Supreme Court quashes appealable judgment for taking inadmissible evidence from a party's legal representative as witness.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Athens Court of Appeal's decision of 6610/2005, which had relied on an oath affidavit given by a party's legal representative. The plaintiffs argued that the lower court improperly admitted this evidence despite the representative having testified as a party representative at the hearing. The court ruled that a party's legal representative cannot serve as a witness, making such an affidavit inadmissible, and thus the lower court's reliance on it constituted a fatal error under Article 559(11) of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62, 64, 339, 415, 415, 420 of the Code of Civil Procedure; Article 671(1) of the Code of Civil Procedure; Article 61, 65, 67, 70 of the Civil Code: A party's legal representative or a member of the administration of a legal party cannot act as a witness, rendering any oath affidavit by such a person inadmissible evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 745 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 745/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: ....(αναφέρονται 6 ονόματα). Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Ρήγο. Οι 2ος, 3ος, 4ος, 5ος και 6ος παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ" (Ε.Υ.Δ.Α.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Προκόπιο Τάραντο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 939/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 7913/2004 μη οριστική και 6610/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-12-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 20-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 παρ. 3 και 415 έως 420 του ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 του ΑΚ προκύπτει, ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας ο διάδικος, αφού δεν είναι τρίτος.
Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να είναι μάρτυρας και ο νόμιμος εκπρόσωπος νομικού προσώπου που είναι διάδικος, ή το μέλος της διοικήσεως αυτού. Τούτο συνάγεται ιδίως από το ως άνω άρθρο 415 του ΚΠολΔ, που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεώς τους.
Η εξέταση όμως αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, το οποίο επιτρέπεται, όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου - λύση προδήλως άτοπη (βλ.
Ολ.ΑΠ 1328/1977, ΑΠ 1312/2002). Τα ανωτέρω ισχύουν, για την ταυτότητα του λόγου, και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 671 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με τις οποίες ο τρίτος που βεβαιώνει ενόρκως, καταθέτει τα περιστατικά που γνωρίζει για το αντικείμενο της αποδείξεως. Άρα, ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου ή μέλους της διοικήσεως του διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 ΚΠολΔ το δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Η απόκλιση όμως αυτή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να λαμβάνει υπόψη, κατά την εν λόγω διαδικασία, και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, χωρίς να απαιτείται να έχει προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, αν το σφάλμα του Δικαστηρίου προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2β ΚΠολΔ).
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, και την προσκομισθείσα με επίκληση από την αναιρεσίβλητη υπ' αριθ. 1954/30-1-2004 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα αυτής ........, παρότι ο τελευταίος εξετάσθηκε και στο ακροατήριο του Εφετείου, ως νόμιμος εκπρόσωπός της κατά το άρθρο 415 του ΚΠολΔ, και κατά συνέπεια η προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση ήταν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το βάσιμο, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ., πρώτο λόγο της αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6610/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ