Supreme Court allows retroactive application of general law to final judgments if proportionate and for public interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the University of Athens to appeal a final judgment regarding the return of information bonuses to former employees. The university argued that the new law retroactively altered established rights, while the lower court had upheld the employees' claim. The court ruled that the legislature may apply new laws retroactively to general legal relationships if they serve compelling public interest reasons and respect the principle of proportionality.
Legislator headnote
AI generatedArticles 7(1), 77(2), and 78(2) of the Constitution; The legislature may regulate acquired legal relationships and rights through general provisions retroactively, even against final judgments, provided the measures are of general application, driven by imperative public interest reasons, and do not violate the core of judicial protection rights while adhering to the principle of proportionality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 745 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 745/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανη αυτού. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία - Επιστήμη Μουστακάτου, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)…. και 22)Α. Μ., κατοίκων απάντων ως εκ της υπηρεσίας τους Αθηνών. Οι 3η, 4η, 7η, 8η, 10η, 11η, 12η, 14η, 15η, 16η, 17η, 18η, 21η και 22η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είχε καταθέσει προτάσεις στις 4-1-2023 και οι λοιποί 1η, 2η, 5η, 6η, 9η, 13η, 19ος και 20η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ομοίως είχαν παρασταθεί οι διάδικοι και κατά τη δικάσιμο της 17ης - 1 - 2023.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2002 (με αριθμό κατάθεσης ...) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 428/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5952/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 14-12-2004 αίτηση του και τους από 9-11-2022 προσθέτους αυτής λόγους, η οποία συζητήθηκε στη δικάσιμο της 17ης - 1 - 2023, κατά την οποία η Εισηγήτρια - Αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου ανέγνωσε την από 14-11-2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μαρίου - Φωτίου Χατζηπανταζή με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την από 30-11-2022 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Σιμιτσή - Βετούλα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου προσθέτων λόγων σε συνδυασμό με τους πρώτο και τρίτο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Μετά την συζήτηση αυτή δεν εκδόθηκε απόφασης και σύμφωνα με την με αριθμό ... πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό ... πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη με αριθμό ...2024 Πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 14.12.2004 με αριθμ. κατάθ. ...2004 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5952/18.10.2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, επειδή λόγω της παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση κατά τη δικάσιμο στις 17.1.2023, [που ορίσθηκε με την από 17.3.2022 κλήση του καλούντος-αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., αφού η εκδίκαση αυτής κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο στις 28.11.2006 ματαιώθηκε], διαπιστώθηκε με την υπ'αριθ. ...
πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, αδυναμία έκδοσης απόφασης επ' αυτής εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αρεοπαγίτη 'Ολγας Σχετάκη-Μπονάτου, που είχε μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου, ως Εισηγήτρια. Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 828/2024, 31/2024,1195/2022, 80/2022, 536/2020).
Εξάλλου, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 του ΚΠολΔ (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 828/2024,31/2024, 57/2023, 1578/2021, 1276/2021).
Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παραστάθηκε ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 31/2024, 57/2023, 1578/2021, 1170/2021, 1305/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που είχε προσδιοριστεί για τη δικάσιμο 28.11.2006 ματαιώθηκε. Με την από 17.3.2022 κλήση του καλούντος-αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., λόγω της κατά τα άνω ματαίωσης, ορίσθηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτησή της ( αίτησης αναίρεσης) η 17.1.2023, πλην όμως, ενόψει του ότι διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης επ' αυτής εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αρεοπαγίτη 'Ολγας Σχετάκη-Μπονάτου, που είχε μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου, ως Εισηγήτρια, με την προαναφερθείσα με αριθμό ...2024 Πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου νόμιμα ορίσθηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας(11.2.2025).
Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (11.2.2025), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτούς, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του ΚΠολΔ), δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από το σύνολο των είκοσι δύο (22) αναιρεσίβλητων, οι πρώτη(1η), δεύτερη (2η), πέμπτη (5η), έκτη (6η), ένατη (9η), δέκατη τρίτη (13η), δέκατη ένατη (19η) και εικοστή (20η) αναιρεσίβλητες, ενώ οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. υπ' αριθμ. ...2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ά. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της πιο πάνω αναφερόμενης από 17.3.2022 κλήσης του καλούντος - αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., με την οποία, λόγω της κατά τα άνω ματαίωσης, ορίσθηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο στις 17.1.2023 και συγκοινοποίηση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, καθώς και των από 9.11.2022 πρόσθετων λόγων αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ίδια ως άνω δικάσιμο (17.1.2023), επιδόθηκαν, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δικηγόρο Αθηνών Α.
Κ., ως πληρεξούσια δικηγόρο όλων των αναιρεσίβλητων. Επίσης, από το με ημερομηνία 27.11.2024 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παπαπάνου προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. ... Πράξης του Προέδρου του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου με πράξη ορισμού δικασίμου της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας(11.2.2025) και της από 14.11.2024 κλήσης της Γραμματέα του ως άνω Τμήματος προς συζήτηση αυτής για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο όλων των αναιρεσίβλητων Α.
Κ., η οποία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 5952/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η ως άνω δικηγόρος παραστάθηκε ως πληρεξούσια δικηγόρος όλων των εφεσίβλητων (ήδη αναιρεσίβλητων) στη δευτεροβάθμια δίκη και δεδομένου ότι δεν προκύπτει, ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τις απούσες αναιρεσίβλητες προς το αναιρεσείον η τυχόν αντικατάστασή της.
Συνακόλουθα, εφόσον οι ως άνω 1η, 2η, 5η, 6η, 9η, 13η, 19η και 20η αναιρεσίβλητες κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 εδ. α'και γ' ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Με την από 10.12.2002 με αριθ. κατάθ.... αγωγή, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι είκοσι δύο (22) ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν και εργάζονται από το έτος 1997 στο εναγόμενο ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
με διαρκώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου ή εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες, όμως, υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσφέροντας συνεχώς τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό, με τις ειδικότητες που παρέθεταν για τον καθένα τους, αμειβόμενοι κατά τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, περί μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων.
Ότι, αν και, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 μέχρι 31.12.2002 κατ' εντολή της υπηρεσίας τους χειρίζονταν καθ' όλη τη διάρκεια του ωραρίου τους αποκλειστικά ηλεκτρονικό υπολογιστή, απασχολούμενοι μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών του αντικειμένου της εργασίας τους σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, για να καλύπτουν τις σχετικές ανάγκες σε χειριστές αυτών( εξ αιτίας τη μη πρόβλεψης σχετικών οργανικών θέσεων και έχοντας τα τυπικά προσόντα και την υπερδιετή εμπειρία που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 11 του Ν. 2470/1997 και 18 του Π.Δ. 194/1998), το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον αρνείται να τους χορηγήσει το επίδομα πληροφορικής-ηλεκτρονικού υπολογιστή , ύψους 25.000 δραχμών ή 73,37 ευρώ μηνιαίως, που προβλέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις.
Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζόμενων και επικουρικά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα τους το συνολικό ποσό των 2.641,32 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, που αφορά το επίδομα της πληροφορικής, το οποίο έλαβαν άλλοι υπάλληλοι το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 μέχρι 31.12.2002, οι οποίοι κατείχαν θέσεις χειριστών Η/Υ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 428/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως κατ'ουσία βάσιμη και επιδίκασε σε κάθε ενάγοντα το ως άνω ποσό των 2.641,32 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί της από 9.6.2003 και με αριθμ. καταθ. ...2003 έφεσης του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 5952/18.10.2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση.
Κατά της ως άνω απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου το εναγόμενο-εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ. άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης επί των λόγων της οποίας έχει κατατεθεί η από 14.11.2006 απορριπτική έκθεση του τότε εισηγητή Αρεοπαγίτη Μάριου-Φώτιου Χατζηπανταζή και τους από 9.11.2022 με αριθμ. κατάθεσης ...2022 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, επί των οποίων έχει κατατεθεί η από 30.11.2022 απορριπτική εισήγηση της εισηγήτριας Αρεοπαγίτη Μαρίας Σιμιτσή-Βετούλα.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και ειδικότερα α) η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 15.12.2004 με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 952/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εντός της προθεσμίας των τριών (3) ετών, (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο) που άρχισε από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης τις 18.10.2004 καθότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει επίδοση αυτής και β) οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. ...2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ά.
Κ. επιδόθηκαν στην ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσίβλητων Α. Κ., η οποία, όπως προεκτέθηκε, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην αρχική δικάσιμο της 17.1.2023 (άρθρο 569 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (Α' 190) και η οποία, κατά τη διάταξη της παρ. 2 β του άρθρου 116 του νόμου αυτού, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4912/2022 (Α' 59), εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων.
Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικασθούν, κατ' άρθρο 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική νομοθετική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη που ισχύει για τη κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά, και για εκείνη την κατηγορία που αδικαιολόγητα αποκλείσθηκε από την εφαρμογή της, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και κατά συνέπεια το δικαστήριο επιδικάζει την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 16/2015, 3/2013). Αυτό δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, που δεν επιτρέπει την παροχή μισθού, σύνταξης, χορηγίας ή αμοιβής χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο, διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (ΑΠ 828/2024, 31/2024, 102/2023, 474/2022).
Ειδικότερη εκδήλωση της καθιερούμενης με την πιο πάνω διάταξη αρχής της ισότητας αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1β' του ισχύοντος Συντάγματος που εφαρμόζεται επί μισθωτών που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου(ΟλΑΠ 3/1997) και επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζόμενους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως αυτοί παρέχουν την ίδια ποιοτικά και ποσοτικά εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα(ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 381/2019, 968/2013).
Δεν συντρέχει όμως τέτοια περίπτωση επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών που κατά την σχετική ρύθμιση πρέπει να συγκεντρώνει ορισμένες ιδιότητες σε σχέση με άλλη κατηγορία μισθωτών που δε συγκεντρώνουν τις ιδιότητες αυτές και οι οποίοι, κατά συνέπεια, απασχολούνται με διαφορετικούς όρους εργασίας (ΑΠ 828/2024, 31/2024 102/2023, 474/2022).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 904 εδ. α και 908 εδ. α του ΑΚ προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολόγητα πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαία θα κατέβαλε σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικά στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.
Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημόσιου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη. Εκ τούτων παρέπεται ότι, εάν ανατεθεί παράνομα σε υπάλληλο του Δημοσίου ή άλλου Ν.Π.Δ.Δ. (ανεξάρτητα από τη φύση της συνδέουσας αυτόν με το φορέα απασχόλησης σχέσης), που έχει προσληφθεί για την εκτέλεση εργασίας ορισμένου κλάδου, στον οποίο ανήκει η οργανική του θέση, η εκτέλεση αλλοτρίων καθηκόντων που εμπίπτουν σε έτερο κλάδο, όπου κατά νόμο προβλέπονται υψηλότερες αποδοχές ή καταβολή ειδικού επιδόματος, το Δημόσιο ή το Ν.Π.Δ.Δ.
καθίσταται αδικαιολόγητα πλουσιότερο και ενέχεται προς απόδοση στον πιο πάνω υπάλληλο της ωφέλειας την οποία αποκόμισε, η οποία ισούται προς τη διαφορά των αποδοχών ή προς το ύψος του επιδόματος, που θα κατέβαλε σε άλλο υπάλληλο, στον οποίο θα είχε αναθέσει έγκυρα τα εν λόγω καθήκοντα (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 828/2024, 101/2023, 1937/2022, 331/2022, 11/2022).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 11 του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40), όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της από 1.1.2004 με το άρθρο 55 του Ν.3205/2003 (ΦΕΚ Α 297) ορίσθηκε ότι: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: [...] 11.
Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:
α) Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β) Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές[...]. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ` όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση[...].
Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής [...]". Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2470/1997 διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ίδιου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής που είχε χορηγηθεί κατά το παρελθόν με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ προς άρση κάθε αμφισβήτησης με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται τους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ` όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος". 'Ήδη δε, από την έναρξη ισχύος του νεότερου Ν. 3205/2003 (1.1.2004), που αναφέρεται σε "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.
και ΟΤΑ κλπ", το ως άνω επίδομα πληροφορικής προβλέφθηκε και πάλι, κατά το άρθρο 8 παρ. 8 αυτού, "για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ. 50/2001 [...], οριζόμενο κατά ειδικότητα [...]".
Εξάλλου οι διατάξεις των άρθρων 4 και 11 του Π.Δ/τος 194/1988 "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις των δημοσίων υπηρεσιών και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 84), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ. 5 του Ν. 1735/1987, θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ Πληροφορικής και κατηγορίες υπαλλήλων ανά κλάδο και προβλέπουν ειδικά προς τούτο προσόντα σπουδών για το διορισμό των υπαλλήλων στις αντίστοιχες οργανικές θέσεις.
Διακρίνουν δε σαφώς τους κλάδους αυτούς από τον κλάδο ΔΕ προσωπικού Η/Υ, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 18 του ίδιου Π.Δ/τος, για την κάλυψη των οποίων δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, στο οποίο παραπέμπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 18. Επιπλέον και οι διατάξεις των άρθρων 6 και 14 του Π.Δ. 50/2001 (ΦΕΚ Α 5.3.2001) "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του δημόσιου τομέα (προσοντολόγιο)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 παρ. 6 του Ν. 2738/1999 (ΦΕΚ Α 180/9.9.1999), όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 347/2003 (ΦΕΚ Α 315/ 31.12.2003) θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ πληροφορικής, στους οποίους περιλαμβάνονται συγκεκριμένες ειδικότητες, εφόσον οι διοριζόμενοι κατέχουν ομώνυμο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ΑΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμο αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της αλλοδαπής (άρθρο 6) και ομώνυμο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ΤΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμων τίτλων σπουδών της αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της ημεδαπής ή αλλοδαπής (άρθρο 14).
Και στο Π.Δ. 50/2001 διακρίνονται οι προβλεπόμενοι στα άρθρα 6 και 14 αυτού κλάδοι από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 19 του ίδιου Π.Δ. κλάδο ΔΕ Προσωπικού Η/Υ (ή ΔΕ Πληροφορικής), για την κάλυψη του οποίου δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 19 αριθμ. 1 του ως άνω Π.Δ./τος.
Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου (1.1.1997) κατά το άρθρο 33 αυτού, καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι κατά καιρούς εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους, που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ/μα 194/1988 (και ήδη Π.Δ/μα 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ.
Τέτοια διεύθυνση πληροφορικής έχει συσταθεί και στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (Ε.Μ.Π.)" με το άρθρο 7 του Π.Δ. 46/1998 "Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου" (ΦΕΚ Α` 51), διαιρούμενη σε τρία τμήματα (οργάνωσης και μεθόδων, ανάλυσης και σχεδιασμού συστημάτων και ανάπτυξης και συντήρησης πληροφοριακών συστημάτων διοίκησης), ενώ με τα άρθρα 17 και 18 καθορίζονται οι οργανικές θέσεις του μόνιμου και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου προσωπικού ανά κλάδο και ειδικότητα.
Η θέσπιση των εκτεθεισών προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής ειδικά στην ανωτέρω κατηγορία υπαλλήλων δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, συνιστάμενη σε διαφορετική μεταχείριση ανόμοιων καταστάσεων, Αντίθετα, διακρίνει αφενός τους υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφετέρου τους υπαλλήλους, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, αλλά, απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου χρησιμοποιούν ηλεκτρονικό υπολογιστή (Η/Υ) κατά την παροχή της εργασίας τους σε διοικητική ή οικονομική θέση, χωρίς τη χρήση του οποίου η προσήκουσα παροχή των υπηρεσιών τους δεν θα ήταν εφικτή και προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του άνω επιδόματος.
Συνεπώς, η διάκριση αυτή, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια διαμόρφωσης της πολιτικής περί τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 αριθμ. 11 του Ν. 2470/1997 (που ίσχυαν κατά την ένδικη χρονική περίοδο από 1.1.2000 μέχρι 31.12.2002) μόνο στη συγκεκριμένη κατηγορία εξειδικευμένων υπαλλήλων του κλάδου της πληροφορικής, που κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.
κλπ και τη μη εφαρμογή των ίδιων διατάξεων και στους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. κλπ, που δεν έχουν τις ως άνω ιδιότητες, αλλά χειρίζονται ηλεκτρονικούς υπολογιστές στο πλαίσιο της εργασίας τους (ΟλΑΠ 5/2021). Περαιτέρω, από τις ίδιες εκτεθείσες διατάξεις συνάγεται και ότι ο αυστηρός καθορισμός των προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής μόνο στην ανωτέρω κατηγορία υπαλλήλων, αποκλείει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του δημόσιου φορέα, όπως είναι το Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο" σε βάρος της περιουσίας των υπαλλήλων του, στους οποίους αναθέτει τα καθήκοντα χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή και δεν τους καταβάλει το προβλεπόμενο στο άρθρο 8 παρ. 11 του Ν. 2470/1997 (ήδη στο άρθρο 8 παρ. 8 του Ν. 3205/2003) επίδομα πληροφορικής, εφόσον οι εν λόγω υπάλληλοι είτε δεν έχουν τα απαιτούμενα από το Π.Δ. 194/1988 και από το Π.Δ. 50/2001 τυπικά προσόντα και δεν κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, είτε έχουν τα απαιτούμενα από τα ως άνω Π.Δ.
τυπικά προσόντα, αλλά δεν κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής. Τούτο διότι, αν ο ως άνω δημόσιος φορέας προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας άλλους υπαλλήλους με τα προσόντα των προαναφερθέντων υπαλλήλων του και τις ικανότητές τους, ανέθετε δε σε αυτούς την άσκηση ίδιων καθηκόντων και πάλι δεν θα τους κατέβαλε το επίδομα πληροφορικής, καθόσον και αυτοί δεν θα είχαν τις σωρευτικά απαιτούμενες αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 101/2023, 1473/2022, 331/2022).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 828/2024, 31/2024, 1473/2022).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, 3/2022, 4/2021, 1/2021 ΑΠ 828/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "[...] Οι ενάγοντες [ήδη αναιρεσίβλητοι] εργάζονται από τα έτη 1996 ή 1997 στο εναγόμενο με ανανεούμενες συμβάσεις έργου ή εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προσφέροντας συνεχώς και αδιαλείπτως τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό, απασχολούμενοι με το σύνηθες ωράριο των λοιπών υπαλλήλων του και υπό τις οδηγίες και την εποπτεία των προϊσταμένων τους, τακτικών υπαλλήλων του εναγομένου.
Με τη θέσπιση του ν. 2839/2000[...] κατατάχθηκαν(τους μήνες Δεκέμβριο 2001 και Ιανουάριο 2002) σε θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου[...]. Προσέφεραν συνεχώς τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό, (ανήκοντες η 1η και η 3η στο κλάδο ΤΕ και εργαζόμενες ως προσωπικό Διοικητικού-Λογιστικού η 1η, βιβλιοθηκονόμος η 2η και γραφίστας η 3η, οι δε υπόλοιποι στο κλάδο ΔΕ εργαζόμενες οι 4η έως και 9η ως προσωπικό Η/Υ, ενώ οι λοιποί ως υπάλληλοι γραφείου), αμειβόμενοι όλοι κατά τις διατάξεις του ν. 2470/1997, περί μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων.
Κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2000 μέχρι 31.12.2002 κατ' εντολή της υπηρεσίας τους χειρίζονταν, σε όλη τη διάρκεια του ωραρίου τους, αποκλειστικά ηλεκτρονικό υπολογιστή, απασχολούμενοι μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών του αντικειμένου της εργασίας τους σε ηλεκτρονικό υπολογιστή για να καλύπτουν τις σχετικές ανάγκες των χειριστών αυτών, (ελλείψει πρόβλεψης σχετικών οργανικών θέσεων και έχοντας ακόμη τα τυπικά προσόντα(απολυτήριο λυκείου) και την υπερδιετή εμπειρία , που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και 18 του π.δ. 194/1998) [...].
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, όμως, αφού οι ενάγοντες απασχολήθηκαν, ως χειριστές Η/Υ, αποκλειστικά με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών του αντικειμένου της εργασίας τους σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και σε τμήματα όπου δεν προβλέπονται οργανικές θέσεις χειριστών Η/Υ, δικαιούνται το ένδικο βοήθημα με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 2470/1997 και του π.δ. 194/1988, αλλά και την αρχή της ισότητας εν όψει του ότι το επίδομα αυτό καταβάλλεται στο προσωπικό του δημοσίου και των άλλων ν.π.δ.δ., που εκτελούν τις ίδιες εργασίες και έχουν τα ίδια τυπικά προσόντα[...].
Το γεγονός ότι πριν τους μήνες Δεκέμβριο 2001 και Ιανουάριο 2002 οι διαρκώς ανανεούμενες συμβάσεις τους είχαν τη νομική μορφή των συμβάσεων έργου ή εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν αποτρέπει νομικά τη διεκδίκηση του ενδίκου επιδόματος και ασκεί έννομη επιρροή μόνο στη νομική βάση της αγωγής, αφού ναι μεν η υποκρυπτόμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι άκυρη(άρθρο 174 ΑΚ, γιατί δεν τηρήθηκαν οι ειδικά καθοριζόμενες από το νόμο 2190/1994 προϋποθέσεις για την εγκυρότητά της ως τέτοιας) [...], ο εργαζόμενος όμως δικαιούται να αξιώσει την ωφέλεια που τυχόν προσπορίστηκε ο εργοδότης του από την παροχή τέτοιας εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία ωφέλεια συνίσταται στο ίδιο ποσό που θα κατέβαλε ο εργοδότης, αν απασχολούσε άλλο πρόσωπο στην ίδια εργασία με έγκυρη σύμβαση εργασίας [...].
Συνεπώς, με βάση τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (για τις αξιώσεις εκάστου των εναγόντων πριν τους μήνες Δεκέμβριο 2001 και Ιανουάριο 2002, κατά τη σχετική επικουρική βάση της αγωγής), οι ενάγοντες δικαιούνται όλο το αιτούμενο ποσό, το ύψος του οποίου δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο ήδη εκκαλούν [...].
Ακολούθως, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση, την απέρριψε κατ' ουσία και επικύρωσε έτσι την πρωτόδικη απόφαση, που είχε επιδικάσει σε κάθε ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο το ως άνω επίδομα για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 μέχρι 31.12.2002, συνολικού ύψους 2.641,32 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με τις ως άνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε από αυτές, ότι δηλαδή η ένδικη αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων είναι νόμιμη, κατά την κύρια βάση της, που αναφέρεται στο χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο 2001 και τον Ιανουάριο 2002, και ότι είναι νόμιμη, κατά την επικουρική της βάση, που αφορά στο χρονικό διάστημα από 1.1.2000 μέχρι το Δεκέμβριο 2001 και Ιανουάριο 2002, κατά το οποίο οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν καταταγεί σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος και του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 4 και 11 του Π.Δ. 194/1988 και εκείνων των άρθρων 7, 17 και 18 του Π.Δ. 46/1998, καθώς και του άρθρου 904 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες. Τούτο διότι εσφαλμένα έκρινε, ότι αρκεί για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής στους ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητους η απλή ανάθεση καθηκόντων χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή κατά κύρια απασχόληση στο πλαίσιο της εργασίας τους και ότι δεν απαιτείτο αυτοί να υπηρετούν σε οργανική θέση της νομοθετημένης Διεύθυνσης Πληροφορικής του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος και να έχουν τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 4 και 11 του Π.Δ. 194/1988 προσόντα.
Επίσης, εσφαλμένα έκρινε ότι το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων κατά το διάστημα από 1.1.2000 μέχρι το Δεκέμβριο 2001 και τον Ιανουάριο 2002, που τους απασχολούσε με συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, διότι το αναιρεσείον ακόμη και αν προσλάμβανε με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου άλλα πρόσωπα με τα τυπικά προσόντα των αναιρεσίβλητων και ανέθετε σε αυτά την εκτέλεση της ίδιας ακριβώς εργασίας, στην οποία απασχολούσε τους αναιρεσίβλητους και στα πρόσωπα αυτά, ως μη πληρούντα τις σωρευτικά απαιτούμενες προϋποθέσεις του άρθρου 8 αριθμ. 11 του Ν. 2470/1997, δεν θα κατέβαλε το ένδικο επίδομα πληροφορικής.
Επομένως, οι περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, που εκτιμώνται ενιαία και συμπληρώνουν τους πρώτο και τρίτο λόγους του κυρίως δικογράφου της ένδικης αναίρεσης είναι βάσιμοι.
Συνεπώς, κατά παραδοχή αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δε η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Πολυμελές Πρωτοδικείο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεστεί και οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι προς θεμελίωση της αγωγής τους, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις αυτής, της οποίας μετά την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν κενά, κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ να κρατηθεί και να εκδικασθεί η υπόθεση, να γίνει δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος και κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την αγωγή , κατά την κύρια βάση της, ως ουσιαστικά βάσιμη και να απορριφθεί αυτή κατά την εν λόγω βάση της, ως μη νόμιμη.
Απορριπτέα ως μη νόμιμη, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, είναι και η επικουρική βάση της αγωγής των ως άνω εναγόντων, κατά το μέρος που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ. Τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, αν το αναιρεσείον προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας άλλους υπαλλήλους με τα προσόντα των προαναφερθέντων υπαλλήλων του (εναγόντων) και τις ικανότητές τους, ανέθετε δε σε αυτούς την άσκηση των ίδιων καθηκόντων και πάλι δεν θα τους κατέβαλλε το επίδομα πληροφορικής, αφού και αυτοί δεν θα είχαν τις σωρευτικά απαιτούμενες αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 828/2024, 1938/2022, 474/2022).
Σημειωτέον, ότι η επικουρική βάση μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεση του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αφού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο την κύρια βάση της αγωγής, παρέλειψε να αποφανθεί και γι' αυτήν (ΑΠ 1937/2022, 1938/2022).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νόμιμων τόκων οφειλόμενων όμως μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται κατ' άρθρο 340 Α.Κ., υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος.
Αντίθετα δεν μπορούν να ζητηθούν οι παρακρατηθέντες από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικές εισφορές, φόροι και λοιπές κρατήσεις, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (Ολ.ΑΠ 11/2007, ΑΠ 828/2024, 31/2024, 447/2023, 1803/2022, 474/2022). Τέλος, με το άρθρο 20 παρ. 5 του Ν. 3801/2009 (ΦΕΚ A 163/4.9.2009) ορίζεται ότι "Το επίδομα πληροφορικής το οποίο καταβλήθηκε από 1.1.1997, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ A 40) και, ακολούθως, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ A 297) ως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, θεωρείται νομίμως καταβληθέν και δεν αναζητείται.
Ειδικότερα θέματα, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας επιστροφής των καταβληθέντων σε συμμόρφωση προς σχετικές καταλογιστικές πράξεις, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών". Η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται, ως εκ του περιεχομένου της, για ποσά που ήδη καταβλήθηκαν σε υπαλλήλους ως επίδομα πληροφορικής κατά το διάστημα από 1.1.1997 έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού (4.9.2009) και δεν αφορά ποσά που καταβλήθηκαν μεταγενέστερα σε αυτούς σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, έστω και εάν αφορούσαν αξιώσεις των υπαλλήλων για την καταβολή του επιδόματος πληροφορικής αναγόμενες στο ίδιο χρονικό διάστημα, για τις οποίες εκκρεμούσαν σχετικές δίκες.
Η ρύθμιση αυτή αποσκοπούσε στην απαλλαγή των υπαλλήλων που είχαν ήδη εισπράξει και προφανώς δαπανήσει τα σχετικά ποσά από τη σε βάρος τους έκδοση καταλογιστικών πράξεων για την επιστροφή των ποσών αυτών ως αχρεωστήτως καταβληθέντων και την άρση των σε βάρος τους δυσμενών οικονομικών συνεπειών που θα σήμαινε γι' αυτούς η ως άνω επιστροφή (ΑΠ 828/2024, 31/2024, 1803/2022, 1473/2022, 11/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου από 13.1.2023 προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέα, στις 16.1.2023, πριν δηλαδή τη δικάσιμο 17.1.2023, αλλά και τις από 7.2.2025 συμπληρωματικές προτάσεις τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέα, στις 10.2.2025, πριν δηλαδή τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (11.2.2025), υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των ποσών που αυτό κατέβαλε σε αυτούς στις 8.9.2005 σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεθείσα απόφαση, αίτημα που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου από 4.1.2023 προτάσεις τους τις οποίες κατέθεσαν, κατά την επ' αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέα, στις 4.1.2023, πριν δηλαδή τη δικάσιμο 17.1.2023, ισχυρίζονται ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 5 του ν. 3801/2009 δεν ενέχονται στην επιστροφή των καταβληθέντων σε αυτούς χρηματικών ποσών που προέβη το αναιρεσείον σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλομένη απόφαση.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι νομικά και κατ' ουσία βάσιμος. Και τούτο διότι από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. έγγραφα και συγκεκριμένα από την προσκομιζόμενη με ημερομηνία 10.1.2005 μηχανογραφημένη κατάσταση πληρωμής των αναιρεσίβλητων από τα αρχεία μισθοδοσίας που συνέταξε ο εκκαθαριστής αποδοχών του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 63544/20.12.2022 έγγραφο της Δ/νσης Οικονομικών Υπηρεσιών του ΕΜΠ και με το από 28.12.2022 υπηρεσιακό σημείωμα της ίδιας Υπηρεσίας, προκύπτει ότι το τελευταίο, σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέβαλε στις 8.9.2005 με πίστωση των τραπεζικών λογαριασμών μισθοδοσίας των αναιρεσίβλητων, υπαλλήλων του, το ως άνω επιδικασθέν για τον καθένα ποσό πλέον των νομίμων τόκων, μετά αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων.
Εφόσον, λοιπόν, το επιδικασθέν για κάθε αναιρεσίβλητο ποσό, που αφορά επίδομα πληροφορικής, καταβλήθηκε εκουσίως από το αναιρεσείον, πριν τις 4.9.2009, θεωρείται, κατ' άρθρο 20 παρ. 5 του ν. 3801/2009 νομίμως καταβληθέν και δεν μπορεί να αναζητηθεί από το αναιρεσείον, με την αίτηση επαναφοράς (ΑΠ 31/2004, 1803/2022, 1473/2022).
Ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 20 παρ.5 του Ν. 3809/2009 δεν τυγχάνει εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση καθότι σε διαφορετική περίπτωση θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση του νομοθέτη σε εκκρεμή δίκη δεν είναι βάσιμος. Και τούτο διότι, το Σύνταγμα δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη, εκτός των ειδικά σε αυτό προβλεπομένων περιπτώσεων (άρθρα 7 παρ. 1, 77 παρ. 2 και 78 παρ. 2 του Συντάγματος), εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, να ρυθμίζει αναδρομικά έννομες σχέσεις και δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί με την έκδοση γενικών κανόνων (ΟλΑΠ 3/2016, ΟλΣτΕ 734/2016, ΣτΕ 3613/2013) ακόμα και κατά τρόπο διαφορετικό, έστω και αν οι έννομες σχέσεις ή τα δικαιώματα κρίνονται ενώπιον των δικαστηρίων ή έχουν αναγνωρισθεί με τελεσίδικες ή αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές είναι γενικής εφαρμογής και δεν ρυθμίζουν μεμονωμένη σχέση, υπαγορεύονται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και δεν προσβάλλουν τον πυρήνα και την ουσία του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας, σεβόμενες την αρχή της αναλογικότητας (ΑΕΔ 14/2013, ΑΠ 1240/2022, ΣτΕ 1773/2020), όπως στην προκειμένη περίπτωση, που, για τους προεκτεθέντες λόγους, η ως άνω διάταξη του άρθρου 20 παρ.5 του ν. 3809/2009 ρυθμίζει κατά γενικό τρόπο την άρση των σε βάρος υπαλλήλων δυσμενών οικονομικών συνεπειών, που θα σήμαινε γι αυτούς η επιστροφή του επιδόματος πληροφορικής, που τους έχει καταβληθεί.
Πρέπει, λοιπόν, η αίτηση επαναφοράς να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη, όσο και για τις δίκες αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), αφού το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 2 και 20 παρ. 1 του ν. 4831/2021 (ΑΠ 828/2024, 447/2023, 1803/2022, 1578/2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 14.12.2004 (με αριθ. καταθ. 180/2004) αίτηση αναίρεσης και τους από 9.11.2022 (αριθ. καταθ. 143/2022) πρόσθετους λόγους κατά της υπ' αριθμ. 5952/18.10.2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
Δέχεται την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5952/18.10.2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
Κρατεί και δικάζει την από 9.6.2003 (με αριθμ. κατάθ. ...2003) έφεση του εναγόμενου-εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος. Δέχεται κατ' ουσία την ως άνω έφεση..
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 428/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την από 10.12.2002 (με αριθ. καταθ. ...) αγωγή των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων.
Απορρίπτει την ανωτέρω αγωγή.
Απορρίπτει την αίτηση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ για την αναιρετική δίκη και για τις δίκες των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ