αυτή (Σ. Τ.) εισερχόμενη στην ... ήλεγξε την κίνηση του ρεύματος πορείας όπου εκινείτο ο αναιρεσείων - ενάγων Ν.
Κ. και ότι η συνυπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων είναι 50% για τον καθένα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει τις εκατέρωθεν εφέσεις και μετά ταύτα (δέχθηκε) εν μέρει τις συνεκδικασθείσες αγωγές και την κυρία παρέμβαση του ΙΚΑ και επιδίκασε τα αναφερόμενα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης χρηματικά ποσά.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 19 Κ.Πολ.Δ. διαλαβόν στην προσβαλλομένη απόφασή του μη πλήρεις και ασαφείς αιτιολογίες ως προς την (συν)υπαιτιότητα εκάστου οδηγού των συγκρουσθέντων ως άνω οχημάτων. Ειδικότερα δεν διευκρινίζει : 1) ποιό ήταν το πλάτος της νησίδας ασφαλείας των δύο ρευμάτων της ...
και αν ήταν δυνατό να καλυφθεί από το πλάτος αυτό ολόκληρο το αυτοκίνητο της Σ.. Τ. δια καταλλήλου στάσεώς του ώστε να μη προεξέχει μέρος αυτού και χωρίς να παρεμποδίζει την κίνηση και των δύο ρευμάτων της οδού αυτής και ιδίως του ρεύματος πορείας (προς το βουνό) όπου εκινείτο ο Ν. Κ., 2) ποίο ήταν το πλάτος εκάστης των δύο λωρίδων του ρεύματος πορείας της ..., όπου εκινείτο ο Ν.
Κ., και εάν παρά την μερική κάλυψη της αριστερής λωρίδας του ως άνω ρεύματος πορείας κατά 1,5 μ. από το αυτοκίνητο της Σ.. Τ., ηδύνατο ο Ν. Κ. να διέλθει εκ του υπολοίπου τμήματος της λωρίδας αυτής ακινδύνως. 3) Σε ποία απόσταση ευρίσκετο ο Ν. Κ. από το σημείο της συγκρούσεως, όταν ήδη είχε σταθμεύσει ως άνω το αυτοκίνητό της η Σ..
Τ. και με ποία ταχύτητα εκινείτο προ και κατά το χρόνο συγκρούσεως. 4) για ποίο λόγο ο Ν. Κ. δεν εκινείτο στη δεξιά λωρίδα του ως άνω ρεύματος πορείας. Ποία απόσταση μεσολαβούσε μεταξύ του κινουμένου στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος πορείας αυτοκίνητο FIAT UNO όπου εκινείτο ο Ν. Κ. και της κινουμένης στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος αυτού μοτοσυκλέττας, και εάν προ και κατά την χρόνον συγκρούσεως στο ρεύμα αυτού πορείας (του Ν.
Κ.) εκινούντο άλλα οχήματα. Εν όψει αυτών πρέπει κατά παραδοχή των από το άρθρο 559 παρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγων αμφοτέρων των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7175/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω έρευναν στο Εφετείο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.
-Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους των συνεκδικαζόμενων (κρινόμενων) αιτήσεων αναιρέσεως στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει για κάθε μία αίτηση αναιρέσεως στο ποσόν των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ