Supreme Court dismisses State's appeal on public entity interest rate application and procedural time limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment awarding back pay to a private contractor. The State argued for a reduced interest rate based on public entity status, but the Court found no such privilege applied to this specific contract. Consequently, the Court ruled that the State must pay the full awarded amount plus interest calculated at the standard private rate.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; Article 11 of the Code of Civil Procedure for Public Law: The State is not exempt from standard private interest rates when enforcing contracts where no specific public law privileges were granted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 745 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 745/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νομίμως εκπροσωπείται από τους Υπουργούς Οικονομιών και Πολιτισμού που κατοικοεδρεύουν στην …, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευθυμίας Γκαράνη και δεν κατέθεσε προτάσεις
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Α. του Κ. κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-8-2009 αγωγή του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1035/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-10-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου διάβασε την από 19-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Εάν ο αναιρεσίβλητος προτείνει ένσταση περί του εκπροθέσμου της ασκήσεως αναιρέσεως, με τις προτάσεις του, που κατατέθηκαν πριν από είκοσι (20) ημέρες, κατά το άρθρο 570 παρ. ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος οφείλει να την λάβει υπόψη και να αποφανθεί (Ολ ΑΠ 412/1981). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 144 παρ.1, 495 παρ.1 και 2, 496 και 564 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως είναι τριάντα ημέρες.
Η προθεσμία αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και τελειώνει κατά τη λήξη του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης, μη εξαιρετέας ημέρας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 για τον κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, σε όλες τις δίκες του Δημοσίου δεν τρέχει ουδεμία, απολύτως, προθεσμία σε βάρος αυτού κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών.
Αυτό ισχύει, ρητώς, και για την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου μέσου, ήτοι και για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, με τη ρητή, επίσης, διευκρίνιση ότι και η προθεσμία, που τυχόν άρχισε πριν από τις δικαστικές διακοπές, αναστέλλεται κατά τη διάρκειά τους. Η διάταξη αυτή δεν προσκρούει στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος, καθόσον η προνομιακή αυτή μεταχείριση επεκτάθηκε και στους ιδιώτες διαδίκους, με τη διάταξη του άρθρου 12 Ν 3514/2006.
Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.2 του ΚΟΔΚαΔΛ (ν. 1756/1988), οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και διαρκούν μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ομολογείται από το αναιρεσείον με την αίτηση αναίρεσης και από τον αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις, αλλά και προκύπτει από την προσαγόμενη υπ’ αριθμ. ...28-7-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε.
Φ., η αναιρεσιβαλλόμενη 1035/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επιδόθηκε, με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος, στον Υπουργό Οικονομικών, ως νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου, νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, την 28-7-2014, η δε κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η ασκηθείσα από το τελευταίο, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών την 14-10-2014, όπως προκύπτει από την κάτωθι αυτής πράξη κατάθεσης του αρμόδιου γραμματέα.
Με δεδομένο δε ότι, όπως προαναφέρθηκε, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης, ως προς το Δημόσιο, είναι τριάντα (30) ημέρες, καθώς και ότι η προθεσμία αυτή αναστέλλεται καθόλη τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, έπεται ότι η προθεσμία αυτή, ως προς το Δημόσιο, στην προκειμένη περίπτωση, αρχίζει να προσμετράται από 16-9-2014 και συμπληρώνεται την 15-10-2014 και επομένως η κατατεθείσα από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, την 14-10-2014 αίτηση αναίρεσης είναι εμπρόθεσμη.
Κατά συνέπεια, η ένσταση περί του απαραδέκτου της αίτησης αυτής, ως εκπροθέσμως ασκηθείσας, η οποία προβάλλεται από τον αναιρεσίβλητο, με τις, κατά το άρθρο 570§1 ΚΠολΔ, κατατεθείσες προτάσεις του είναι απορριπτέα, ως αβάσιμος. 2. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 38, 44, 63 παρ. 4-5 και 94 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ήδη ισχύουν, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
και 713 επ. ΑΚ., συνάγεται ότι η επιτρεπόμενη κατ’ εξαίρεση στο δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια, ετήσια ή μηνιαία, αμοιβή ρυθμίζεται από τον ως άνω Κώδικα των Δικηγόρων και συμπληρωματικά από τους ορισμούς του Αστικού Κώδικα περί ανεξαρτήτων υπηρεσιών και τους κανόνες αυτού περί εντολής, εφόσον δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα της σχέσεως αυτής (ΑΠ 1695/2012, ΑΠ 87/2010).
Η σχετική σύμβαση, η οποία αποτελεί σχέση έμμισθης εντολής, είναι πάντοτε, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της, αορίστου χρόνου, οπότε, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο, θεωρείται ότι είναι αορίστου χρόνου και λύεται ελεύθερα με έγγραφη καταγγελία και του εντολέα, εκτός αν περιορίζεται από διάταξη νόμου με καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, ενώ μέχρι της πλήρους καταβολής αυτής οφείλονται οι αποδοχές.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού της καταγγελίας από τον εντολέα της έμμισθης εντολής του δικηγόρου δεν είναι ανεξέλεγκτη και απεριόριστη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ και είναι άκυρη, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Τούτο συμβαίνει, όταν η καταγγελία γίνεται από τον εντολέα αυθαίρετα και αδικαιολόγητα από καθαρή κακοβουλία και επιφέρει βλάβη στα συμφέροντα του εντολοδόχου. Η καταγγελία αυτή, η οποία είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, είναι άκυρη, αν δεν περιβληθεί τον έγγραφο τύπο και κοινοποιείται στον εντολοδόχο ή τον εντολέα (άρθρ. 63 παρ. 5 ε' του Ν.Δ. 3026/1954 και 174 ΑΚ.).
Η εν λόγω παροχή υπηρεσιών από δικηγόρο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και επί της σχέσης αυτής δεν εφαρμόζονται οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις άνω διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού επαγγέλματος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ,ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 10/2011, 2/2013). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων,δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.19, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα τρων διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της από 23-7-2009 εκ μέρους του εναγομένου καταγγελίας της από 26-2-2008 σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος ως καταχρηστικής, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα: " Ο ενάγων, παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες στο εναγόμενο ΝΠΙΔ, από την 1.3.2008 μέχρι τις 23.7.2009, οπότε το τελευταίο κατήγγειλε τη σχέση έμμισθης εντολής αυτού.
Ο ενάγων, ο οποίος μέχρι τις αρχές τους έτους 2009 ήταν ο μοναδικός δικηγόρος, που διέθετε το εναγόμενο, από την πρόσληψή του και εφεξής προσέφερε σ' αυτό τις νομικές υπηρεσίες του με υπευθυνότητα, επάρκεια και πληρότητα, χειριζόμενος πολλές υποθέσεις του εναγομένου και διασφαλίζοντας κατά τρόπο αποτελεσματικό, από νομικής πλευράς, τα συμφέροντα αυτού.
Ωστόσο, το Δ.Σ. του εναγομένου κατά τη συνεδρίασή του στις 3.3.2009 αποφάσισε τη λύση της σύμβασης του ενάγοντος (βλ. την 114/3.3.2009 απόφασή του), δυνάμει δε αυτής της απόφασης κατήγγειλε τη σύμβαση του ενάγοντος στις 23.7.2009, με έγγραφο που επέδωσε σ' αυτόν προσφέροντας συγχρόνως στον ενάγοντα αποζημίωση ποσού 12.000 ευρώ.
Το εναγόμενο, αν και γνώριζε ότι ο ενάγων ανταποκρινόταν με επάρκεια στα καθήκοντά του, από καθαρή και πρόδηλη κακοβουλία και για πολιτικούς λόγους, οφειλόμενους στο γεγονός της αλλαγής της Διοίκησης του εναγομένου, κατήγγειλε τη σύμβαση του ενάγοντος, αν και είχε ανάγκη των νομικών υπηρεσιών του, αφού κατά το χρόνο που έλαβε την απόφαση για καταγγελία της σύμβασης προσέλαβε τρεις (3) νέους δικηγόρους της προτίμησης της νέας διοίκησης.
Το γεγονός ότι ο ενάγων ήταν μοναδικός δικηγόρος του εναγομένου και χειριζόταν πολλές υποθέσεις αυτού με επιτυχία και ήθος καταθέτει ο μάρτυρας απόδειξης, τούτο δε συνάγεται και από το κείμενο της ως άνω 114/2009 απόφασης του Δ.Σ. του εναγομένου, το οποίο αποφασίζει (μεταξύ άλλων) "να ευχαριστεί τον κύριο Α.
για τη μεταξύ τους συνεργασία", ενώ δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο (μάρτυρας ανταπόδειξης δεν εξετάστηκε). Λόγος που να δικαιολογεί τη συμπεριφορά αυτή του εναγομένου δεν υφίστατο και στην καταγγελία προήλθε μόνο από λόγους πολιτικούς, όπως προεκτέθηκε. Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν από τη σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ενώ δεν αποκρούονται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο.
Αντίθετα, ενισχύονται από την έμμεση ομολογία του εναγομένου, το οποίο ουδέν αναφέρει για τους πολιτικούς λόγους που το οδήγησαν στην καταγγελία της σύμβασης, ούτε παρέχει οποιαδήποτε εξήγηση για το ποιοι λόγοι επέβαλαν την πρόσληψη τριών νέων δικηγόρων, αν και, κατά τα αναφερόμενα στην 114/3.3.2009 απόφαση του Δ.Σ.
αυτού, είχαν εκλείψει οι λόγοι σύναψης της σύμβασης του ενάγοντος. Με τα δεδομένα αυτά η άσκηση του δικαιώματος του εναγομένου είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου καταχρηστική, καθόσον υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος από τον εντολέα του-εναγόμενο".
Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής και αναγνώρισε ως άκυρη την γενόμενη στις 23-7-2009 καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, καθόσον με τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στη κρινόμενη περίπτωση.
Περαιτέρω από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναιρέσεως, και ως προς τα δύο μέρη του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
3. Από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ’ έφεση δίκη νεώτερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του (Ολ ΑΠ 30/1998).
Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του, είτε έχει αναδρομική δύναμη (Ολ ΑΠ 654/1984), είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (Ολ ΑΠ 7/2011).
Κατά γενική αρχή, η οποία συνάγεται από το άρθρο 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύτηκε η πρωτόδικη απόφαση" σε συνδυασμό και προς το άρθρο 4 του ΕισΝΑΚ, νόμος που άρχισε να ισχύει μετά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, δεν έχει εφαρμογή στην αναιρετική δίκη, έστω και αν έχει προσδοθεί σε αυτόν αναδρομική δύναμη, εκτός αν περιέχει ρητή και ειδική διάταξη περί επεκτάσεώς του και σε κριθέντα τελεσιδίκως (Ολ ΑΠ 103/1975, Ολ ΣτΕ 12/2013).
Εξάλλου με το άρθρο 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26.6./10.7.1944) το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ορίζονται τα ακόλουθα: "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου.
Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής" (ΑΕΔ 7/2011, Ολ ΣτΕ 377/2014). Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, με την οποία καθορίζεται το ύψος του τόκου των οφειλών του Δημοσίου, δεν αποτελεί δικονομική αλλά ουσιαστική διάταξη και, ως εκ τούτου, από τη διαφοροποίηση του οριζόμενου με αυτήν τόκου, σε σχέση με τον εκάστοτε γενικώς ισχύοντα τόκο για τις οφειλές των ιδιωτών, είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα για το λόγο ότι η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό να περιορίσει τις οφειλές του Δημοσίου από τόκους και, επομένως, να αποτρέψει την αύξηση του κρατικού χρέους και δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και παρ. 5, 17, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ.
δ' του Συντάγματος (ΑΕΔ 25/2012). Εξάλλου τα άρθρα 1 και 2 του ν.2021/1992 ορίζουν, το μεν πρώτο ότι " Συνιστάται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία " Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων", το δε δεύτερο ότι " Το Ταμείο δεν υπάγεται στο δημόσιο τομέα και λειτουργεί και διαχειρίζεται τις πιστώσεις κατά τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, εξαιρείται των διατάξεων του δημόσιου λογιστικού και υπάγεται στην εποπτεία και τον έλεγχο του κράτους, που ασκείται από τον Υπουργό Πολιτισμού".
Περαιτέρω το άρθρο 3 παράγραφο 1 του Ν. 4109/2013 ορίζει ότι " Το Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων" (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.), Ν.Π.Ι.Δ. το οποίο συνεστήθη με το ν. 2021/1992, όπως ισχύει, και εποπτεύεται από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, καταργείται". Η παράγραφος 4 περ.
α' του ίδιου άρθρου 3 του ίδιου νόμου ορίζει ότι " Απαιτήσεις, υποχρεώσεις.....και πάσης φύσεως εκκρεμείς υποθέσεις που υφίστανται κατά την κατάργηση του Ταμείου μεταφέρονται στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, το οποίο συνεχίζει και τις εκκρεμείς δίκες, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διατύπωση για τη συνέχιση τους".
Η ισχύς δε των ως άνω διατάξεων του παρόντος άρθρου αρχίζει, κατά την παράγραφο 9 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 2 του ν.4142/2013, την 31η Μαΐου 2013. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του των μηνών Απριλίου-Ιουλίου 2009 καθώς και το επίδομα εορτών Πάσχα 2009, επειδή για το χρονικό αυτό διάστημα η ένδικη έμμισθη σύμβαση εντολής ήταν ενεργός και παρήγαγε έννομα αποτελέσματα, έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 13.500 ευρώ (4 μήνες Χ 3.000 ευρώ + 1.500 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα 2009), με το νόμιμο τόκο, για μεν τα ποσά που αφορούν μηνιαία αντιμισθία από την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα, για δε το επίδομα εορτών Πάσχα από την 1 Μαΐου.
Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο,το οποίο υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει τόκους για τα επιδικασθέντα ποσά, υπολογιζόμενους, με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας (που ισχύει για τις οφειλές των ιδιωτών), από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, καθόσον δεν παραβίασε, αφού ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι στο Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων" (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.), Ν.Π.Ι.Δ.
δεν χορηγήθηκαν προνόμια του Δημοσίου και μάλιστα ουσιαστικού δικαίου (μεταξύ των οποίων και αυτό του μειωμένου επιτοκίου σε ποσοστό 6%), δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή έχει ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης δίκης (2011) και όχι ο ισχύων κατά την κατ' έφεση δίκη νεώτερος νόμος, με τον οποίο το Δημόσιο διαδέχθηκε το εναγόμενο, που ίσχυσε από την 31η Μαΐου 2013.
Επομένως, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ,πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Δημόσιο, λόγω της ήττας (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-10-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 1035/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ