Legislator Case Law & Legislation
745/2006 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against insurance company, ruling on causation and legal costs allocation.

Case Number 745/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by six individuals against a final insurance company judgment. The appellants argued for liability based on a causal link between an act and damages, while the court found the appeal inadmissible for most parties due to lack of legal interest and erroneous evidence assessment. Consequently, the appeal was rejected for five appellants but allowed for two, with the case remitted for further trial and costs awarded to the insurance company.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 297, 298 of the Civil Code; Article 336, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure: Causation requires a sufficient connection between the act and the damage, and the court's evaluation of evidence is subject to appellate review only if it violates common sense.

Keywords

AI generated
causation in tort common sense standard legal costs allocation appeal admissibility insurance liability remittal for retrial legal interest requirement

Cited Legislation

AI generated
Articles 914, 297 and 298 of the Civil Code
Article 336, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 745 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 745/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. χήρας Δ. Β., το γένος Κ. Φ., 2. Ι. Β. του Δ., 3. Α. χήρας Ι. Β. του Δ., 4. Γ. Β. του Ι., 5. Κ. Φ., 6 Ε. συζ. Κ. Φ. και 7. Δ. Φ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Σύριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Κ., κατοίκου ... και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "... Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Σεπτεμβρίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2.900/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1207/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανέγνωσε την από 24 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υποχρέου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος. Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ.4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Και η μεν κρίση, περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Αντίθετα, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ,περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.Εξάλλου με το άρθρο 101 παρ.2 ν.2094/1992 (Κ.Ο.Κ.) επιβάλλεται στους οδηγούς και τους επιβάτες δίτροχων μοτοσικλετών χωρίς κάνιστρο και δίτροχων μοτοποδηλάτων να φέρουν προστατευτικό κράνος.

Η παράλειψη χρήσεως προστατευτικού κράνους από πρόσωπο, που υποχρεούται προς τούτο από το νόμο, αξιολογείται ως συντρέχουσα αμέλεια του προσώπου αυτού στην έκταση της ζημίας κατά την έννοια του άρθρου 300 ΑΚ, εφόσον η παράλειψη αυτή ως εκ του είδους των σωματικών κακώσεων συνδέεται αιτιωδώς με αυτές. Αν το ίδιο αποτέλεσμα θα επερχόταν και με τη χρήση προστατευτικού κράνους, τότε δεν συντρέχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και δεν καταλογίζεται συντρέχουσα αμέλεια στο παραλείψαν να προβεί σε χρήση κράνους πρόσωπο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος , που έλαβε χώρα περί την 18.50 ώρα της 26.3.2001 επί ... περιοχής Ελληνικού, ότι αποκλειστικώς υπαίτια για το θανάσιμο τραυματισμό του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, ήταν η πρώτη αναιρεσίβλητη Μ.

Κ., η οποία επιχείρησε με το. ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, ασφαλισμένο στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, να διασχίσει καθέτως τη ... και παρεμβλήθηκε, έτσι, στην πορεία του κανονικώς επί της τελευταίας οδού κινούμενου οδηγού της ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οποίος δεν ηδυνήθη, λόγω της απότομης και αιφνίδιας παρεμβολής του αυτοκινήτου να πεδήσει ή να ελιχθεί δεξιά ή αριστερά και επέπεσε με ορμή λόγω της αυξημένης, αλλά μη υπερβαίνουσας το εκεί επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας των 80 χιλιομέτρων ανά ώρα, στην πίσω αριστερή πόρτα του εν λόγω αυτοκινήτου, εκτινάχθηκε, πέρασε πάνω από το αυτοκίνητο και κατέπεσε στο οδόστρωμα, σε απόσταση 10 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων.

Δέχθηκε, επίσης, το εφετείο, ότι συνυπαίτιος ως προς τις συνέπειες του ατυχήματος , σε ποσοστό 30%, είναι ο ίδιος ο παθών οδηγός της μοτοσικλέτας , ο οποίος υπέστη , εκτός από άλλες ελαφρότερες, και βαριές κρανιογκεφαλικές κακώσεις, από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας αυτός και αποβίωσε μετά από τριήμερο από το ατύχημα και ότι η συνυπαιτιότητά του αυτή, συνίσταται στο ότι δεν φορούσε κατά το ατύχημα κράνος, το οποίο οπωσδήποτε, κατά την απόφαση, θα απέτρεπε τουλάχιστο τη βαρύτητα αυτών των κακώσεων και τον εξ αυτών θάνατό του.

Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο και συνεκτίμησε ,περαιτέρω, τη συνυπαιτιότητά του θύματος, κατά τον υπολογισμό της οφειλόμενης στους αναιρεσείοντες χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και τη μείωση κατά το ποσοστό αυτό των οφειλόμενων στους δύο πρώτους, εξόδων κηδείας, διέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. 'Οσα, επομένως, περί του αντιθέτου υποστηρίζονται, κατά τα κεφάλαια αυτά, με το δεύτερο από το άρθρο 559 και 19 ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως για παραβίαση εκ πλαγίου των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, διότι ούτε αντίφαση στις παραδοχές της εφετειακής απόφασης υπάρχει, ούτε ελλείψεις στην αιτιολογία σημειώνονται.

Ειδικότερα, προσδιορίζεται επαρκώς στην απόφαση, ότι ο παθών εκινείτο με αυξημένη κατώτερη , όμως τον 80 χιλιομέτρων ταχύτητα, ότι εκσφενδονίστηκε σε απόσταση 10 μέτρων πάνω από το αυτοκίνητο, ότι υπέστη βαριές κρανιογκεφαλικές κακώσεις, ενώ άλλες κακώσεις ήταν ελαφρότερες, και ότι αν φορούσε το κράνος, οπωσδήποτε θα αποτρέπονταν τουλάχιστον η βαρύτητα αυτών των κακώσεων και ο εξ αιτίας αυτών θάνατος του.

Επομένως ο λόγος ,πρέπει, να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

ΙΙ. Με τον πρώτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, επειδή το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του μείωσε κατά το πιο πάνω ποσοστό συνυπαιτιότητας (30%) και το επιδικασθέν ποσό αποζημίωσης για τη καταστροφή της μοτοσικλέτας. Ο λόγος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, διότι η μη χρήση από τον θανόντα του κράνους, δεν τελούσε σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος, για το οποίο αποκλειστικά υπαίτιος κρίθηκε, με την απόφαση, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων Μ. Κ., αλλά με την έκταση των συνεπειών του ατυχήματος ως προς τον θανόντα οδηγό της μοτοσικλέτας. Παραβιάστηκαν ως εκ τούτου, ευθέως, οι διατάξεις των άρθρων 914 και 300 ΑΚ με την πρώτη από τις οποίες, ορίζεται, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει και της δεύτερης ότι προϋπόθεση για την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας είναι, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεων του παθόντος και του επελθόντος αποτελέσματος η οποία, εν προκειμένω, ελλείπει.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρίθ. 11 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι θεμελιώνεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, δεν βεβαιώνει, ότι έλαβε υπόψη στα πλαίσια των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ίδιου Κώδικα και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση ή παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη, όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα ( ΑΠ 643/2001).

Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το εφετείο για να καταλήξει στην δικανική του κρίση για την ύπαρξη της συνυπαιτιότητας του παθόντος, έλαβε υπόψη, εκτός από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την 7126/02 ένορκη βεβαίωση καθώς και τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και όλο το προανακριτικό υλικό, τις προανακριτικές καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων που εξετάστηκαν αμέσως μετά το ατύχημα, αλλά και τις φωτογραφίες που προσκομίστηκαν και των οποίων η ακρίβεια δεν αμφισβητήθηκε ( σελ. 3 και 4 της απόφασης).

Από τη διαβεβαίωση αυτή δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, για το ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του και τα έγραφα και τους μάρτυρες που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται στο αναιρετήριο και ειδικότερα την 899/30.3.2001 Ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής, το σχεδιάγραμμα της τροχαίας και τις καταθέσεις των μαρτύρων Α.

Ρ., Ε. Σ. και Μ. Π., που αποτελούσαν υλικό της προανακριτικής δικογραφίας, για τον πρόσθετο λόγο, ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό της απόφασης, δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο, να δημιουργείται αμφιβολία, ότι έχουν ληφθεί υπόψη τα εν λόγω στοιχεία. Εξάλλου τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας , περί του ότι δηλαδή η σημειωθείσα βλάβη του κατάγματος του Α1 σπονδύλου και βάσης κρανίου θα επέφερε το θάνατο και αν ακόμη ο θανών φορούσε κράνος, ανεξάρτητα από το ότι μπορεί να οδηγήσουν και στο αντίθετο ακριβώς συμπέρασμα , ότι δηλαδή αυτήν την προστασία εξασφαλίζει η ύπαρξη του κράνους , θεμελιώνουν λόγο αναίρεσης στα πλαίσια του άρθρου 559 αριθ.1 περ.β' ΚΠολΔ, μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων αν, δηλαδή , το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων και όχι όταν, όπως εν προκειμένω, η παράβαση αυτών των διδαγμάτων εστιάζεται στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς, ο τρίτος από τους λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται αιτίαση από το άρθρ. 559 αρίθ. 11 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και από το άρθρο 1, ως απαράδεκτος, αφού η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, εστιάζεται, κατά τα ανωτέρω, στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, είναι απορριπτέος και ο τέταρτος με το αυτό περιεχόμενο λόγος αναίρεσης.

ΙV. Απορριπτέος είναι, επίσης, και ο πέμπτος από το άρθρο 559 αρίθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως , με τον οποίο αποδίδεται αιτίαση, για εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των 179 και 183 ΚΠολΔ, εκ του ότι δεν επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστική δαπάνη στους τέταρτο και έβδομο από τους αναιρεσείοντες, διότι ναι μεν ως προς αυτούς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση, κατά πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους και δεν δικαιολογούσαν, εντεύθεν, έννομο συμφέρον να τους περιλάβουν στο δικόγραφο της έφεσής τους οι αναιρεσίβλητοι, ο συμψηφισμός, όμως, των εξόδων έγινε, επειδή και οι εν λόγω αναιρεσείοντες είχαν παρασταθεί από κοινού με τους λοιπούς, τότε εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες συγγενείς τους και ως εκ τούτου, δεν προκλήθηκαν, κατά την ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση, γι αυτούς έξοδα ούτε και αμοιβή πληρεξουσίου δικηγόρου.

Η αναφορά στην απόφαση της φράσης " όντας μάλιστα συγγενείς τους" δεν υποδηλώνει, ότι ο συμψηφισμός έγινε, στα πλαίσια του άρθρου 179 ΚΠολΔ, λόγω της συγγένειας τους με τους αναιρεσιβλήτους, αλλ' η συγγένεια αναφέρθηκε για να τονιστεί, ότι δεν προκλήθηκαν έξοδα, διότι οι τότε εφεσίβλητοι, ως συγγενείς, παραστάθηκαν από κοινού και η παράσταση τους αυτή δεν τους επιβάρυνε με επί πλέον πρόσθετα έξοδα.

Πρέπει , επομένως, να απορριφθεί η αναίρεση αναφορικά με τους τρίτη, τέταρτο, πέμπτο, έκτη και έβδομο των αναιρεσειόντων και να γίνει εν μέρει μόνο δεκτή ως προς την πρώτη και δεύτερο από τους αναιρεσείοντες, Ε. χήρα Δ. Β. και Ι. Β., κατά τα προεκτεθέντα στο υπό στοιχείο (

ΙΙ) τμήμα της παρούσας και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται υπέρ των αναιρεσιβλήτων για το μέρος που απορρίφθηκε η εναντίον τους αναίρεση, επειδή δεν δημιουργήθηκαν έξοδα και δαπάνη των τελευταίων αφού υπήρξε κοινή υπεράσπιση έναντι όλων των αναιρεσειόντων, ως προς τους δύο πρώτους των οποίων, έγινε κατά τα ανωτέρω δεκτή κατά ένα μέρος η αναίρεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΎΣ -

Απορρίπτει την από 11.10.2004 αίτηση των τρίτης, τέταρτου, πέμπτου, έκτου και έβδομου των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 1207/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών -

Αναιρεί, την πιο πάνω 1207/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς την πρώτη και το δεύτερο των αναιρεσειόντων και μόνο, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσης μέρος -

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο ίδιο εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και-

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των δύο πρώτων από τους αναιρεσείοντες, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500 ) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ