Legislator Case Law & Legislation
745/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to prove specific facts regarding employer's rejection of work offer.

Case Number 745/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision in a labor dispute. The appellant argued that the employer's dismissal was invalid, but the court found the lower court failed to examine specific facts proving the employer rejected the appellant's work offer after the dismissal. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because the necessary factual basis for the claim was not established.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 579 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be based on specific factual circumstances proving the invalidity of a dismissal, and a lower court's failure to examine such facts renders the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
labor dispute dismissal invalidity specific facts requirement inadmissible appeal Code of Civil Procedure employer rejection work offer

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 579 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 581 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 745 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 745/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Λ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Θεοδόση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «A. Μ. Α. Ε. Δ. Α. Κ.", πρώην "A. Α. Ε. Δ. Α. Κ." και το δ.τ. "A. Α..Ε..Δ..Α..Κ." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Έλενας Χατζάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 888/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1036/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 26-2-2020 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 894/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναιρεί και παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 4289/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-12-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 8-12-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4289/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, μετά την αναίρεση της υπ' αρ.1036/2018 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, με την 894/2021 απόφαση του δικαστηρίου τούτου. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 579 παρ.1 Κ.Πολ.Δ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθ. 524 παρ. 1β'.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτό εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 1532/2023, ΑΠ 1312/2022, ΑΠ 679/2011, 493/2011, 614/2009).

Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι εφέσεως και ως αναιρετικοί λόγοι κατ' αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης. Στην περίπτωση δε αυτή, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της έφεσης, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι είναι ως λόγοι έφεσης απαράδεκτοι (ΑΠ 1132/2022, ΑΠ 1216/2020, ΑΠ 1476/2012, 738/2012).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 211, 213, 216, 226, 229, 233, 669 και 672 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920, 1 - 5 ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι για το νομότυπο και έγκυρο της καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου) απαιτείται να γίνεται από τον ίδιο τον εργοδότη ή από το νόμιμο αντιπρόσωπο ή πληρεξούσιο του, εφόσον δε εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου) η καταγγελία πρέπει να γίνεται από το αρμόδιο κατά νόμο εκπροσωπευτικό όργανο του, κατά τις διατάξεις των άρθ. 67, 68 και 70 ΑΚ (ΑΠ 1269/2009, 557/2008), διαφορετικά, εάν δηλ.

η καταγγελία της σύμβασης εργασίας στο όνομα νομικού προσώπου γίνει από πρόσωπο ή όργανο αυτού που δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει την σύμβαση, η καταγγελία είναι ανυπόστατη (ΑΠ 1039/2019, 1650/2012, 1358/2009, 557/2008, κατ' άλλη άποψη άκυρη, ΑΠ 1268/2009), στην περίπτωση δε αυτή το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του μισθωτού, που έπαυσε εξαιτίας της καταγγελίας αυτής να προσέρχεται στην υπηρεσία του, για την πληρωμή μισθών υπερημερίας, αν, όμως, μετά την ως άνω καταγγελία ο μισθωτός προσφέρεται στην παροχή της εργασίας του και το νομικό πρόσωπο την αποκρούει, τότε περιέρχεται τούτο σε υπερημερία και υποχρεούται να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές υπερημερίας.

Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή του εργαζομένου, όταν έχει αίτημα την επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω ανυπόστατης καταγγελίας της σύμβασης, η οποία έγινε στο όνομα εργοδότη νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού που δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση, πρέπει για την πληρότητα αυτής να διαλαμβάνει, εκτός από τη σύμβαση εργασίας και τη συμβατική ή νόμιμη αμοιβή, και τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία προκύπτει το ανυπόστατο της καταγγελίας και η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών που προσέφερε ο εργαζόμενος.

Η υπερημερία αυτή δεν προκύπτει αυτομάτως, όπως στην άκυρη καταγγελία για τους λοιπούς λόγους, αλλά δεδομένου ότι το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη, αφού η από αναρμόδιο πρόσωπο γενομένη καταγγελία δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα, πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή, για να είναι ορισμένη, ότι ο μισθωτός και μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από μη νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο, προσέφερε πραγματικά, ενόψει και του ανυπόστατου της καταγγελίας, τις υπηρεσίες του στον εργοδότη και ότι ο τελευταίος τις απέκρουσε, περιερχόμενος έτσι σε υπερημερία, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη (ΑΠ 1039/2019,1650/2012).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ.

Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής, ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 361/2023, ΑΠ 1039/2019, 1120/2015, 167/2011).

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 24/2023, 3/2021, 322/2020, 5/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με την ένδικη από 31-10-2014 αγωγή του, εξέθεσε, κατά το ουσιώδες περιεχόμενό της, τα ακόλουθα: 'Οτι είχε προσληφθεί από την εναγομένη την 1-7-2010 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και προσέφερε τις υπηρεσίες του ως Διευθυντής Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών μέχρι την 1-9-2014, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του.

Ότι η ως άνω καταγγελία ήταν ανυπόστατη, άλλως άκυρη μη παράγουσα έννομα αποτελέσματα, γιατί υπογράφηκε από αναρμόδιο πρόσωπο και συγκεκριμένα την υπάλληλο της μητρικής εταιρείας A. Ε. Α..Α..Ε. Α. Φ. χωρίς να έχει κάποια εξουσία ή σχετική εξουσιοδότηση. Ότι περαιτέρω η καταγγελία, γενομένη από λόγους έχθρας και αντεκδίκησης προς το πρόσωπό του, ήταν άκυρη ως καταχρηστική.

Ότι η εναγομένη, λόγω του ανυπόστατου, άλλως της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του και ως προς την καταβολή των αποδοχών του,με βάση δε το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις νομίμως και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του με την απειλή εναντίον της χρηματικής ποινής, και να υποχρεωθεί να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας συνολικού ποσού 42.602,02 ευρώ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 5.000 ευρώ και επιπλέον να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει για την ίδια αιτία (χρηματική ικανοποίηση) ποσό 195.000 ευρώ, νομιμοτόκως, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η 888/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ως μη νόμιμη τη βάση της αγωγής που είχε ως έρεισμα το ανυπόστατο, άλλως ακυρότητα της καταγγελίας λόγω της ανυπαρξίας εξουσίας εκπροσωπήσεως εκ μέρους του υπογράψαντος το έγγραφο της καταγγελίας προσώπου, ακολούθως δε, αφού δέχθηκε ότι η χωρήσασα καταγγελία ήταν καταχρηστική, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, νομιμοτόκως, ποσό 27.415,57 ευρώ συνολικά για αποδοχές υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τους διαδίκους και εκδόθηκε η 1036/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε τυπικά δεκτές αμφότερες τις εφέσεις, δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και δεκτή εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και στη συνέχεια, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη.

Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο ενάγων με την από 26-2-2020 αίτησή του, επικαλούμενος λόγους που αφορούσαν, τόσο την απόρριψη ως μη νόμιμης της βάσης της αγωγής του που στηριζόταν στο ανυπόστατο, άλλως στην τυπική ακυρότητα της καταγγελίας (λόγω της υπογραφής του εγγράφου της από αναρμόδιο πρόσωπο), όσο και τη λήψη υπόψη, κατά την αποδεικτική διαδικασία σε σχέση με την εξετασθείσα κατ' ουσίαν βάση της αγωγής, της υπ' αρ....

ένορκης βεβαίωσης του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και αναιρεσίβλητης. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 894/2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία, αφού δέχθηκε ότι η ως άνω ένορκη βεβαίωση αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναίρεσης, ανήρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών προς περαιτέρω εκδίκαση.

Μετά την επανεισαγωγή της υπόθεσης στο πιο πάνω δικαστήριο, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλομένη, υπ' αριθμ.4289/2022 απόφασή του, η οποία, εξετάζοντας μόνο τη βάση της αγωγής που αφορούσε στην καταχρηστικότητα της καταγγελίας, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή.

Με το σύνολο των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων βάλλει κατά της εφετειακής απόφασης, στην οποία προσάπτει τις αναιρετικές πλημμέλειες των αρ. 8 και 1, άλλως 19 του ΚΠολΔ, προβάλλοντας ειδικότερα ότι το Εφετείο, που δίκασε την υπόθεση μετά παραπομπή, παρέλειψε να λάβει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα το λόγο έφεσής του που αφορούσε στην απόρριψη της βάσης της αγωγής του που στηριζόταν στο ανυπόστατο, άλλως στην τυπική ακυρότητα (λόγω της υπογραφής του σχετικού εγγράφου από αναρμόδιο πρόσωπο) της καταγγελίας, και επιπλέον (δεν έλαβε υπόψη) τον ισχυρισμό του περί πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς των υπηρεσιών του, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 669, 670 ΑΚ, 1 Ν.2112/1920 και 5 του Ν.3198/1955, 211, 213, 216, 226, 229, 233, 67, 68, 70, 349, 350 και 656 του ΑΚ, τις οποίες δεν εφήρμοσε, με συνέπεια να απορρίψει την ως άνω βάση της αγωγής του.

Οι αιτιάσεις αυτές, κατά το ορθό νοηματικό τους περιεχόμενο, υπάγονται στο σύνολό τους στον αναιρετικό λόγο του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν ενώπιον του Εφετείου και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης), ανεξάρτητα από την επικαλούμενη νομική θεμελίωσή τους στον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, αλλά και στον αριθμό 19, ο οποίος προϋποθέτει ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης.

Όμως από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, προκύπτει ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν το περιστατικό της πραγματικής προσφοράς της εργασίας του ενάγοντος στην εναγομένη και μετά την ανυπόστατη καταγγελία και τη μη αποδοχή της από την τελευταία, ήτοι δεν προσδιορίζονται στο δικόγραφο συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ο ενάγων και μετά την (ανυπόστατη) καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από το φερόμενο μη νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο, προσέφερε πράγματι, ενόψει του ανυπόστατου της καταγγελίας και κατά τον προσήκοντα τρόπο, τις υπηρεσίες του στην εργοδότρια - εναγόμενη και ότι η τελευταία δια των αρμοδίων προς τούτο οργάνων της τις απέκρουσε, περιερχόμενη έτσι σε υπερημερία.

Ειδικότερα δεν αναφέρεται αν ο ενάγων αμέσως μετά την (ανυπόστατη) καταγγελία εξακολούθησε να προσέρχεται για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη, στον τόπο και κατά το χρόνο που ορίζει η σύμβαση του και ότι αυτές αποκρούστηκαν και σε ποιο χρόνο, από τα αρμόδια για να εκφράσουν την άρνηση της εναγόμενης περί την αποδοχή της εργασίας του, όργανα αυτής.

Η επίκληση των άνω περιστατικών, είναι απαραίτητη για τη νομική θεμελίωση της αγωγής κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο, κατά τη βάση της που στηρίζεται στο ανυπόστατο ή στην τυπική ακυρότητα της καταγγελίας για τον ίδιο ως άνω λόγο. Σε κάθε περίπτωση, η υπό τα ίδια περιστατικά επιχειρούμενη θεμελίωση ακυρότητας αυτής, είναι αόριστη και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν γίνεται επίκληση στην αγωγή ποιο ή ποια φυσικά πρόσωπα, ως όργανα ή εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι του νομικού προσώπου της αναιρεσίβλητης, ήταν αρμόδια για την υπογραφή της καταγγελίας.

Κατά συνέπεια, εφόσον η αγωγή ήταν απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς την ως άνω βάση της, το Εφετείο είχε μεν υποχρέωση να την ερευνήσει, και συγκεκριμένα τα θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά, πλήν όμως η παράλειψή του να λάβει υπόψη του αυτά και να αποφανθεί επί των σχετικών λόγων της έφεσης, δεν δύναται να θεμελιώσει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.

Τούτο δε διότι τα περιστατικά αυτά που δεν λήφθησαν υπόψη λόγω της κατά τα ως άνω αοριστίας τους δεν μπορούν να στηρίξουν νόμιμα τη βάση αυτή της αγωγής και συνεπώς δεν θεωρούνται ουσιώδη, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, θα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή ως βάσιμου του νομίμου σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-7-2022 αίτηση για αναίρεση της 4289/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ