Supreme Court dismisses appeal for failure to prove foreign public sector employment status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding her salary classification. The appellant argued that the court erred in not applying foreign law regarding her employers' status in the UK, while the defendants contended she failed to prove her employment history. The court ruled that the appellant bore the burden of proof and the lower court correctly rejected her claim due to insufficient evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 337 and 559 of the Code of Civil Procedure; The burden of proof lies with the party asserting a fact, and failure to meet this burden constitutes a ground for appeal only if the lower court incorrectly allocated the evidentiary weight.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 744 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 744/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Π. του Γ., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νέστωρος, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής", που εδρεύει στο Αιγάλεω, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας", όπως νόμιμα εκπροσωπείται και 2. Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα. Το 1ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μήνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και το 2ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Δέσποινα Καλέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 411/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 1165/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2023 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του Ελληνικού Δημοσίου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12.7.2023 με αριθ. κατάθ. ...2023 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας κατά των εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων: 1) Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής" ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας" και 2) του Ελληνικού Δημοσίου προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1165/8.3.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 2.11.2021 με αριθ.
κατάθ. 94987/6725/2021 έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 411/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 20.7.2020 με αριθ. καταθ. 57675/1482/2020 αγωγής της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας κατά των εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων.
Με την εν λόγω αγωγή, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι είναι βιολόγος-ανοσιολόγος, κατέχοντας τους αναφερόμενους τίτλους σπουδών (πτυχίο, μεταπτυχιακό και διδακτορικό διπλώματα), οι οποίοι είναι αναγνωρισμένοι από το ΔΙΚΑΤΣΑ, ως ισότιμοι τίτλοι σπουδών ελληνικών ΑΕΙ.
Ότι από την 1.3.1998 απασχολήθηκε στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ) με αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας, κατ' επίφαση οριζόμενες ως ορισμένου χρόνου, οι οποίες, κατόπιν άσκησης της από 21.11.2004 αγωγής της, με την ήδη αμετάκλητη υπ' αριθμ. 48/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι συνιστούν εξαρτημένη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μέχρι τις 9.9.2004, οπότε η ΕΣΔΥ έπαψε να την απασχολεί.
Ότι μετά ταύτα στις 24.9.2010, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2010 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης διορίστηκε στην Κεντρική Υπηρεσία του ως άνω Υπουργείου σε προσωποπαγή οργανική θέση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του κλάδου ΠΕ Βιολόγων, στο 18ο μ.κ., χωρίς, ωστόσο, να υπολογιστεί ως προϋπηρεσία της ολόκληρο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής της στην ΕΣΔΥ από 1.3.1998 μέχρι 24.9.2010.
Ότι μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1624/2011, ήδη αμετάκλητης απόφασης, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την από 28.7.2009 αγωγή της, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η ΕΣΔΥ να της καταβάλει, για τα έτη 1998-2010, αποδοχές σύμφωνα με τις αποδοχές που αντιστοιχούσαν στο τακτικό προσωπικό της, θα έπρεπε η μισθολογική και βαθμολογική της ένταξη και κατάταξη να προσαρμοστεί αναδρομικά για το διάστημα από το Μάρτιο 1998 μέχρι και 24.9.2010, για το οποίο της επιδικάσθηκαν οι προαναφερθείσες αποδοχές.
Ότι με τις από 23.6.2015 και 9.5.2017 αιτήσεις της-με συνημμένα σε αυτές τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα-προς την αρμόδια Διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας ζήτησε να αναγνωριστεί η αναλυτικά αναφερόμενη προϋπηρεσία της για το χρονικό διάστημα από 30.1.1987 μέχρι 30.1.1994 σε φορείς του Δημοσίου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκεκριμένα του Ηνωμένου Βασιλείου, πλην όμως αυτές παράνομα απορρίφθηκαν.
Ότι λόγω της παράνομης άρνησης των εναγόμενων να αναγνωρίσουν την πιο πάνω προϋπηρεσία (από 1.3.1998 μέχρι 24.9.2010 και από 30.1.1987 μέχρι 30.1.1994), κατετάγη σε χαμηλότερο μ.κ. από εκείνο στο οποίο έπρεπε να καταταγεί, αν είχε αναγνωριστεί η πιο πάνω προϋπηρεσία, με αποτέλεσμα να λαμβάνει χαμηλότερες μηνιαίες αποδοχές και να απολέσει για την αιτία αυτή, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2016 μέχρι και τον Ιούλιο 2020, το συνολικό ποσό των 38.940 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό και κατόπιν περιορισμού του αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει έντοκο αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, κατά τη συζήτηση της αγωγής, αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις της, που νόμιμα κατέθεσε στο ακροατήριο κατά την ίδια συζήτηση, η ενάγουσα ζήτησε:
α) να υποχρεωθούν τα εναγόμενα, το μεν πρώτο ΝΠΔΔ με την επωνυμία " Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής", ως οιονεί καθολικός διάδοχος, δυνάμει του άρθρου 58 του Ν. 4610/2019 της εργοδότριάς της ΕΣΔΥ, το δε δεύτερο Ελληνικό Δημόσιο επειδή το Υπουργείο Υγείας επιβλέπει την ΕΣΔΥ και είναι αρμόδιο για τη μισθολογική και βαθμολογική της κατάταξη, να της καταβάλουν, εις ολόκληρον το καθένα, το ποσό των 20.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στις οφειλόμενες αποδοχές του Μαρτίου 2018 (μέρος αυτών) και των μηνών από τον Απρίλιο 2018 μέχρι και τον Ιούλιο 2020, β) να αναγνωριστεί ότι τα εναγόμενα υποχρεούνται να της καταβάλουν, εις ολόκληρον το καθένα, το ποσό των 18.940 ευρώ που αντιστοιχεί στις οφειλόμενες αποδοχές από τον Ιανουάριο 2016 μέχρι και το Μάρτιο 2018(μέρος αυτών) με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις και γ)να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να την κατατάξουν μισθολογικά και βαθμολογικά βάσει της αναγνωρισθείσας δυνάμει των αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων προϋπηρεσίας αλλά και της προϋπηρεσίας που διαθέτει σε Δημόσιο τομέα κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφασή του(411/2021), απέρριψε την αγωγή: ως απαράδεκτη ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως αόριστη, κατά το μέρος αυτής που αφορά την προϋπηρεσία της ενάγουσας σε φορείς του Δημοσίου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το μέρος αυτής που αφορά την προϋπηρεσία της ίδιας κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.1998 μέχρι 24.9.2010, λόγω παραγραφής.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας την ως άνω έφεση της ενάγουσας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ως αόριστη, κατά το μέρος αυτής που αφορά την προϋπηρεσία της ενάγουσας σε Δημόσιο φορέα κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και την απέρριψε στο σύνολό της κατ' ουσίαν.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 23.6.2023, όπως διαλαμβάνεται στο δικόγραφο αυτής, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τα αναιρεσίβλητα (άρθρο 261 εδ. β του ΚΠολΔ) δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 20.7.2023 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1446/2023, 109/2020, 79/2018, 1333/2018, 1512/2014).
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1446/2023, 220/2021, 109/2020, 860/2018, 208/2018, 1226/2014, 2146/2014). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση ( ΑΠ 1446/2023,109/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2019, 9/2016, 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016, 15/2006, 24/1992, ΑΠ 686/2022).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΟλΑΠ 2/2022).
Η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.
Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες", όμως, στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Συνεπώς, οι ελλείψεις στη μείζονα πρόταση, δηλαδή η παντελής παράλειψη ή ατελής ή αντιφατική παράθεση των νομικών διατάξεων δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 649/2021). Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1082/2018).
Περαιτέρω, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 483/2022, 630/2020, 175/2020).
Τέλος λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1611/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες: Α) Ότι με το να δεχθεί πως αυτή (αναιρεσείουσα) δεν υπέστη οποιαδήποτε περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη και να απορρίψει το σχετικό αίτημά της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, με τη μη νόμιμη αιτιολογία, ότι τα εναγόμενα συμμορφώθηκαν νόμιμα και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος στις υπ' αριθμ. 48/2006 και 1264/2011, ήδη αμετάκλητες, αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδίδοντας την υπ' αριθμ. ...2019 απόφαση του Γ.Γ.
του Υπουργείου Υγείας, παραβίασε τις διατάξεις: α) του άρθρου 904 παρ. 2α' του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο οι τελεσίδικες αποφάσεις είναι εκτελεστοί τίτλοι, β) του άρθρου 1 του Ν. 3068/2002, σύμφωνα με το οποίο το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και την εκτέλεση των, καθόσον σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, τα εναγόμενα έπρεπε να συμμορφωθούν στις αποφάσεις αυτές από τα έτη 2007 και 2011, αντίστοιχα, οπότε αποτέλεσαν εκτελεστούς τίτλους, κατ' άρθρο 904 παρ. 2α του ΚΠολΔ, και όχι όταν κατέστησαν αμετάκλητες, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη και γ) τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή του γεγονότος της ως άνω, επί δώδεκα έτη καθυστέρησης, στις προϋποθέσεις του άρθρου 932 ΑΚ, αφού δέχθηκε ότι η προαναφερθείσα καθυστέρηση στην εκτέλεση των πιο πάνω αποφάσεων ήταν εύλογη και όχι ικανή να της προκαλέσει οποιαδήποτε ζημία και βλάβη (πρώτος λόγος).
Β) Ενώ δέχθηκε ότι η αγωγή της, με την οποία ζήτησε να της επιδικασθούν διαφορές αποδοχών, λόγω της άρνησης της εργοδότριάς της να της αναγνωρίσει την προϋπηρεσία της στο Δημόσιο τομέα κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήταν ορισμένη και έπρεπε να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητά της βάσει των διατάξεων, στις οποίες θεμελιωνόταν και συγκεκριμένα εκείνες των άρθρων 6 παρ. 4 του Ν. 4024/2011 και 11 του Ν. 4354/2015, όπως η παρ. 4 περ.
α' αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4484/2017, και αφορούν την προϋπηρεσία στους Δημόσιους φορείς των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στους επίσημους θεσμούς και τα όργανα αυτής, καθώς και το άρθρο 98 του Κώδικα Κατάστασης Δημόσιων Πολιτικών Υπαλλήλων και ΝΠΔΔ, που κυρώθηκε με το Ν. 3528/2007, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 26 του Ν. 4369/2016 και ειδικά την παρ. 3 και αφορά την αναγνωριζόμενη ως πραγματική δημόσια προϋπηρεσία σε υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της και, οι οποίες(διατάξεις) ως μοναδική προϋπόθεση για την αναγνώριση της προϋπηρεσίας στο Δημόσιο τομέα κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέτουν η προϋπηρεσία αυτή να διανύθηκε με τα ίδια ή αντίστοιχα προσόντα ήτοι στη συγκεκριμένη περίπτωση με το πτυχίο της βιολόγου, με το οποίο απασχολήθηκε στην ΕΣΔΥ, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και απαίτησε για την αναγνώριση της προϋπηρεσίας της εντός του Δημόσιου τομέα κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης τις επί πλέον προϋποθέσεις, που ορίζονται στο ΠΔ 69/2016 και αφορούν αποκλειστικά και μόνο την αναγνώριση προϋπηρεσίας , που διανύθηκε εκτός του Δημόσιου τομέα και συνακόλουθα απέρριψε την αγωγή της με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκαν η συνάφεια της απασχόλησής της στο Ηνωμένο Βασίλειο με το πτυχίο της βιολόγου, με το οποίο είχε διοριστεί στην ΕΣΔΥ, καθώς επίσης οι επί μέρους όροι των συμβάσεων εργασίας της, συμπεριλαμβανομένου και του ημερήσιου ωραρίου απασχόλησής της (τρίτος λόγος).
Με το πιο πάνω περιεχόμενο: Ι) Οι επικαλούμενες με τον πρώτο λόγο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες, κατά τα στοιχεία Αα' και Αβ' αυτού δεν συνιστούν ορισμένο και κατά συνέπεια παραδεκτό λόγο αναίρεσης, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο για να απορρίψει το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση στην ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Ειδικότερα δεν διαλαμβάνονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την καθυστερημένη συμμόρφωση των εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων στις προαναφερθείσες, ήδη αμετάκλητες, υπ' αριθμ. 48/2006 και 1624/2011 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αναφορικά με την υπηρεσιακή και μισθολογική ένταξή της και την εξ αυτής(καθυστερημένη συμμόρφωση) πρόκληση περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης (σελίδες 14 μέχρι και 17 της προσβαλλόμενης απόφασης).
Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, του οποίου δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί και στοιχειοθετηθεί ο ανωτέρω, κατά τα στοιχεία Αα' και Αβ', αυτού, αναιρετικός λόγος, ο οποίος γι' αυτό πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, ο ίδιος (πρώτος) λόγος, κατά το στοιχείο Αγ' αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αναφορικά με την κρίση της, ότι η προαναφερθείσα καθυστέρηση στην εκτέλεση των πιο πάνω αποφάσεων(48/2006 και 1624/2011) ήταν εύλογη και δεν ήταν ικανή να της προκαλέσει οποιαδήποτε ζημία και βλάβη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα της κοινής πείρας εσφαλμένα εφαρμόσθηκαν ή δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την υπαγωγή του γεγονότος της επικαλούμενης καθυστέρησης, (επί δώδεκα έτη), συμμόρφωσης των εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων στις πιο πάνω αναφερόμενες, ήδη αμετάκλητες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο άρθρο 932 ΑΚ, ούτε επίσης διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την επικαλούμενη παράβαση, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά το οικείο με στοιχείο Αγ' σκέλος του αναιρετικού λόγου αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) και επιπλέον για το λόγο ότι το γεγονός πως μια καθυστέρηση αυτού του μεγέθους ήταν εύλογη και δεν ήταν ικανή να προκαλέσει στην αναιρεσείουσα οποιαδήποτε ζημία ή βλάβη, δεν συνιστά αόριστη νομική έννοια της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά πραγματικό γεγονός, που προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας αποδεικτική διαδικασία.
ΙΙ) Η επικαλούμενη με τον τρίτο λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, δεν συνιστά ορισμένο και κατά συνέπεια παραδεκτό λόγο αναίρεσης, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο για να απορρίψει την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε να της επιδικασθούν οι διαφορές αποδοχών που προέκυπταν, εξ αιτίας της άρνησης του πρώτου εναγόμενου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου να αναγνωρίσει την προϋπηρεσία της στο Δημόσιο τομέα κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης και συγκεκριμένα του Ηνωμένου Βασιλείου.
Ειδικότερα δεν διαλαμβάνονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τη μη ύπαρξη συνάφειας της απασχόλησης της αναιρεσείουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο με το πτυχίο της βιολόγου καθώς και τους όρους των συμβάσεων εργασίας της, συμπεριλαμβανομένου και του ημερήσιου ωραρίου απασχόλησής της (σελίδες 20 μέχρι και 21 της προσβαλλόμενης απόφασης, των οποίων αναφέρει μόνον τους αριθμούς).
Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, του οποίου δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί και στοιχειοθετηθεί ο ανωτέρω τρίτος αναιρετικός λόγος είναι αόριστος γι' αυτό πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Υπό δε την επίκληση των διατάξεων του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλήττεται ουσιαστικά με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Με τους δεύτερο και , κατ' ορθή αρίθμηση, πέμπτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα: Α) Με το δεύτερο λόγο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης διότι, ενώ επικαλείται στο σκεπτικό της τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 4 του Ν. 4024/2011, 7 και 11 του Ν. 4354/2015, όπως η παρ. 4 περ.
α' του άρθρου 11 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4484/2017, που αφορούν την προϋπηρεσία στους Δημόσιους φορείς των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στους επίσημους θεσμούς και τα όργανα αυτής , του άρθρου 98 του Κώδικα Κατάστασης Δημόσιων Πολιτικών Υπαλλήλων και ΝΠΔΔ, που κυρώθηκε με το Ν. 3528/2007, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 26 του Ν. 4369/2016, που αφορά στην μεν παρ. 3 την αναγνωριζόμενη ως πραγματική δημόσια προϋπηρεσία σε υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της, στην δε παρ. 6 την προϋπηρεσία σε συναφές αντικείμενο έως επτά έτη, που έχει διανυθεί εκτός του Δημόσιου τομέα, καθώς και του ΠΔ 69/2016, που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 98 ΥΚ παρ. 6 και αφορά την προϋπηρεσία εκτός του Δημόσιου τομέα, δεν καθίσταται σαφές με ποια από τις παραπάνω διατάξεις, που ρυθμίζουν διαφορετικά ζητήματα δηλαδή την προϋπηρεσία τόσο εντός όσο και εκτός του Δημόσιου τομέα κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξετάστηκε η βασιμότητα της ένδικης αγωγής, ώστε να ερευνηθεί, εάν η ερμηνεία και εφαρμογή αυτής (διάταξης) έγιναν ορθά καθώς και εάν τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως αποδεδειγμένα αρκούσαν ή όχι για την πλήρωση των προϋποθέσεων της συγκεκριμένης διάταξης.
Β) Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ότι, ενώ εσφαλμένα δέχθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, που στην πραγματικότητα προβλέπονται στο Π.Δ. 69/2016 και αφορούν την προϋπηρεσία εκτός Δημόσιου τομέα κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απέρριψε την αγωγή με την αντιφατική αιτιολογία, ότι το γεγονός, αν οι εργοδότες ανήκαν στο Δημόσιο τομέα ή όχι είναι ανεξάρτητο και δεν αποδείχθηκε, ενώ ο δημόσιος χαρακτήρας των εργοδοτών είναι κρίσιμος για την έκβαση της δίκης, αφού οι προϋποθέσεις του νόμου στην περίπτωση αυτή είναι διαφορετικές.
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος γιατί η επικαλούμενη με αυτόν πλημμέλεια, ότι είναι ασαφής η νομική θεμελίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν ιδρύει τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο. Ο πέμπτος λόγος είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο για να απορρίψει την αγωγή με την αιτιολογία ότι το γεγονός αν οι εργοδότες της ανήκαν στο Δημόσιο τομέα είναι ανεξάρτητο και δεν αποδείχθηκε.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία. (ΑΠ 1023/2019,1592/2018, 293/2009).
Εξάλλου, ο αμέσως, όμως, πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου (Δημόσιου ή ιδιωτικού), κρίνει ότι το τελευταίο δεν περιέχει στοιχεία που άγουν σε απόδειξη του (αποδεικτέου) θέματος (ΑΠ1023/2019, 223/2009, ΑΠ 562/1985).Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, παρά το ότι δεν απαιτείται από συγκεκριμένη διάταξη νόμου που να ρυθμίζει την αναγνώριση προϋπηρεσίας εντός του Δημόσιου τομέα κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η απόδειξη αυτής (προϋπηρεσίας) να γίνεται αποκλειστικά και μόνο με την προσκομιδή των συμβάσεων εργασίας και βεβαιώσεων των εργοδοτών, η προσβαλλόμενη απόφαση μη νόμιμα δέχθηκε, ότι η απόδειξη της απασχόλησής της στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορούσε να γίνει με κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο πλην των συμβάσεων εργασίας της και των βεβαιώσεων των εργοδοτών της και περαιτέρω ότι δεν ήταν αρκετά για την απόδειξη αυτή, κρίσιμα έγγραφα τα οποία προσκόμισε με τις προτάσεις της (έγγραφες προσκλήσεις των εργοδοτών της στη Βρετανία για ανάληψη εργασίας σε συνδυασμό με σχετικές βεβαιώσεις αποδοχών κλπ).
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τη μη αναγνώριση της προϋπηρεσίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν έκρινε ότι αυτή δεν μπορούσε να αποδειχθεί με άλλο αποδεικτικό στοιχείο, πλην των συμβάσεων εργασίας της και των βεβαιώσεων των εργοδοτών της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά έλαβε υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα, από τους διαδίκους, αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα προαναφερόμενα έγγραφα που η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα επικαλέστηκε για την υποστήριξη των αιτήσεών της για την αναγνώριση της προϋπηρεσίας της στο Ηνωμένο Βασίλειο και, έχοντας το προς τούτο δικαίωμα, εκτίμησε ελεύθερα το περιεχόμενό τους και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα, από εκείνο, που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Κατά το άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ., βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί απόδειξης απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. (ΑΠ 191/2024, 1124/2022) Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβάλλων το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.
Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης. (ΑΠ 1414/2023). Με τον, κατ' ορθή αρίθμηση, έκτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς ως προς το βάρος της απόδειξης, γιατί δέχθηκε ότι είχε η ίδια την υποχρέωση να αποδείξει το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης γεγονός, ότι οι εργοδότες της ανήκαν στο Δημόσιο τομέα του Ηνωμένου Βασιλείου και δεν το έκανε, ενώ, εφόσον οι φορείς του Δημοσίου στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν ορισθεί νομοθετικά απ' αυτό, όφειλε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 337 του ΚΠολΔ να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως το αλλοδαπό δίκαιο ή να διατάξει σχετικές αποδείξεις.
Με βάση το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος γιατί η μη εφαρμογή από το δικαστήριο της ουσίας της διάταξης του άρθρου 337 του ΚΠολΔ δεν ιδρύει το λόγο αυτό αναίρεσης. Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι αλυσιτελής, γιατί το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με την προϋπηρεσία της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτή είχε προϋπηρεσία στο εξωτερικό συναφή με τη θέση εργασίας και τα καθήκοντά της ως βιολόγος στην ΕΣΔΥ, ούτε και ο ημερήσιος χρόνος απασχόλησής της και έτσι δεν προσμέτρησε τον αιτούμενο με την αγωγή χρόνο για τη μισθολογική της κατάταξη και η μη πληττόμενη αποτελεσματικά εν λόγω αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ανεξάρτητα από το εάν οι εργοδότες της ανήκαν στο Δημόσιο τομέα, που δεν αποδείχθηκε.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, λόγω των δυσχερειών ως προς την αληθή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης(άρθρο 179 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Ιουλίου 2023 με αριθμό καταθ. ...2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1165/8.3.2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ