Legislator Case Law & Legislation
745/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict due to lack of grounds and inadmissibility of insurance company. Appeal rejected for insufficient reasoning and improper defendant. Appeal dismissed for insufficient reasoning and inadmissibility of insurance company.

Case Number 745/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Thessaloniki's judgment in a traffic accident case. The appellant argued the lower court lacked sufficient grounds regarding the driver's liability and improperly rejected his claim against the insurance company. The court ruled the appeal inadmissible because the appeal petition did not name the insurance company as a defendant, and the appeal grounds were rejected due to insufficient reasoning on the liability issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appeal petition does not name the insurance company as a defendant, and appeal grounds are rejected if the lower court's reasoning is insufficient regarding liability assessment.

Keywords

AI generated
traffic accident liability insufficient reasoning appeal inadmissible appeal petition insurance company defendant court of appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 745 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 745/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κεφαλοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, 6) Ψ6, 7) Ψ7, 8) Ψ8, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αστέριο Παπαδημητρίου και κατέθεσαν προτάσεις, δια των οποίων δήλωσαν ότι οι υπό στοιχεία 2 και 3 αναιρεσίβλητοι παρίστανται ατομικά και για λογαριασμό των (3) ανηλίκων τέκνων τους των οποίων ασκούν τη γονική μέριμνα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/3/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 6/9/2007 προσεπίκληση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3782/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1476/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/2/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 27/1/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 11-2-2009 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθ. 1476/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος της που δεχόμενο την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης την εξαφάνισε κατά ένα μέρος που αφορούσε την απόρριψη της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και κατά το μέρος που στη συνέχεια δέχθηκε την ίδια αγωγή.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχε αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως εν πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Εν όψει αυτών και η έννοια της συνυπαιτιότητας όσο συνδέεται με αμελή συμπεριφορά είναι έννοια νομική και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως αποδειχθέντα συγκροτούν την έννοια του προαναφερομένου πταίσματος (Ολ.

ΑΠ 15/2006). Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1476/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Την 8-11-2002 και περί ώρα 19.15' μμ ο Χ (κύριος εναγόμενος) οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλ. ... IX φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του (ανοιχτή καρότσα "αγροτικό" ημιφορτηγό) που εκινείτο επί της Εθνικής Οδού ...-...

με κατεύθυνση προς ... . Στο ως άνω φορτηγό είχε τοποθετήσει ο παραπάνω οδηγός και ειδικότερα στην ανοιχτή καρότσα αυτού, ένα σιδερένιο πλαίσιο, το οποίο εξείχε από την ως άνω καρότσα κατά 80 cm στις πλαϊνές πλευρές του οχήματος και κατά 80 cm στο πίσω μέρος του χωρίς να έχει τοποθετήσει την απαιτούμενη επισήμανση.

Στο ύψος του 26ου χιλ/τρου της ως άνω οδού, η οποία διαθέτει δύο ρεύματα κυκλοφορίας που χωρίζονται μεταξύ τους με τσιμεντένιο στηθαίο ασφαλείας ενώ υπάρχουν δυο λωρίδες κυκλοφορίας σε κάθε ρεύμα, που χωρίζονται μεταξύ τους με διακεκομμένη γραμμή, ο εναγόμενος οδηγός κινούνταν με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, περί τα 70 χιλ/τρα ωριαίως.

Ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο στο παραπάνω χιλιομετρικό σημείο είναι τα 110 χιλ/τρα ωριαίως, κατέχοντας τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Κατά τον παραπάνω χρόνο επικρατούσε σκοτάδι, δεν υπάρχει δε στο προαναφερόμενο χιλιομετρικό σημείο τεχνητός φωτισμός, η δε κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή. Την ίδια ώρα ο ΑΑ οδηγούσε το υπ' αριθμ. ...

ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο ("VAN" κλειστό φορτηγό), κινούμενος επί της ίδιας οδού με την ίδια κατεύθυνση, δηλαδή προς ... . Ο παραπάνω οδηγός, όπως αποδείχθηκε από την υπ' αρ. .../9-11-02 έκθεση εξέταση αίματος του εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης, κατά τον προαναφερόμενο χρόνο οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού ανιχνεύτηκε στο αίμα του ποσοστό αλκοόλης 1,85ο/οο, ποσότητα η οποία επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την ικανότητα οδήγησης και την βάδιση.

Εξ αυτού του λόγου είχε αναπτύξει υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, με αποτέλεσμα, λόγω και της προαναφερόμενης κατάσταση του να μην έχει τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να είναι σε θέση να προβεί σε κάθε στιγμή στους αναγκαίους ελιγμούς. Τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα, κατά την επιχείρηση υπέρβασης από αριστερά του οχήματος του εναγόμενου, να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος του και πλησιάζοντας προς το όχημα του εναγόμενου να προσκρούσει με την δεξιά πλευρά του οχήματός του (ύψος πρώτης δεξιάς κολώνας) στην πίσω αριστερή γωνία της μεταφερόμενης από τον εναγόμενο σιδηροκατασκευής που προεξείχε.

Στην συνεχεία η ως άνω πρόσκρουση συνεχίστηκε επί της πόρτας του συνοδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου του ΑΑ με φορά από εμπρός προς τα πίσω, συνεχιζόμενη και προς την καρότσα του οχήματος του. Εξαιτίας της προαναφερόμενης κατάστασης που δημιουργήθηκε ο παραπάνω οδηγός ΑΑ έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, με αποτέλεσμα να εκτραπεί της πορείας του, αφού δε περιεστράφη κατά 180° συνέχισε την πορεία του εκτρεπόμενο ακόμα δεξιότερα διανύοντας 38,30 μ., μέχρι που προσέκρουσε με την αριστερή πλευρά του στο σιδερένιο στηθαίο στη δεξιά άκρη του ρεύματος κυκλοφορίας, τμήμα του οποίου (στηθαίου) μήκους 20 μ.

κατέστρεψε. Ωστόσο το αυτοκίνητο του ΑΑ δεν διέκοψε την κίνηση του αλλά αφού διέσχισε το υπάρχον πέραν του σιδερένιου στηθαίου χαντάκι πλάτους τριών μέτρων, εισήλθε στην υπάρχουσα παράλληλη της Εθνικής οδού βοηθητική οδό, όπου κινήθηκε με κατεύθυνση προς ... και αφού ανετράπη σύρθηκε σε απόσταση 2,20 μ., ακινητοποιήθηκε δε έχοντας διανύσει συνολικώς 14 μ.

στο ρεύμα της ως άνω παράλληλης οδού που προορίζεται για τα κινούμενα προς ... οχήματα. Ο ΑΑ βρέθηκε εκτός του οχήματός του, νεκρός, έχοντας υποστεί βαρειά θλάση και αιμορραγία εγκεφάλου καθώς και πολλαπλά κατάγματα κρανίου εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του. Το ως άνω ατύχημα οφείλεται σε συναιτιότητα τόσον του εναγόμενου οδηγού, όσον και του θανόντος.

Ο μεν θανών οδηγός λόγω της κατανάλωσης από αυτόν ικανής ποσότητας οινοπνεύματος, οδηγούσε το όχημά του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη προσοχή, αναπτύσσοντας υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα καθώς ήταν νύχτα και δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός. Αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του ήταν κατά την προσπάθειά του να υπερβεί από αριστερά το όχημα του εναγόμενου να χάσει τον έλεγχο του οχήματός του και να επιπέσει επί της προεξέχουσας σιδηροκατασκευής, την οποία μετέφερε ο εναγόμενος χωρίς φωτεινή σήμανση κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 32 §§ 5, 6 του ΚΟΚ.

Η μη ύπαρξη φωτεινής προειδοποιητικής επισήμανσης, είχε ως αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί καθόλου ο ήδη θανών οδηγός την προεξέχουσα σιδηροκατασκευή. Αν υπήρχε η προβλεπόμενη από τον ΚΟΚ φωτοανακλαστική πινακίδα ο ΑΑ θα αντιλαμβάνετο το υπάρχον εμπόδιο επί του οποίου τελικώς προσέκρουσε η δε εκτροπή του οχήματος του λόγω της δικής του αμελούς συμπεριφοράς κατά την οδήγηση θα επέφερε μικρότερα δυσμενή αποτελέσματα, τα οποία επιτάθηκαν εξ αιτίας της πρόσκρουσης και του συρσίματος όλης της δεξιάς πλευράς του οχήματος του επί της προεξέχουσας σιδηροκατασκευής.

Το ποσοστό συνυπαιτιότητας ανέρχεται σε 30% για τον εναγόμενο και 70% για τον θανόντα οδηγό ΑΑ. Ο εναγόμενος με την 16096/06 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε, ότι ο θανών ΑΑ συγγενής των εναγόντων ήταν αποκλειστικός υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης και των αποτελεσμάτων της, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κι εφάρμοσε το νόμο.

Επομένως, ο σχετικός λόγος, της έφεσης είναι βάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών κατά τον χρόνο του θανάτου του ήταν ηλικίας 62 ετών, ασχολούνταν με γεωργικές εργασίες και επί πλέον βοηθούσε τον γυιό του (β' ενάγοντα) στην λειτουργία του καταστήματος ταβέρνας που ο τελευταίος διατηρούσε. Όλοι οι ενάγοντες σύζυγος του θανόντος, τέκνα αυτού, εκ των οποίων ο δεύτερος ενάγων έγγαμος με την τρίτη ενάγουσα, και τα ανήλικα τέκνα αυτών (4ος , 5η, 6η και 7η των εναγόντων) ζούσαν στην ίδια διπλοκατοικία στο ... .

Ο θάνατος του προκάλεσε σ' αυτούς θλίψη και πόνο. Για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης την οποία υπέστησαν από τον θάνατο αυτού, αφού ληφθεί υπόψη ο βαθμός συγγενείας του καθενός από αυτούς με τον θανόντα, η ηλικία του τελευταίου, η καλή κατάσταση στην οποία ευρίσκετο προ του θανάτου του, ο βαθμός πταίσματος του υπαιτίου οδηγού και οι εν γένει συνθήκες τελέσεως του ως άνω τροχαίου ατυχήματος καθώς και η κοινωνική θέση και η οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, πρέπει να επιδικασθούν στον καθένα από τους ενάγοντες τα παρακάτω ποσά:

Στην πρώτη ενάγουσα σύζυγο του θανόντος το ποσό των (30.000)€, στο δεύτερο ενάγοντα γυιό του το ποσό των (10.000) €, στην όγδοη ενάγουσα κόρη του το ποσό των (10.000)€, στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται στο ποσό των (100) € για τον καθένα, προκειμένου οι παραπάνω ενάγοντες να νομιμοποιηθούν ως πολιτικώς ενάγοντες στην εναντίον του υπαίτιου οδηγού ποινική δίκη.

Σε καθένα από τα ανήλικα τέκνα του δευτέρου και της τρίτης των εναγόντων οι οποίοι ασκούν την γονική μέριμνα αυτών το ποσό των (5.000)€ και στην τρίτη ενάγουσα νύφη του θανόντος το ποσό των (3.000) Ευρώ, που κρίνονται εύλογα". Με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τρεις λόγους του αναιρετηρίου (κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους), με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Ειδικότερα, δέχεται το Εφετείο, ότι το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα έλαβε χώρα στην Εθνική οδό ...-... και ενώ το φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο αναιρεσείων εναγόμενος οδηγός εκινείτο στο ύψος του 26ου χιλιομέτρου της, ως άνω οδού, που διαθέτει δυο λωρίδες κυκλοφορίας σε κάθε ρεύμα πορείας, με κατεύθυνση προς τα ..., βαίνοντας τη δεξιά κατά την πορεία του λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας που ακολουθούσε.

Δέχεται, επίσης, το Εφετείο, ότι στο φορτηγό αυτό ο αναιρεσείων οδηγός είχε τοποθετήσει στην ανοιχτή καρότσα του ένα σιδερένιο πλαίσιο μεταφερόμενο, το οποίο εξήχε από κάθε πλαϊνή πλευρά της καρότσας κατά 80 cm χωρίς ο αναιρεσείων εναγόμενος οδηγός να έχει τοποθετήσει επί του προεξέχοντος με τις πιο πάνω συνθήκες φορτίου την απαιτούμενη επισήμανση που επιβάλλεται από τη διάταξη του άρθρου 32 §§ 5 και 6 του Κ.Ο.Κ, και ότι η μη τοποθέτηση της πιο πάνω επισήμανσης οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος οδηγού, που παρέλειψε να εκπληρώσει την αντίστοιχη υποχρέωσή του.

Δέχεται, επίσης, το Εφετείο, ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, ο ΑΑ, συγγενής των αναιρεσιβλήτων, οδηγούσε ΙΧ φορτηγό, κλειστό, με την ίδια κατεύθυνση, επίσης, προς τα ..., τελών υπό την επήρεια οινοπνεύματος, γιατί στο αίμα του ανιχνεύθηκε ποσότητα αλκοόλης 1,85 που επηρέαζε σε μεγάλο βαθμό την ικανότητα οδήγησης, έχοντας αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, και χωρίς λόγω της κατάστασης της μέθης ν' ασκεί στο αυτοκίνητο που οδηγούσε τον αναγκαίο έλεγχο και εποπτεία.

Δέχεται, επίσης, το Εφετείο, ότι ο οδηγός ΑΑ σε χρόνο που επιχείρησε υπέρβαση από αριστερά του οχήματος του αναιρεσείοντος εναγομένου, απώλεσε, λόγω της πιο πάνω κατάστασης της μέθης που τελούσε, τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίον, αφού πλησίασε προς το όχημα του αναιρεσείοντα, προσέκρουσε με τη δεξιά πλευρά του οχήματός του στην πίσω αριστερή γωνία της μεταφερόμενης από το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος σιδηροκατασκευής, που προεξείχε, και στη συνέχεια η πρόσκρουση συνεχίσθηκε στην πόρτα του συνοδηγού του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ΑΑ, με φορά από εμπρός προς τα πίσω.

Ότι εξαιτίας της σύγκρουσης αυτής, ο οδηγός ΑΑ έχασε ολοκληρωτικά τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο συνέχισε την πορεία του, και αφού διήνυσε 38,30 μ., προσέκρουσε με την αριστερή πλευρά του στο σιδερένιο στηθαίο στη δεξιά άκρη του ρεύματος κυκλοφορίας, τμήμα του οποίου κατέστρεψε επί μήκους 20 μ., αφού δε διέσχισε το πέραν του στηθαίου χαντάκι πλάτους 3 μ., εισήλθε στη βοηθητική οδό της ίδιας εθνικής οδού με κατεύθυνση προς ..., και ακινητοποιήθηκε επί της παράλληλης αυτής βοηθητικής οδού έχοντας διανύσει συνολικά 14 μ., ενώ ο οδηγός του ΑΑ βρέθηκε εκτός του οχήματός του νεκρός με πολλαπλά κατάγματα κρανίου.

Δέχεται δε το Εφετείο ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συναιτιότητα και των δύο οδηγών, δηλαδή κατά 70% για το θανόντα οδηγό ΑΑ, και 30% για τον αναιρεσείοντα οδηγό, και ότι η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος οδηγού αιτιολογείται από το γεγονός ότι δεν είχε τηρήσει την προαναφερθείσα υποχρέωσή του από αμέλεια, στο να τοποθετήσει την ύπαρξη φωτεινής επισήμανσης επί του προεξέχοντος φορτίου που είχε τοποθετήσει στην καρότσα του αυτοκινήτου του, περιστατικό που συνετέλεσε αιτιωδώς να μην αντιληφθεί καθόλου ο οδηγός ΑΑ την προεξέχουσα σιδηροκατασκευή, επί της οποίας προσέκρουσε κατά τη προσπάθειά του να υπερβεί από αριστερά το όχημα που οδηγούσε ο αναιρεσείων εναγόμενος, και ότι εάν υπήρχε η προβλεπόμενη επισήμανση ο θανών ΑΑ θ' αντιλαμβανόταν το υπάρχον εμπόδιο από το μεταφερόμενο φορτίο επί του οποίου προσέκρουσε, η δε εκτροπή του οχήματός του θα επέφερε μικρότερα δυσμενή αποτελέσματα, τα οποία επιτάθηκαν από την πρόσκρουση και το σύρσυμο όλης της δεξιάς πλευράς του οχήματος που οδηγούσε ο θανών επί της προεξέχουσας κατασκευής.

Εν όψει αυτών, η παραδοχή αυτή της προσβαλλόμενης, με την έννοια της αυτοτελούς θεμελιώσεως κατ' αιτιώδη συνάφεια συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, ανεξάρτητης εκείνης του θανόντος οδηγού συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή ότι η έλλειψη της επισήμανσης αυτής ήταν αυτοτελής αιτία για το ότι ο θανών οδηγός ΑΑ δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα το προεξέχον φορτίο του αυτοκινήτου που μετέφερε χωρίς επισήμανση με το αυτοκίνητό του ο αναιρεσείων εναγόμενος οδηγός, με αποτέλεσμα να προσκρούσει το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο θανών στη σιδηροκατασκευή αυτή, και στη συνέχει να εξελιχθεί η σύγκρουση με τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν, είναι ελλειπής και αντιφατική (η παραδοχή) σε αναφορά με τις προαναφερθείσες παραδοχές με τις οποίες τελείως αντιφατική δέχεται ότι το αυτοκίνητο του θανόντος οδηγού προσέκρουσε στο προεξέχον φορτίο, όχι γιατί δεν το είδε ο θανών ΑΑ, αλλά γιατί κατά την προσπάθειά του να υπερβεί από αριστερά με το όχημα που οδηγούσε το όχημα του αναιρεσείοντος εναγομένου, με τις προαναφερθείσες αμελείς συνθήκες οδηγήσεως (μέθη, υπερβολική ταχύτητα, απροσεξία), έχασε λόγω της μέθης υπό την οποίαν τελούσε τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο στη συνέχεια επέπεσε επί της προεξέχουσας σιδηροκατασκευής, την οποία μετέφερε με το αυτοκίνητό του ο αναιρεσείων εναγόμενος χωρίς φωτεινή επισήμανση.

Με την τελευταία δε αυτή παραδοχή της απόφασης του Εφετείου, η απώλεια του ελέγχου εκ μέρους του θανόντος ΑΑ στο αυτοκίνητο που οδηγούσε κατά την προσπάθειά του να υπερβεί από αριστερά το όχημα του αναιρεσείοντος εναγομένου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατ' αιτιώδη-αναγκαία συνάφεια, θα οδηγούσε αναγκαίως στην πρόσκρουση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο θανών επί του προεξέχοντος φορτίου, ενώ με βάση την ίδια παραδοχή, η παράλειψη επισήμανσης του φορτίου εκ μέρους του αναιρεσείοντος οδηγού, ως παράβαση της αντίστοιχης διάταξης του Κ.Ο.Κ, θεμελιώνει και αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητά του στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, με την έννοια ότι η τελευταία αυτή παραδοχή του Εφετείου, της εκτροπής δηλαδή του αυτοκινήτου του θανόντος ΑΑ από τη πορεία του και η απώλεια του ελέγχου του αυτοκινήτου του, και η εν συνεχεία πρόσκρουσή του επί του μεταφερόμενου χωρίς επισήμανση φορτίου δεν συνδέονται αιτιωδώς με την ανυπαρξία φωτεινής επισήμανσης επί του προεξέχοντος φορτίου, αφού κατά την ίδια κρίσιμη παραδοχή του Εφετείου η ύπαρξη φωτεινής σηματοδότησης στο μεταφερόμενο φορτίο θα επέτρεπε στον θανόντα οδηγό, πριν από την πραγματοποίηση της κρίσιμης υπέρβασης, ν' αντιληφθεί το προεξέχον φορτίο και να είναι περισσότερο προσεκτικός κατά την πραγματοποίηση της ίδιας υπέρβασης.

Επομένως, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κύριο ζήτημα, παραδοχής δηλ. υπαιτιότητας του αναιρεσείοντα εναγομένου παράλληλα και ανεξάρτητα από τη διαγνωσθείσα σε μεγαλύτερο βαθμό συνυπαιτιότητα του θανόντος οδηγού συγγενούς των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, κρίνονται αβάσιμα τα όσα συναφώς και συνδυαστικά ισχυρίζεται ο αναιρεσείων και με τους τρεις λόγους του αναιρετηρίου (κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους) με τους οποίους αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Εξ άλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 8, 10, 11, και 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης δηλαδή συναιτιότητας του αναιρεσείοντα εναγομένου οδηγού παράλληλης και ανεξάρτητης της συναιτιότητας σε μεγαλύτερο βαθμό του θανόντος οδηγού και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση: α) με το ότι ο θανών ήταν αποκλειστικά υπαίτιος της θανάτωσής του, β) δεν εκτιμήθηκαν προσηκόντως η έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας όπως και η έκθεση εξέτασης αίματος, γ) ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας που αναγνωρίσθηκε σε βάρος του δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένο, δ) ότι τα ποσά χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάσθηκαν στους αναιρεσίβλητους λόγω ψυχικής οδύνης έπρεπε να είναι μικρότερα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, μέσω των προααναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, πλήττεται η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙ. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως όσο αφορούν την απόρριψη εκ μέρους του Εφετείου της προσεπίκλησής του, που άσκησε αυτοτελώς στο Εφετείο κατά της προσεπικληθείσας από τον ίδιο και παρεπιπτόντως εναγομένης στο πρώτο βαθμό ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία Intersalonica, κρίνονται προεχόντως απορριπτέες ως απαράδεκτες, εφ' όσον το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης δεν απευθύνεται παθητικά κατά της πιο πάνω ασφαλιστικής εταιρείας. Επομένως, και εφόσον δεν υφίσταται άλλος λόγος αναιρέσεως και για έρευνα, πρέπει, ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και ο αναιρεσείων (πρέπει) να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ για αναίρεση της 1476/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ