Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over Christmas and Easter bonuses for seafarers.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the shipping company's appeal against the First Instance Court's judgment awarding Christmas and Easter bonuses to a seafarer. The court found the lower court correctly interpreted the employment contract and relevant Ministry of Merchant Marine regulations regarding holiday allowances. Since no valid grounds for appeal were established, the appeal was rejected and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 561, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal must be rejected if the appellate court finds no legal errors in the lower court's interpretation of the employment contract and statutory holiday bonus provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 745 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 745/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Παναγιώτη Αθανασόπουλο και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρείoυσας: ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας Δήμου …, που εδρεύει στην Κάλυμνο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ζ. του Γ., κατοίκου ... Δωδεκανήσου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κουντούρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/12/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: Κ 42/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 125/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 23/9/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την με αριθμό κατάθεσης 33/24-9-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 125/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 663 επ. ΚΠολΔ) επί της από 15-10-2019 έφεσης του ηττηθέντος πρωτοδίκως ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά της Κ42/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, η οποία εκδόθηκε επί της από 4-12-2015 αγωγής του ανωτέρω εκκαλούντος κατά της εφεσίβλητης - εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης ως άνω απόφασης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 14.325,03 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 4-12-2015 αγωγή του εξέθεσε, ότι δυνάμει σύμβασης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στην Κάλυμνο στις 31-10-2012 μεταξύ του ιδίου και του νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, πλοιοκτήτριας του υπό Ελληνική σημαία επιβατηγού - οχηματαγωγού πλοίου με την ονομασία "Ν…", ναυτολογήθηκε αυθημερόν σ' αυτό, στον λιμένα …, με την ειδικότητα του ναύτη και απασχολήθηκε στο παραπάνω πλοίο, με την ως άνω ναυτική ειδικότητα, μέχρι τις 3-5-2014, οπότε απολύθηκε "λόγω αδείας".
Ότι δυνάμει σύμβασης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στην … στις 19-7-2014, μεταξύ του ιδίου και του νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης, ναυτολογήθηκε αυθημερόν στο ίδιο ως άνω πλοίο στον λιμένα της …, με την ίδια ως άνω ναυτική ειδικότητα και απασχολήθηκε μέχρι τις 13-6-2015, οπότε και απολύθηκε "αιτήσει του πλοιάρχου".
Ότι με τις ως άνω συμβάσεις συμφωνήθηκε ότι αυτός θα λαμβάνει ως μηνιαίες αποδοχές τις καθοριζόμενες εκάστοτε, κατ' ελάχιστο όριο, για την ειδικότητα του ναύτη, από την οικία και εφαρμοζόμενη Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας (ΣΣΝΕ) πληρωμάτων ακτοπλοϊκών - επιβατηγών πλοίων, όπως αυτή ίσχυε κατ' έτος αναδρομικά μετά την κύρωσή της με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού και ότι ειδικότερα για τα έτη 2014 και 2015 ίσχυσε η ΣΣΝΕ του έτους 2014, που κυρώθηκε με την 3525/1.5.2014 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου (ΦΕΚ Β' 1664/24-6-2014).
Ότι το εν λόγω πλοίο εκτελούσε καθημερινά και κατά τους ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενους χρόνους τα δρομολόγια από τη νήσο Κάλυμνο προς τις νήσους Λέρο, Λειψούς, Πάτμο, Αρκιούς, Αγαθονήσι, Αστυπάλαια και Πυθαγόρειο Σάμου και ότι για την κάλυψη των αναγκών, που δημιουργούνταν από την εκτέλεση των ως άνω δρομολογίων, αυτός απασχολείτο όλες τις ημέρες της εβδομάδος, συμπεριλαμβανομένων των Σαββάτων, των Κυριακών και των αργιών, πέραν του νόμιμου ωραρίου του, προσφέροντας την εργασία, που εκτενώς παραθέτει.
Και ότι η εναγομένη, κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-1-2014 έως 3-5-2014 και από 19-7-2014 έως και 13-6-2015 δεν του έχει καταβάλει τις πλήρεις αποδοχές του και του οφείλει το συνολικό ποσό των 76.099,34 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, αμοιβή υπερωριακής εργασίας, πρόσθετη αμοιβή για δρομολόγια εξπρές, αμοιβή φορτοεκφόρτωσης οχημάτων, δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων των ετών 2014 - 2015 και αποζημίωση απόλυσης, βάσει έγκυρων συμβάσεων ναυτικής εργασίας, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την Κ42/2019 οριστική απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή, και, επί της από 15-10-2019 ασκηθείσας έφεσης του ενάγοντος, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και, μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την αγωγή (για το ποσό των 14.325,03 ευρώ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.
ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρης και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), και β) έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 550 αριθ. 19 ΚΠολΔ) απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novif curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 651/2010, ΑΠ 142/2009, ΑΠ 863/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων, με επίκληση, από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με σύμβαση ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στην Κάλυμνο στις 31-10-2012 μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, ο ενάγων ναυτολογήθηκε ως ναύτης στο υπό ελληνική σημαία και με αριθμό νηολογίου Καλύμνου 02 Ε/Γ - Ο/Γ πλοίο "Ν…", πλοιοκτησίας της εναγομένης, στο οποίο εργάσθηκε μέχρι την 3-5-2014, οπότε και απολύθηκε, λόγω αδείας.
Κατόπιν με νέα σύμβαση ναυτολογήθηκε ως ναύτης στις 19-7-2014 και εργάστηκε μέχρι την 13-6- 2015, οπότε και απολύθηκε με αίτηση πλοιάρχου. Το πλοίο στο οποίο εργάστηκε κατά τα ως άνω ο ενάγων, εκτελούσε πλόες στις νήσους του Βορείου Συγκροτήματος Δωδεκανήσου και στο Κεντρικό Αιγαίο μέχρι τη Σάμο, στη χαρακτηριζόμενη ως "άγονη γραμμή", προσεγγίζοντας τα νησιά Λέρο, Λειψούς, Πάτμο, Αρκιούς, Αγαθονήσι, Αστυπάλαια, Πυθαγόρειο Σάμου, για την εκτέλεση της οποίας είχαν συναφθεί συμβάσεις δημόσιας υπηρεσίας (σχετ.
οι υπ' αριθ. 329/2013 και 328/2013 συμβάσεις ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας, που συνήφθησαν μεταξύ του ελληνικού δημοσίου και της εναγόμενης), εκτελούσε δε καθημερινά κυκλικά δρομολόγια, ως εξής: Κάθε Δευτέρα και Πέμπτη το δρομολόγιο της γραμμής Κάλυμνος-Αστυπάλαια-Κάλυμνος με ώρα αναχώρησης 07.00 και ώρα επιστροφής 14.15, κάθε Τρίτη και Παρασκευή:
Κάλυμνος - Λέρος -Λειψοί - Πάτμος - Αρκιοί - Αγαθονήσι - Πυθαγόρειο - Αγαθονήσι - Αρκιοί - Πάτμος - Λειψοί -Λέρος - Κάλυμνος, με ώρα αναχώρησης 05.00' και ώρα επιστροφής 22.50'της ίδιας ημέρας και κάθε Κυριακή: Κάλυμνος - Λέρος -Λειψοί - Πάτμος - Αρκιοί - Αγαθονήσι - Πυθαγόρειο - Αγαθονήσι - Αρκιοί - Πάτμος - Λειψοί -Λέρος - Κάλυμνος, με ώρα αναχώρησης 07.00' και ώρα επιστροφής 23.30'της ίδιας ημέρας.
Οι αποδοχές του ενάγοντος, κατόπιν σχετικής συμφωνίας με την εναγομένη, διαμορφώνονταν σύμφωνα με τις προβλέψεις της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων που κυρώθηκε με Υπουργική Απόφαση. Ακολούθως, σύμφωνα με την ΣΣΕ για την εργασία των πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων, έτους 2014, μετά την κύρωση της με την υπ' αριθμ. 353.1.5/01/2014 (ΦΕΚ Β 1664/24-6-2014), ο μηνιαίος μισθός του ναύτη, για οκτάωρη πενθήμερη εργασία (από Δευτέρα έως Παρασκευή) συνυπολογιζομένης και της εργασίας για τις Κυριακές, σε δρομολόγια της άγονης γραμμής, απαρτιζόταν από τα εξής κονδύλια:
Μισθός ενεργείας ποσό 1.157,99 ευρώ, για επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενεργείας ποσό 254,76 ευρώ, για επίδομα τροφής ποσό 576,30 ευρώ, για επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσό 35,22 ευρώ, για επίδομα άγονης γραμμής σε ποσοστό 7% επί του μισθού ποσό 81,05 ευρώ, για επίδομα άδειας ποσό 417,13 ευρώ, για επίδομα ιματισμού ποσό 56,50 ευρώ, για αντίτιμο τροφής ποσό 576,30 ευρώ, και συνολικά 2.578,95 ευρώ.
Επομένως, για την οκτάωρη, καθημερινή πλην Σαββάτου απασχόληση του ενάγοντος, στην εναγομένη, συμπεριλαμβανομένων των ως άνω αναφερομένων αναλυτικά επιδομάτων, έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 2.578,95 ευρώ, μεικτές αποδοχές.
Συνεπώς ο ενάγων για το χρονικό διάστημα της εργασίας του ήτοι από 1-1-2014 έως 3-5-2014 αρχικά και από 19-7-2014 έως 13-6-2015 εφόσον εργάστηκε για 15 μήνες, έπρεπε να λάβει μικτές αποδοχές 2.578,95 ευρώ Χ 15 μήνες = 38.684,25 ευρώ. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθ. 11 της ως άνω ΣΣΕ η εργασία του Σαββάτου αμείβεται υπερωριακώς, ενώ σύμφωνα με το άρθ. 13 η υπερωριακή απασχόληση τα Σάββατα αμείβεται προσαυξημένη κατά 50% και συγκεκριμένα για την ειδικότητα του ενάγοντος (ναύτης) αμείβεται με 10,05 ευρώ/ώρα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2014 ο ενάγων εργάστηκε τα κάτωθι Σάββατα διότι γινόταν δρομολόγια: 4, 11, 18 Ιανουαρίου και 1,8,15 και 22 Φεβρουαρίου και συνολικά εργάστηκε για τα Σάββατα αυτά 55 ώρες (βλ. σχετικά τον προσκομιζόμενο πίνακα ωρών εργασίας), ενώ για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της εργασίας του απασχολήθηκε τα Σάββατα όπως προκύπτει από τον πίνακα ωρών εργασίας 314 ώρες και συνολικά λοιπόν απασχολήθηκε επί 369 ώρες και άρα δικαιούται αμοιβή (369 Χ 10,05) 3.708,45 ευρώ.
Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι εργαζόταν 16 ώρες ημερησίως γεγονός που δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο πέραν από την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Μ., η οποία όμως αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα Τ. Κ.. Εξάλλου δεν κρίνεται βάσιμο καθότι αντίκειται στους κανόνες της λογικής δεδομένου ότι στο πλοίο της εναγόμενης απασχολούνταν τέσσερις ναύτες και συνεπώς είναι σαφές ότι μοιράζονταν τις εργασίες.
Εξάλλου και από τον πίνακα ωρών εργασίας, ο οποίος έχει υπογραφεί και από τον ενάγοντα προκύπτουν οι ώρες εργασίας του και δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτός ψευδής, δεδομένου ότι αναγράφει διαφορετικές ώρες εργασίας ανά ημέρα, και μάλιστα με διακυμάνσεις. Περαιτέρω από το άρθ. 3 της ως άνω ΣΣΕ προκύπτει ότι η υποχρεωτική μηνιαία απασχόληση ανέρχεται σε 173 ώρες ενώ για την πρόσθετη (υπερωριακή) εργασία, η προκύπτουσα εκ της εφαρμογής της υπερωριακής αμοιβής του ναυτικού προσαυξάνεται κατά 25% και ειδικότερα για την ειδικότητα του ενάγοντος η αμοιβή ανέρχεται σε 8,38 ευρώ ανά ώρα.
Αποδείχθηκε περαιτέρω από τον ανωτέρω πίνακα ότι ο ενάγων απασχολήθηκε πέραν των ως άνω 173 ωρών (εκτός της εργασίας του τα Σάββατα) τις κάτωθι ώρες: Τον 1ο/2014 για 43 ώρες, τον 2ο/2014 για 25 ώρες, τον 4ο/2014 για 28 ώρες, τον 8ο/2014 για 50 ώρες, τον 9ο/2014 για 35 ώρες, τον 10ο/2014 για 1 ώρα, τον 11o/2014 για 27 ώρες, τον 12ο/2014 για 26 ώρες, τον 1ο/2015 για 29 ώρες, τον 2ο/2015 για 32 ώρες, τον 4ο/2015 για 23 ώρες, τον 5ο/2015 για 37 ώρες.
Συνολικά λοιπόν κατά τη διάρκεια της εργασίας του ο ενάγων απασχολήθηκε υπερωριακά για 356 ώρες και άρα δικαιούται ποσό (356 Χ 8,38) 2.983,28 ευρώ.
Περαιτέρω ο ενάγων με την αγωγή του ισχυρίζεται ότι δικαιούται αμοιβή για φορτοεκφόρτωση 5.200 φορτηγών και 4.000 επιβατηγών οχημάτων όμως από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε η φορτοεκφόρτωση αυτού του αριθμού οχημάτων, ούτε από έγγραφο ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος και συνεπώς η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς το αίτημα αυτό.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 33 ως άνω ΣΣΕ πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων, το οποίο τιτλοφορείται "Δρομολόγια Εξπρές", προκύπτει ότι α] σε κάθε περίπτωση κατά τον καθορισμό, την έγκριση και την εκτέλεση δρομολογίων πρέπει να προνοείται από την αρμόδια υπηρεσία (του ΥΕΝΑΝΠ ή ΥΘΥΝΑΛ) και από τους πλοιοκτήτες η παραμονή των πλοίων στο λιμάνι αφετηρίας τουλάχιστον 6 ώρες πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο, προκειμένου να παρασχεθεί στον πλοίαρχο και το πλήρωμα ο αναγκαίος χρόνος ανάπαυσης καθώς και προετοιμασίας του πλοίου για το επόμενο δρομολόγιο, εάν δε αυτό κατ' εξαίρεση δεν καθίσταται δυνατό, καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα πρόσθετη αμοιβή, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο αυτό (παρ. 1 και 2), β] ως δρομολόγια, για τα οποία καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα η πρόσθετη αυτή αμοιβή, θεωρούνται εκείνα, για την εκτέλεση των οποίων το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι αφετηρίας ή προορισμού, κατά περίπτωση, πριν περάσουν τουλάχιστον 6 ώρες από τον κατάπλου στο αντίστοιχο λιμάνι αφετηρίας ή προορισμού (παρ. 3, δρομολόγια εξπρές), γ] η πρόσθετη αυτή αμοιβή προβλέπεται για όλα τα εξπρές δρομολόγια, με την παραπάνω έννοια, που αναφέρονται σε ακτοπλοϊκά - επιβατηγά πλοία που δεν έχουν τακτικές καθημερινές τουλάχιστον 6 αναχωρήσεις (δρομολόγια) την εβδομάδα από το λιμάνι αφετηρίας, και υπολογίζεται κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις παρ. 4 και 7, τακτικά δε θεωρούνται τα δρομολόγια εκείνα, κατά τα οποία το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι αφετηρίας σε προκαθορισμένη κάθε ημέρα ώρα, έστω και αν η ώρα απόπλου δεν είναι η ίδια κάθε ημέρα, σε εκτέλεση τακτικού δρομολογίου, δ] ειδικά προκειμένου περί πλοίων, τα οποία έχουν τακτικές καθημερινές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας, η πρόσθετη αυτή αμοιβή καταβάλλεται για τα πέραν των 5 δρομολόγια την εβδομάδα (παρ. 5, που αποτελεί διάταξη ειδικότερη εκείνης της παρ. 3), οι ναυτικοί δηλαδή που εργάζονται σε ακτοπλοϊκά επιβατηγά πλοία που έχουν τακτικές καθημερινές αναχωρήσεις και εκτελούν περισσότερα από 5 κυκλικά δρομολόγια την εβδομάδα, είτε παραμένουν στο λιμάνι αφετηρίας 6 ώρες είτε όχι, λαμβάνουν την πρόσθετη αμοιβή που προβλέπεται στην προαναφερθείσα παρ. 7 του άρθρου αυτού, με την διαφορά ότι ο αριθμός των δρομολογίων εξπρές δεν υπολογίζεται κατά την παρ. 4 αλλά κατά τα οριζόμενα στην παρ.55 του ίδιου άρθρου, ε] τέλος, κατ' εξαίρεση που εισάγεται με την παρ. 6 του αυτού άρθρου οι διατάξεις του δεν ισχύουν και δεν εφαρμόζονται, οι ναυτικοί δηλαδή δεν δικαιούνται την πρόσθετη αυτή αμοιβή για δρομολόγια εξπρές, σε ημερόπλοια δηλαδή τα πλοία που εκτελούν πλόες από 07.00' έως 23.00" και σε πλοία τοπικών γραμμών, εκτός εάν, κατ' εξαίρεση δηλαδή της εξαίρεσης αυτής (επάνοδο στον κανόνα) τα πλοία αυτά εκτελούν δρομολόγια ή επεκτείνουν τα δρομολόγιά τους τις νυκτερινές ώρες, δηλαδή από 23.00' μέχρι 07.00' ώρας της επομένης ημέρας (ΑΠ 345/2019, ΑΠ 259/2014, Τ.Ν.Π.
Νόμος). Με βάση τα παραπάνω, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, δεδομένου ότι δύο φορές την εβδομάδα η έναρξη των δρομολογίου του πλοίου στο οποίο παρείχε την εργασία του ο ενάγων γινόταν στις 05:00, ήτοι προ της 7ης πρωινής, γεγονός που άλλωστε συνομολογείται από την εναγομένη, με συνέπεια να υπάρχει επέκταση των δρομολογίων τις νυκτερινές ώρες, ο ενάγων δικαιούται την προβλεπόμενη από το άρθρο 33 παρ. 7 της ως άνω Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας αμοιβή για δύο (2) δρομολόγια εξπρές κάθε εβδομάδα.
Η αμοιβή αυτή, υπολογίζεται με βάση τα προβλεπόμενα στην περ. [α] της παρ. 7 του ως άνω άρθρου 33 της Σ.Σ.Ε., καθώς η διάρκεια του κυκλικού ταξιδιού τις συγκεκριμένες ημέρες (Τρίτη και Παρασκευή) είναι μεγαλύτερη των 12 ωρών, και ανέρχεται στο 1/30 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, δοθέντος δε ότι αυτές, ανέρχονται σε (νόμιμος μισθός 2.578,95 ευρώ + αναλογία στις πραγματοποιηθείσες υπερωρίες 248,61 ευρώ) 2.827,56 ευρώ, η αμοιβή την οποία δικαιούται ο ενάγων για κάθε δρομολόγιο εξπρές ανέρχεται σε (2.827,56:30) 94,25 ευρώ.
Επομένως, δεδομένου ότι για το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο ενάγων ως εργαζόμενος το ως άνω πλοίο πραγματοποίησε πενήντα εννέα (104) δρομολόγια εξπρές (και συγκεκριμένα, για το έτος 2014: 9 δρομολόγια το μήνα Ιανουάριο, 8 δρομολόγια το μήνα Φεβρουάριο, 4 δρομολόγια το μήνα Μάρτιο, 7 δρομολόγια το μήνα Απρίλιο, 3 δρομολόγια το μήνα Ιούλιο, 9 δρομολόγια το μήνα Αύγουστο, 9 δρομολόγια το μήνα Σεπτέμβριο, 9 δρομολόγια το μήνα Οκτώβριο, 8 δρομολόγια το μήνα Νοέμβριο και 9 δρομολόγια το μήνα Δεκέμβριο και για το έτος 2015: 9 δρομολόγια το μήνα Ιανουάριο, 4 δρομολόγια το μήνα Φεβρουάριο, 3 δρομολόγια το μήνα Μάρτιο, 7 δρομολόγια το μήνα Απρίλιο, 9 δρομολόγια το μήνα Μάιο και 4 δρομολόγια το μήνα Ιούνιο), δικαιούται για την παραπάνω αιτία το συνολικό ποσό των (94,25X104) 9.802 ευρώ, το δικαστήριο όμως δεν μπορεί να επιδικάσει το ποσό αυτό, καθότι ο ενάγων με την αγωγή του ζητά για το ως άνω κονδύλι των εξπρές δρομολογίων ποσό 2.522,18 ευρώ, το οποίο και δύναται να του επιδικαστεί.
Περαιτέρω, η αμοιβή αυτή του ενάγοντος για τα εξπρές δρομολόγια, ως τακτική παροχή, πρέπει να συνυπολογιστεί για την εξεύρεση των επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα για τα έτη 2014 και 2015 (ΑΠ 227/2018, ΑΠ 415/2017, ΑΠ 191/2011, Τ.Ν.Π. Νόμος, Κων. Λαναρά, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική [2016], σελ. 660, και για τον τρόπο υπολογισμού των εν λόγω επιδομάτων σελ. 654).
Η μηνιαία αναλογία της ως άνω αμοιβής, για χρονικό διάστημα εργασίας 15 μηνών, ανέρχεται σε (9.802: 15) 653,47 ευρώ, η οποία πρέπει να προστεθεί στις παραπάνω αναφερόμενες νόμιμες αποδοχές, οι οποίες έτσι ανέρχονται σε (2.827,56 +653,47) 2.893,03 ευρώ. Κατά συνέπεια, το δώρο Πάσχα για τα έτη 2014 και 2015 που δικαιούται ο ενάγων, ανέρχεται στο μισό του μηνιαίο μισθό για έκαστο έτος και συνεπώς στο ποσό των (2.893,03 ευρώ: 2 = 1.446,52 Χ 2) 2.893,03 ευρώ.
Εξάλλου, η αναλογία του στο δώρο Χριστουγέννων του έτους 2014, ανέρχεται σε 2/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε 19 ημέρες διάρκειας της εργασιακής σχέσης (χωρίς να αφαιρούνται Σάββατα, Κυριακές ή εορτές, επομένως εν προκειμένω για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 30-5-2014 και από 19-7-2014 έως 31-12-2014 υπολογίζονται 8,89 διαστήματα 19 ημερών), ήτοι στο ποσό των (2893,03 Χ2/25 Χ 8,89) 2.057,50 ευρώ, ενώ η αναλογία του στο δώρο Χριστουγέννων του έτους 2015, ανέρχεται σε 832,33 ευρώ σύμφωνα με το αίτημά του.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων ο ενάγων δικαιούται για την εργασία του στην εναγόμενη για όλα τα ανωτέρω συνολικά κονδύλια το ποσό των (38.684,25 + 3.708,45 + 2.983,28 + 2.522,18 + 2.893,03 + 2.057,50 + 832,33) 53.681,92 ευρώ. Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες από την εναγόμενη αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή κατέβαλε στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα των υπηρεσιών του σε αυτή το συνολικό ποσό των 39.355,99 ευρώ γεγονός που δεν αμφισβητείται ρητά από τον ενάγοντα και συνεπώς οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 14.325.03 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος, και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι με το να υπολογίσει τις αποδοχές του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1-1-2015 έως και 13-6-2015 με βάση τη ΣΣΝΕ πληρωμάτων ακτοπλοϊκών - επιβατηγών πλοίων του έτους 2014, παρότι η ισχύς της σύμβασης αυτής έληξε την 31-12-2014 και ότι μετά την πάροδο τριμήνου από τη λήξη της, εφόσον δεν συνάφθηκε νέα ΣΣΝΕ, κυρωθείσα με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, από τους κανονιστικούς όρους της ως άνω σύμβασης, εξακολούθησαν να ισχύουν αποκλειστικά εκείνοι που αφορούν:
α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο, και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικίνδυνης εργασίας, παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις των νόμων 1876/1990, 3845/2010, 3899/2010, 4024/2011, 4046/2012, 4093/2012 και ΠΥΣ 6/2012, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος ως εκ τούτου ως απαράδεκτος, διότι δεν εξειδικεύονται οι διατάξεις των ως άνω νόμων που παραβιάσθηκαν.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, α) διότι το Εφετείο δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έγκυρη, κατ' άρθρο 361 ΑΚ, συμφωνία του ενάγοντος με την εναγομένη κατά την κατάρτιση εκάστης των εργασιακών συμβάσεων σχετικά με την εφαρμογή σ' αυτές των κανονιστικού χαρακτήρα διατάξεων των ΣΣΝΕ για τα μέλη των πληρωμάτων των ακτοπλοϊκών - επιβατηγών πλοίων, οι οποίες (ρυθμίσεις) τοιουτρόπως κατέστησαν δεσμευτικές στις μεταξύ τους σχέσεις, με αποτέλεσμα, εν προκειμένω, να τυγχάνει εφαρμοστέα επί των εργασιακών όρων και των αποδοχών του ενάγοντος ολόκληρου του επίδικου χρονικού διαστήματος η αντίστοιχη ΣΣΝΕ του έτους 2014, η οποία κυρώθηκε με την ΥΑ 3535.1. 5/01/2014 (ΦΕΚ Β' 1664/24-6-2014), (ΑΠ 692/2014, ΑΠ 1706/1987), και β) διότι στις ΣΣΝΕ δεν εφαρμόζονται από 14-5-2012 οι διατάξεις των ΠΥΣ 6/2012, που αφορούν τις συλλογικές συμβάσεις στη χερσαία και όχι στη ναυτική εργασία (ΑΠ 87/2000).
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες κατά την κρίση ότι οι αποδοχές του ενάγοντος είχαν συμφωνηθεί με την ατομική σύμβαση ναυτικής εργασίας του, δια της παραπομπής στις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΝΕ πληρωμάτων ακτοπλοϊκών - επιβατηγών πλοίων και ειδικότερα για τα έτη 2014 και 2015 από την ΣΣΝΕ του έτους 2014, η υποχρέωση εφαρμογής της οποίας προέκυπτε από ειδικότερο, έγκυρο, όρο της ατομικής σύμβασης του ενάγοντος και, επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1, 335, 338, 339, 340, 346 και 524 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν, με επίκληση, οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Ολ ΑΠ 8/2016, 2/2008, 42/2002).
Τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη, μολονότι ήταν παραδεκτά και νόμιμα, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή τους στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος, για την πληρότητα του αναιρετικού λόγου, πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο, με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ ΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1265/2017, ΑΠ 1409/2015).
Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1432/2018, ΑΠ 255/2018, ΑΠ 1622/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης από τους αριθμούς 11γ' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι στερείται νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και δη του πίνακα ωρών εργασίας του αναιρεσίβλητου, τον οποίο, με επίκληση προσκόμισε στο Εφετείο, που αφορά το κρίσιμο ζήτημα της πρόσθετης υπερωριακής εργασίας του αναιρεσίβλητου (εκτός της εργασίας του τα Σάββατα), τον οποίο όμως ουδόλως έλαβε υπόψη και έτσι κατέληξε σε βλαπτικό για την αναιρεσείουσα πόρισμα, επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο αμοιβή υπερωριακής εργασίας για 356 ώρες ποσό 2.983,28 ευρώ.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου ότι για το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, πλην άλλων και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αλλά και από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, το παραπάνω αναφερόμενο έγγραφο, το οποίο είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα, παραδεκτά, με τις προτάσεις της τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου και κατέληξε σε διαφορετικό (μη αρεστό στην αναιρεσείουσα) πόρισμα, το οποίο εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και χωρίς αντιφάσεις.
Εξάλλου η αναιρεσείουσα αναφέρει ότι ο πίνακας ωρών εργασίας αιτιολογήθηκε εσφαλμένα και παραγνωρίστηκε η αποδεικτική του αξία, δηλαδή οι προβαλλόμενες αιτιάσεις τις αποτελούν ουσιαστικές εκ μέρους της προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά το αποδεικτικό αυτό μέσο, οι οποίες απαραδέκτως προβάλλονται κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Από τη διάταξη του άρθρου 14 τους ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2014 σε συνδυασμό προς εκείνες των παραγράφων 1, 2, 3 και 7 της 70109/8008/14-12-1982 απόφασης του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας "Περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα προς τους δικαιούμενους ναυτικούς (ΦΕΚ Β' 1/7-1-1982)" προκύπτει ότι οι ναυτικοί δικαιούνται επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ίσων προς ένα μηνιαίο μισθό και μισθό 15 ημερών, αντίστοιχα, εάν η σχέση εργασίας διήρκεσε καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου και από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου, αντίστοιχα, ή 2/25 του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα και 1/15 του ημίσεως του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο οκταήμερο χρονικό διάστημα, αντίστοιχα, ή ανάλογο κλάσμα επί χρονικού διαστήματος μικρότερου του δεκαεννεαήμερου ή οκταήμερου, εάν η σχέση εργασίας δεν διήρκησε καθ' όλο το ως άνω διάστημα, αντίστοιχα.
Επίσης, για τον υπολογισμό των προαναφερθέντων επιδομάτων λαμβάνεται υπόψη ο πραγματικά καταβαλλόμενος μισθός την 10η Δεκεμβρίου και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα, αντίστοιχα, δηλαδή το σύνολο των τακτικών αποδοχών του ναυτικού, στις οποίες περιλαμβάνονται κάθε παροχή καταβαλλόμενη παγίως και σταθερώς ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του ναυτικού τακτικώς κάθε μήνα ή κατ' επανάληψη περιοδικώς σε ορισμένα χρονικά διαστήματα.
Μάλιστα, ως τέτοιες, προσδιορίζονται ενδεικτικώς στην ως άνω Υπουργική Απόφαση: α) η προσαύξηση της νόμιμης και τακτικής εργασίας κατά τις Κυριακές, εφόσον δίνεται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα σαν τακτικό αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες τακτικά κάθε μήνα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στον μισθωτό για νόμιμη υπερωριακή εργασία.
Εφόσον η υπερωριακή αμοιβή για παροχή υπερωριακής εργασίας δεν καταβάλλεται υπό μορφή επιδόματος παγίως και τακτικώς κατά μήνα, υπολογίζεται κατά μέσον όρο, αν κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα καταβάλλεται τακτικώς, γ) το επίδομα αδείας και οι λοιπές τακτικές παροχές. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται για δώρο Πάσχα των ετών 2014 και 2015 μισό μηνιαίο μισθό για κάθε έτος, ήτοι το ποσό των 2.893,03 ευρώ (1.1446,52 ευρώ Χ 2), για αναλογία δώρου Χριστουγέννων του έτους 2014 το ποσό των 2.057,50 ευρώ (2.893,03 Χ 2/25 Χ 8,89) και για αναλογία δώρου Χριστουγέννων του έτους 2015, το ποσό των 832,33 ευρώ, συνυπολογίζοντας στις πάγιες τακτικές μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσείοντος ποσού 2.578,95 ευρώ και το μέσο όρο αμοιβής υπερωριών του κατά τη διάρκεια της ναυτολογησής του ποσού 248,6 ευρώ καθώς και την μηνιαία αναλογία της πρόσθετης αμοιβής του για τα εκτελούμενα δρομολόγια εξπρές ποσού 653,47 ευρώ (ΑΠ 345/2019).
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 14 της προαναφερθείσας ΣΣΝΕ και τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3 και 7 της 70109/8008/14-12-1982 απόφασης του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας "περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα προς τους δικαιούμενους ναυτικούς" και, επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, εφόσον δεν εξειδικεύεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης η πλημμέλεια του Δικαστηρίου της ουσίας, αν δηλαδή πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στην ως άνω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, και αιτείται την καταδίκη αυτή (άρθρο 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό κατάθεσης 33/24-9-2020 αίτηση για αναίρεση της 125/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ