Appeal against insurance company dismissed for non-appearance; appeal against other party allowed regarding omitted sworn statements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding two insurance companies due to their failure to appear or be represented at the hearing. While the first ground of appeal concerning omitted sworn statements was accepted, the court ruled that the appeal against the third insurance company was valid because the lower court failed to consider these documents. Consequently, the judgment was annulled in part, and the case was remitted for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2) and 559(11γ) of the Code of Civil Procedure; If opposing parties fail to appear or be represented, the appeal is inadmissible against them, but if the lower court omits specific evidence like sworn statements, the relevant part of the judgment is annulled and the case remitted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 745 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 745/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. χας Χ. Χ., το γένος Γ. Π., 2) Ι. Χ. του Χ., 3) Ι. Χ. του Χ., 4) Ε. χας Ι. Χ. και 5) Γ. Π. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Π. Βρεττό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Α. του Α., 2) Δ. χας Α. Α. και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 446/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-5-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 4-1-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δευτέρου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Σε αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Π. Α. και Δ., χήρα Α. Α., αντιστοίχως, δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο. Αντίθετα οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της κρινόμενης από 27.5.2013 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 446/2010 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν προσκομίζουν, ούτε επικαλούνται αποδεικτικά επιδόσεως αντιγράφου της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και κλήση να παραστούν σ' αυτή στους απολειπόμενους πρώτο και δεύτερη αναιρεσιβλήτους. Επομένως η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτούς θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να προχωρήσει κανονικά ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", που εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η από 27.5.2013 (και με αριθμό κατάθ. ....6.2013) αναίρεση κατά της 446/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 2.2.2010 και κατέστη τελεσίδικη μετά την παρέλευση της τριετίας από την δημοσίευσή της (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρ. 1 του Ν. 4335/2015), δηλαδή στις 3.2.2013, αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται επίδοση της πρωτόδικης και ήδη προσβαλλόμενης 446/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι παραδεκτή και θα πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των εκφερομένων μ' αυτή λόγων αναιρέσεως.
Κατά την διάταξη του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν
επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Ο λόγος, κατά το τρίτο σκέλος, ιδρύεται, αν το Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά την διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δηλ.
στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010). Εξάλλου οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή τον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, η έλλειψη δε της μνείας αυτής ενδεικνύει ότι το μέσο αυτό δεν λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 1105/2015 ΑΠ 767/2011) και δεν αρκεί η βεβαίωση απλώς του Δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν αν δεν αναφέρονται ειδικά οι ένορκες βεβαιώσεις, που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο.
Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνηση της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 25/2004).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Συνυπαιτιότητα υπάρχει, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, όταν ο ζημιωθείς συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία και την έκτασή της, οπότε το Δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση όμως για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως και οι οποίες συνεκτιμώνται καθ' εαυτές και σε συνδυασμό προς τις λοιπές αποδείξεις, κατά το λόγο γνώσης και της αξιοπιστίας εκάστου μάρτυρα, από όλα τα επικαλούμενα και προσαγόμενα έγγραφα, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προς άμεση απόδειξη και για τη συναγωγή τεκμηρίων εφόσον έχει επιτραπεί το εμμάρτυρο μέσο (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 του Κ.Πολ.Δ.) αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Την 12-9-2006 και περί ώρα 11.00, ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής HYUNDAI, η συγκυριότητα του οποίου ανήκει κατά το 1/2 σ' αυτόν και κατά το άλλο 1/2 στη δεύτερη των εναγομένων και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, κινείτο επί της επαρχιακής οδού ..., που διέρχεται μέσα από την πόλη της Βόνιτσας και έχοντας κατεύθυνση προς την πόλη Λευκάδας.
Όταν προσέγγισε το σημείο, που η ως άνω επαρχιακή οδός διασταυρώνεται με την επαρχιακή οδό ..., δεν αντιλήφθηκε την μεγάλη ενδεικτική πινακίδα που υποδεικνύει αλλαγή πορείας δεξιά για την κίνηση προς Λευκάδα και Πρέβεζα, αλλά θεωρώντας ότι η επαρχιακή οδός ... συνεχίζει ευθεία, δεν κινήθηκε με το όχημά του δεξιά σε σχέση με την πορεία του, αλλά συνέχισε ευθεία, εισερχόμενος όμως στην επαρχιακή οδό ..., που αρχίζει ακριβώς από εκείνη τη διασταύρωση, με κατεύθυνση από την ......
Ο πρώτος εναγόμενος, έχοντας θέσει σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (φλας) του οχήματός του, καθόσον πρόθεσή του ήταν να κινηθεί αριστερά, να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να εισέλθει στον προαύλιο χώρο του ως άνω εργοστασίου ξυλουργίας, κινήθηκε με μεγάλη ταχύτητα και στη συνέχεια ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του, ευρισκόμενος πάντα εντός του ρεύματος πορείας του (προς ...) και σε θέση παράλληλη με τη νοητή διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας.
Στον ίδιο τόπο και χρόνο ο Γ. Χ. του Χ., υιός της πρώτης των εναγόντων, αδελφός του δευτέρου και της τρίτης και εγγονός της τέταρτης και του πέμπτου, οδηγώντας την χωρίς αριθμό κυκλοφορίας δίκυκλη μοτοσικλέτα, εργοστασίου κατασκευής "SUZUKI" τύπου "MALAYSIA", κυλινδρισμού 120 κυβ. εκατ., στερούμενος άδεια οδηγήσεως και υπό την επήρεια οινοπνεύματος και έχοντας συνεπιβάτη τον δεύτερο των εναγόντων, κινείτο στην ίδια ως άνω επαρχιακή οδό με κατεύθυνση από την ....
Λίγα μέτρα πιο μπροστά, είχε ξεκινήσει προς την ίδια κατεύθυνση με την δίκυκλη μοτοσικλέτα του, ο συμμαθητής τους Δ. Τ., έχοντας συνεπιβάτη τον επίσης συμμαθητή τους Δ. Κ., κινούμενοι στην ίδια ως άνω κατεύθυνση. Φθάνοντας τα παραπάνω δίκυκλα στο σημείο όπου ο πρώτος εναγόμενος είχε ακινητοποιήσει το όχημά του προκειμένου να διέλθει το αντιθέτως ερχόμενο υπ' αριθμ. ...
Ι.Χ.Φ. αυτ/το, το οποίο κινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς Βόνιτσα) και στη συνέχεια (ο πρώτος εναγόμενος) να στρίψει αριστερά στο εργοστάσιο ξυλείας, η μεν δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Δ. Τ., έχοντας συνεπιβάτη τον Δ. Κ. τροχοπέδησε και ακινητοποιήθηκε προ του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, ενώ η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Γ.
Χ. με συνεπιβάτη τον δεύτερο των εναγόντων, κινούμενη με ταχύτητα ογδόντα χιλιομέτρων την ώρα, συνέχισε την πορεία της κάνοντας ελιγμό προς τα αριστερά προκειμένου να προσπεράσει το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του πρώτου των εναγομένων, προσέκρουσε ελαφρά στο οπίσθιο αριστερό φτερό (φανάρι), με αποτέλεσμα ο οδηγός του να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας, να εκτραπεί της πορείας του και να επιπέσει στο παρακείμενο τοιχίο του εργοστασίου ξυλείας που ευρίσκετο στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Βόνιτσα.
Από το παραπάνω ατύχημα, ο Γ. Χ. υπέστη κακώσεις κεφαλής, θώρακα και κοιλίας, από τις οποίες επήλθε ο θάνατός του, ο δε δεύτερος των εναγόντων υπέστη κακώσεις κεφαλής και θώρακα. Για το παραπάνω ατύχημα, αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, Γ. Χ., επειδή δεν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως (ΑΠ 184/2009, 635/2007, 2039/2006, 1044/2005), που όφειλε και ηδύνατο να καταβάλει, ενόψει των περιστάσεων.
Ειδικότερα δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του που οδηγούσε, ώστε να έχει τη δυνατότητα σε κάθε στιγμή να ακινητοποιήσει το όχημά του προ οιοδήποτε κινδύνου δυνάμενου να προβλεφθεί, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12, 19 του ΚΟΚ, αλλά αντίθετα κινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης κατά το άρθρο 20 του ΚΟΚ (50 χιλιόμετρα ανά ώρα), ήτοι ογδόντα χιλιομέτρων την ώρα (όπως αυτή προκύπτει από το ταχύμετρο της μοτοσικλέτας και τις προανακριτικές καταθέσεις των Δ.
Τ. και Δ. Κ.) και ανέλαβε την οδήγηση του μοτοποδηλάτου χωρίς να κατέχει άδεια οδηγήσεως (αμέλεια στην ανάληψη του εγχειρήματος). Επίσης, ο παραπάνω οδηγός κατελήφθη να οδηγεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος (παράβαση άρθρου 42 του ΚΟΚ), αφού βρέθηκε στο αίμα του ποσοστό 0,32mg/100 ml με την χρωματογραφική μέθοδο (βλ.
την από 18-10-2006 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών). Το παραπάνω ποσοστό οινοπνεύματος που βρέθηκε στο αίμα του Γ. Χ., δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι αυτός ευρίσκετο σε κατάσταση μέθης (βλ. υπ' αριθμ. .../1969 ΦΕΚ Β' 831, .../ 70511/45/25-11-1997, .../85 αποφάσεις του Υπουργού Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης), από την ποσότητα όμως του οινοπνεύματος που ευρέθηκε στο αίμα του, η οποία απέχει 0,18 μικρογραμμάρια από το ποσοστό 0,50 το οποίο αποτελεί αμάχητο τεκμήριο μέθης, συνάγεται ότι αυτός τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και γνώριζε ότι το άτομο που βρίσκεται σε κατάσταση αυτή τελεί σε υπερδιέγερση, εξέρχεται από τη νηφαλιότητα και οι ιδιότητες της μνήμης και της προσοχής είναι εξασθενημένες και ως εκ τούτου δημιουργείται υπερεκτίμηση ικανοτήτων και δυνατοτήτων, με αποτέλεσμα να μπορούσε να προβλέψει ότι οδηγώντας υπό την επίδραση οινοπνεύματος θα γινόταν πρόξενος ατυχήματος...".
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθμ. ../2010 και ../2010 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες δόθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Βόνιτσας μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, τις οποίες νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, εκ των οποίων η δεύτερη εξ αυτών αναφέρεται στις συνθήκες του ατυχήματος.
Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα με την συνεκτίμηση και των προαναφερομένων ένορκων βεβαιώσεων, τις οποίες νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν με τις έγγραφες προτάσεις (σελ. 9 των εγγράφων προτάσεων) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αφού αυτές δεν μνημονεύονται ρητά στη μνεία των αποδεικτικών μέσων, όπως θα έπρεπε, αφού αυτές αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, κατά τα εκτεθέντα, ούτε και σε άλλο σημείο της απόφασης γίνεται μνεία αυτών.
Επομένως το Μονομελές Πρωτοδικείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά την παραδοχή του πρώτου από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως παρέλκει η εξέταση του δεύτερου από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως. Κατόπιν αυτών θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, να αναιρεθεί η απόφαση ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή και να καταδικασθεί η τρίτη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσαν και προτάσεις, όπως αυτή καθορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση από 27.5.2013 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 446/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.
Αναιρεί την 446/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος, που αφορά την τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Συνεταιριστική Ανώνυμος Ελληνική Εταιρία Γενικών Ασφαλειών".
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.
Καταδικάζει την τρίτη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. Και Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ