Supreme Court remands labor contract termination case for retrial due to appellate court's failure to assess proportionality and good faith.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor court decision terminating an employee's contract. The appellate court had accepted the employer's claim without sufficient justification, failing to evaluate whether the termination was proportional or acted in good faith. Consequently, the case was remanded for a new trial to properly assess these critical legal standards.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669(2) of the Civil Code, Article 1 of Law 2112/1920, and Articles 1 and 5 of Law 3198/1955: The right to terminate a labor contract is a unilateral act, but its exercise must not exceed the limits of good faith, social purpose, and proportionality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 744 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 744/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Πίκουλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Ν. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Ρουπακιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν η 2695/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 528/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 30/10/2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 528/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της 20.2.2017 εφέσεως της ενάγουσας κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 2695/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και έγινε δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει.
Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.
Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων ( ΑΠ 166/2018, ΑΠ 179/2016). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως.
Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 769/2016).
Περαιτέρω, εάν στο πλαίσιο λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου προβλέπεται πειθαρχικός έλεγχος των εργαζομένων, το δικαίωμα του εργοδότη για καταγγελία δεν καταλύεται, διότι εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό και είναι ανεξάρτητο από την πειθαρχική διαδικασία, ακόμη και αν στο πλαίσιο αυτής μπορεί να επιβληθεί ποινή οριστικής παύσης, που εκτελείται με καταγγελία της συμβάσεως (πρβλ.
ΑΠ 184/2015, σκέψη αρ.3). Παρά ταύτα, και στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας ελέγχεται ως προς την υπέρβαση των ορίων της ΑΚ 281. Ως εκ τούτου, ερευνάται εάν, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, η επιλογή της καταγγελίας, που έχει ως συνέπεια για τον εργαζόμενο την απώλεια της θέσεως εργασίας, αντί της επιβολής άλλης, ηπιότερης πειθαρχικής ποινής, βρίσκεται μέσα στα όρια της ορθής εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος).
Εάν αυτό δεν συμβαίνει, η διενέργεια της καταγγελίας έρχεται σε αντίθεση προς την καλή πίστη, οπότε, εφ' όσον η αντίθεση αυτή είναι προφανής, καθίσταται απαγορευμένη (ΑΠ 769/2016, ΑΠ 904/2012, ΑΠ 255/2006).
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, μίσθωση πράγματος είναι η σύμβαση με την οποία αναλαμβάνουν την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί αυτή, ο μεν εκμισθωτής να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος, ο δε μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Τέτοια σύμβαση (μίσθωση πράγματος), επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 574 επ.
του ΑΚ, είναι και εκείνη, δυνάμει της οποίας, τραπεζική ανώνυμη εταιρία παραχωρεί σε φυσικό πρόσωπο, έναντι ανταλλάγματος, τη χρήση θυρίδας θησαυροφυλακίου, για την εναπόθεση σ` αυτήν πολύτιμων κινητών πραγμάτων, όπως τιμαλφή, χρεώγραφα κ.λ.π. Με τη σύμβαση αυτή, ειδικότερα, η εκμισθώτρια τράπεζα αναλαμβάνει την υποχρέωση, απέναντι στο μισθωτή, να παράσχει σ` αυτόν τη χρήση ενός χώρου (θυρίδας) που, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, αυτός καθαυτός, είναι κατάλληλος για την ασφαλή φύλαξη πολύτιμων πραγμάτων από τους συνήθεις, κατά βάση καθημερινούς, κινδύνους, στην υποχρέωση δε αυτή και μόνο εξαντλείται η ευθύνη που η εκμισθώτρια τράπεζα αναλαμβάνει από την εν λόγω σύμβαση.
Τα ως άνω πράγματα δεν παραδίδονται στην εκμισθώτρια Τράπεζα από τον εκμισθωτή, αλλ` εναποτίθενται στη θυρίδα μόνον από αυτόν, ενώ η εκμισθώτρια δεν γνωρίζει ούτε μπορεί να ελέγξει το περιεχόμενο της θυρίδας. Την παραπάνω υποχρέωσή της η εκμισθώτρια τράπεζα εκπληρώνει, εφόσον η τεχνική διασκευή των θυρίδων και του όλου χώρου του θησαυροφυλακίου της, οι διατυπώσεις εισόδου και εξόδου από αυτό και η φρούρηση του χώρου (με συναγερμό, φύλακες, ανιχνευτές κ.α.), αφενός μεν έχουν σχεδιαστεί από τα αρμόδια όργανά της κατά τρόπο ώστε να πληρούν τους όρους ασφάλειας, που έχουν διαμορφωθεί στη σχετική τραπεζική πρακτική, αφετέρου δε λειτουργούν πράγματι σύμφωνα με το σχεδιασμό αυτόν.
Η καταλληλότητα αυτή της θυρίδας και του όλου θησαυροφυλακίου, για την ασφαλή φύλαξη πολύτιμων πραγμάτων, στην οποία ο μισθωτής αποβλέπει, ενώ η εκμισθώτρια την εγγυάται, έχοντας καταστήσει σιωπηρά και αυτή αντικείμενο της σχετικής σύμβασης, αποτελεί συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου, η έλλειψη της οποίας παρέχει στο μισθωτή τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 577 ΑΚ δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και αυτό της αποζημίωσης για μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 1123/2006).
4. Η τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας προβλέφθηκε στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 28 Ιουνίου 2015 (ΦΕΚ Α' 65). Ειδικότερα, στο άρθρο πρώτο προβλέπεται ότι "1. Η χρονική περίοδος από 28 Ιουνίου έως και 6 Ιουλίου κηρύσσεται τραπεζική αργία...Κατά την τραπεζική αργία τα ιδρύματα θα παραμείνουν κλειστά για το κοινό και θα έχει πρόσβαση σε αυτά μόνον το προσωπικό που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή της παρούσας πράξης και την προετοιμασία για την επανέναρξη των συναλλαγών με το κοινό μετά τη λήξη της τραπεζικής αργίας.
Η καταβολή των συντάξεων εξαιρείται από τους περιορισμούς τραπεζικών συναλλαγών της παρούσας. Οι διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων θα ανακοινώσουν τον τρόπο καταβολής των συντάξεων και τα συγκεκριμένα ανά περιοχή υποκαταστήματα τους, τα οποία θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό...2. Κατά την τραπεζική αργία δύνανται να πραγματοποιούνται:
α) αναλήψεις μετρητών από τις αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές, υποκείμενες σε ημερήσιο όριο ανά κάρτα το οποίο ορίζεται σε 60 ευρώ, δυνάμενο να τροποποιείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Οι αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές θα λειτουργήσουν εντός το πολύ δώδεκα (12) ωρών κατά την πρώτη μέρα ισχύος της παρούσας, β) συναλλαγές άνευ περιορισμών, πέραν αυτών που ίσχυαν πριν την έκδοση της παρούσας με πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού που τηρείται στην Ελλάδα, γ) πληρωμές με τη χρήση προπληρωμένων καρτών αποκλειστικά έως του ποσού που εμφανιζόταν ως υπόλοιπο πριν από την έναρξη της τραπεζικής αργίας.
Νέες προπληρωμένες κάρτες δεν μπορούν να εκδοθούν. δ) συναλλαγές από απόσταση (ηλεκτρονικής τραπεζικής -Web Banking- ή συναλλαγές διά της τηλεφωνίας), για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού που τηρείται στην Ελλάδα, ε) αναλήψεις μετρητών μέσω καρτών που έχουν εκδοθεί στο εξωτερικό από τις αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές.
Περιορισμοί στα όρια ανάληψης αυτών των καρτών δύναται να καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Κατά την τραπεζική αργία δεν μπορεί να διενεργηθεί καμία άλλη τραπεζική εργασία...6. Η ΠΝΠ επιβάλλει στα πιστωτικά ιδρύματα για κάθε παράβαση της παρούσας πρόστιμο ύψους έως του ενός δεκάτου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής.
Επιπλέον, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση". Με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 30 Ιουνίου 2015 (ΦΕΚ Α' 66) προβλέφθηκαν τροποποιήσεις στα ανωτέρω και, ειδικότερα, αντικαταστάθηκαν τα τελευταία δύο εδάφια της παρ. 1 του άρθρου πρώτου της από 28.6.2015 ΠΝΠ ως εξής: "...Η καταβολή των συντάξεων εξαιρείται από τους περιορισμούς της παρούσας.
Οι διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων θα ανακοινώσουν τον τρόπο καταβολής των συντάξεων και τα συγκεκριμένα ανά περιοχή υποκαταστήματά τους, τα οποία θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται και αναπροσαρμόζεται το ύψος του εκάστοτε ημερησίως επιτρεπόμενου ποσού σύνταξης προς ανάληψη.
Ομοίως, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύναται να εξαιρούνται από την εφαρμογή της παρούσας ειδικές κατηγορίες κοινωνικώς ευπαθών ομάδων, για τις οποίες μπορούν να ορισθούν διαφορετικά όρια αναλήψεων". Επίσης, προβλέφθηκε η προσθήκη των στοιχείων στ), ζ) και η) στην παρ. 2 του άρθρου πρώτου της ως άνω ΠΝΠ, ως εξής: "...2.
Στην παράγραφο 2 του άρθρου πρώτου της από 28 Ιουνίου 2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας" (Α' 65) προστίθενται στοιχεία στ), ζ) και η), ως εξής: στ) αποδοχή καταθέσεων σε αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές, καθώς και εν γένει αποδοχή καταθέσεων σε Υπηρεσία/σίες των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών, ζ) έκδοση νέων πιστωτικών και χρεωστικών καρτών σε Υπηρεσία/ίες των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών", η) εκτέλεση πληρωμών σε λογαριασμούς καταθέσεων στο εσωτερικό της χώρας με κεντρική εντολή (μη ηλεκτρονική), όπως όλως ενδεικτικά και όχι περιοριστικά μισθοδοσία προσωπικού, σε αρμόδια Υπηρεσία των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών".
Εξάλλου, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών της 30.6.2015 ΦΕΚ Β 1302) προβλέφθηκαν στο άρθρο 1 τα εξής: "1. Το συνολικό εφάπαξ καταβλητέο ποσό συντάξεως σε καθέναν από τους δικαιούχους κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας μέσω των υποκαταστημάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων που θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου πρώτου της από 28 Ιουνίου 2015 ΠΝΠ (Α 65), ορίζεται σε 120 ευρώ. 2.
Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προβούν άμεσα στην έκδοση χρεωστικών καρτών στους δικαιούχους καταβολής συντάξεως, με τις οποίες αυτοί θα μπορούν να προβαίνουν σε αναλήψεις μετρητών σύμφωνα με την περίπτωση α) της παραγράφου 2 του άρθρου πρώτου της ως άνω ΠΝΠ. 3. Κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας, πέραν των περιπτώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου πρώτου της ως άνω ΠΝΠ, δύναται να πραγματοποιούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα και η εξής πράξη:
καταβολή ημερήσιας αποζημίωσης καθώς και των οδοιπορικών εξόδων στους δικαιούχους, σύμφωνα με την αρ. 21775/29.6.2015 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Οικονομικών Καθορισμός του ύψους της ειδικής αποζημίωσης και των οδοιπορικών εξόδων των διοριζομένων, εφόρων, αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής, γραμματέων κ.λπ.
για τη διενέργεια του Δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015, καθώς και του τρόπου καταβολής τους' (Β' 1290)". Περαιτέρω, με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 18 Ιουλίου 2015 (ΦΕΚ Α' 84) προβλέφθηκαν τα εξής: "Άρθρο πρώτο 'Περιορισμός των αναλήψεων μετρητών και των μεταφορών κεφαλαίων'. 1. Από την Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015 λήγει η τραπεζική αργία η οποία κηρύχθηκε με την από 28 Ιουνίου 2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 65), όπως ισχύει και παρατάθηκε για τελευταία φορά με την αριθ.
ΓΔΟΠ 0000989ΕΞ2015/ΧΠ2314/16.7.2015 (Β'1482) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών έως 19 Ιουλίου 2015 και επιβάλλεται περιορισμός στις αναλήψεις μετρητών και στην κίνηση κεφαλαίων κατά τα προβλεπόμενα στην παρούσα... 13. Η Τράπεζα της Ελλάδος πραγματοποιεί δειγματοληπτικούς ελέγχους για τη συμμόρφωση των ιδρυμάτων με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου για τα θέματα της αρμοδιότητας της και επιβάλλει σε αυτά για κάθε παράβαση πρόστιμο ύψους έως του ενός δέκατου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής. 14.
Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή έως του ενός δεκάτου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής. Επιπλέον, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση... 18.
Οι μη ρυθμιζόμενες από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δραστηριότητες των ιδρυμάτων διενεργούνται υπό τους όρους και προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας...". Σημειώνεται ότι ως προς τις τραπεζικές θυρίδες, στις ως άνω Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία σχετικά με το επιτρεπτό ή μη της πρόσβασης σε αυτές.
Ωστόσο από το περιεχόμενο της 28 Ιουνίου 2015 ΠΝΠ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της βραχείας διάρκειας τραπεζικής αργίας απαγορεύτηκαν όλες οι τραπεζικές εργασίες, εκτός από αυτές που ρητά και περιοριστικά αναφέρονται σε αυτήν, στις δε επιτρεπόμενες τραπεζικές εργασίες- δραστηριότητες, εξ αντιδιαστολής, δεν περιλαμβάνεται με σαφήνεια η πρόσβαση και το άνοιγμα των τραπεζικών θυρίδων.
Σημαντική ιδιαιτερότητα του νομικού καθεστώτος των τραπεζικών θυρίδων, που τις διαφοροποιεί από άλλες τραπεζικές δραστηριότητες, αποτελεί το γεγονός, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ότι στο πλαίσιο της σύμβασης μίσθωσης τραπεζικής θυρίδας η τράπεζα παραχωρεί στο πελάτη της, για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση, το δικαίωμα χρήσης της θυρίδας με μόνο περιορισμό της φυσικής του εξουσίας ότι αυτή η χρήση μπορεί να γίνει κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες συναλλαγών της τράπεζας.
Αυτό συνεπάγεται ότι την κατοχή της θυρίδας και του χώρου της έχει μόνο ο πελάτης, ενώ η τράπεζα έχει υποχρέωση να παράσχει στον πελάτη τη χρήση της θυρίδας η οποία (χρήση της θυρίδας) δεν είναι δυνατή χωρίς τη σύμπραξη του τραπεζικού υπαλλήλου. Πρόκειται συνεπώς για ιδιότυπη σύμβαση μεταξύ της τράπεζας και του συναλλασσόμενου η οποία αφορά μίσθωση πράγματος.
Επίσης, ο Κώδικας Τραπεζικής Δεοντολογίας προβλέπει ρητά ότι: "Οι τράπεζες δεν μπορούν να δεσμεύουν το περιεχόμενο των θυρίδων ή να απαγορεύουν το άνοιγμά τους από το μισθωτή, παρά μόνο σε περιπτώσεις εκτέλεσης αποφάσεων της δικαιοσύνης ή άλλων αρχών, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις" (παράγραφος 55).
Κατ' ακολουθία αυτών, η εκμίσθωση τραπεζικών θυρίδων και η πρόσβαση σε αυτές αποτελεί τραπεζική δραστηριότητα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, λόγω της φύσης της έννομης σχέσης που αναπτύσσεται μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη. Εξ άλλου, και με την εκδοχή ότι η πρόσβαση στις τραπεζικές θυρίδες δεν συναρτάται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τους σκοπούς της τραπεζικής αργίας και με τους ελέγχους κεφαλαίων.
προσβάλλεται και η αρχή της ισότητας, η οποία πρέπει να εφαρμόζεται έναντι όλων των πελατών της εναγομένης Τράπεζας, δεδομένου ότι οι πελάτες οι οποίοι διέθεταν θυρίδες σε υποκαταστήματα, τα οποία δεν άνοιξαν καν, δεν θα είχαν, σε κάθε περίπτωση, τη δυνατότητα πρόσβασης στις θυρίδες τους, κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας και κατά την 1η,2η και 3η Ιουλίου 2015 ,που ενδιαφέρουν εν προκειμένω.
Στις ως άνω Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, όπως προναφέρθηκε, δεν περιλαμβάνεται οιανδήποτε μνεία στο καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων κατά το χρονικό διάστημα της τραπεζικής αργίας βραχείας διάρκειας. Ως εκ τούτου ανέκυψε κατά τα προαναφερθέντα, έστω και εκ περισσού, η ανάγκη παροχής διευκρινίσεων σχετικά με το νομικό καθεστώς των θυρίδων κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας, με αποτέλεσμα οι αρμόδιες διευθύνσεις των τραπεζών να προβούν στην έκδοση και κοινοποίηση υπηρεσιακών σημειωμάτων προς τους εργαζόμενους των λειτουργούντων καταστημάτων, με οδηγίες για το επίμαχο ζήτημα.
5. Περαιτέρω, η διάταξη περί κυρώσεων για παράβαση της ως άνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 28.6.2015 (άρθρο 6) προβλέπει την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να καταγγείλουν τη σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση. Προϋπόθεση για την επιβολή της συγκεκριμένης κύρωσης είναι να τελούν οι υπάλληλοι εν πλήρη γνώση των επιτρεπόμενων και των μη επιτρεπόμενων πράξεων και ενεργειών.
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με διάταξη αυτή ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αλλά και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1εδ. γ` του Συντάγματος η θεσπιζόμενη από αυτή προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και ``στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει`` και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμόδιων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για το διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ` αυτή, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτή ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας που, όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.
Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 9/2015, ΑΠ 76/2016).
Περαιτέρω, οι διατάξεις, των άρθρων 24-27 του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού Τράπεζας Αττικής καθορίζουν τα πειθαρχικά παραπτώματα, τις πειθαρχικές ποινές, και την πειθαρχική Διαδικασία. Η ποινή της οριστικής παύσης, που προβλέπεται στο άρθρο 25 παρ. στ' του ως άνω Κανονισμού Εργασίας και εκτελείται δια της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, επιβάλλεται για την τέλεση των πειθαρχικών παραπτωμάτων, που διαλαμβάνονται στο άρθρο 24 αυτού, με την τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, που προβλέπεται στο άρθρο 27 του Κανονισμού.
Η καταγγελία, που οφείλεται στη συμπεριφορά του εργαζομένου, η οποία συνιστά συγχρόνως πειθαρχικό παράπτωμα, υπόκειται στην απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης και το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, αν ο εργοδότης θα μπορούσε εξίσου αποτελεσματικά να αποφύγει την καταγγελία της εργασιακής σχέσης, επιβάλλοντας πειθαρχικές ποινές που προβλέπονται στον Κανονισμό της επιχείρησης (επίπληξη, πρόστιμο, μετάθεση, προσωρινή αργία κλπ).
Η αδικαιολόγητη επιλογή του επαχθέστερου για τον εργαζόμενο μέσου, στην προκειμένη περίπτωση της καταγγελίας, υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και συνιστά κατάχρηση δικαιώματος. Τούτο δε διότι η στέρηση από τον εργαζόμενο της θέσης εργασίας, η οποία αποτελεί τη βάση της οικονομικής και κοινωνικής του ύπαρξης χωρίς τη συνδρομή ιδιαίτερων λόγων που να δικαιολογούν επαρκώς την καταγγελία, δεν συμβιβάζεται με τις θεμελιώδεις συνταγματικές αξιολογήσεις, με τις οποίες, το συμφέρον του εργαζόμενου στη διατήρηση της εργασιακής σχέσεως έχει αναχθεί σε συνταγματικά προστατευόμενη έννομη θέση (άρθρα 2 παρ. 1, 5 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος.
Εξάλλου, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται υποθέσεως που αφορά καταγγελία της συμβάσεως εργασίας στη βάση νομοθετικής εντολής δικαιούται να ελέγξει εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας σε συνδυασμό με το δικαίωμα εργασίας. Στην παρ. 6 του πρώτου άρθρου της ΠΝΠ 65/28.6.2015 και στην παρ. 14 του πρώτου άρθρου της ΠΝΠ 84/18.7.2015 ορίζεται κατά γενικό τρόπο ότι "όποιος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος τιμωρείται...
Επιπλέον το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παραβίαση". Οι ως άνω διατάξεις παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας γιατί δεν αφήνουν περιθώρια για αξιολόγηση υποκειμενικών περιστάσεων, όπως την ενδεχόμενη πλάνη, το συγγνωστό της και κυρίως το βαθμό υπαιτιότητας του μισθωτού που θεωρείται ότι παραβίασε τη διάταξη.
Λόγω της γενικότητάς της και της, χωρίς διακρίσεις, επιταγής στον εργοδότη να προχωρήσει στο μέτρο της καταγγελίας, η ως άνω διάταξη υπερβαίνει εκείνα τα ακραία όρια που επιβάλλει το κοινωνικό δικαίωμα εργασίας και η αρχή του κράτους δικαίου. (ΑΠ 1368/2019). 6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). 7.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
8. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα με την από 14.12.2015 αγωγή της ισχυρίσθηκε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε κατά την 26-9-1994 από την εναγόμενη, ως τραπεζικός υπάλληλος. Ότι παρείχε τις υπηρεσίες της στην εναγόμενη κανονικά μέχρι την 1.10.2015, οπότε η τελευταία κατήγγειλε παράνομα και καταχρηστικά την επίδικη σύμβαση εργασίας, κατά παράβαση του νόμου και της αρχής της αναλογικότητας και κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού του δικαιώματος της, όπως αναλυτικά εξέθετε στην αγωγή της, ενώ ο τρόπος με τον οποίο έλαβε χώρα η καταγγελία αυτή και η δημοσιοποίηση των λόγων για τους οποίους έλαβε χώρα, οδήγησε στη μείωση της εργασιακής υπολήψεως αυτής της επαγγελματικής δραστηριότητας της, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αγωγή, με αποτέλεσμα να του προκληθεί και ηθική βλάβη.
Ότι έκτοτε και μέχρι σήμερα, η εναγόμενη αρνείται παρανόμως να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερθείσες προς αυτήν υπηρεσίες της, οι δε μικτές μηνιαίες αποδοχές της 2.576 ανέρχονταν κατά το χρόνο της επίδικης καταγγελίας στο ποσό των. Ενόψει αυτών, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της είναι άκυρη ως παράνομη και καταχρηστική, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδεχθεί την εργασία της με την απειλή χρηματικής ποινής σε περίπτωση άρνησης απασχόλησής της, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ ως οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας από την επομένη της καταγγελίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής με το νόμιμο τόκο, και δ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παραπάνω συμπεριφορά της εναγόμενης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας. Κατόπιν άσκησης εφέσεως από αυτήν, το Εφετείο Πειραιώς εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και ακολούθως αφού κράτησε την υπόθεση δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή.
9 .Το Εφετείο. όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, δέχθηκε τα ακόλουθα: ": Δυνάμει της από 1-12-1994 έγγραφης σύμβασης μεταξύ της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης και της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας, η πρώτη προσλήφθηκε ως τραπεζικός υπάλληλος από τη δεύτερη από την 26-9-1994, δοκιμαστικά με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου εξάμηνης διάρκειας, η οποία έληγε την 28-3-1995, ότε και εχώρησε αξιολόγησή της, σύμφωνα με την οποία εκρίθη κατάλληλη και ετράπη η σύμβαση εργασίας της σε αορίστου χρόνου, με το προβλεπόμενο από τις οικείες Σ.Σ.Ε.
ωράριο εργασίας, έναντι συνολικών μικτών μηνιαίων αποδοχών, κατά το τελευταίο, πριν την ένδικη καταγγελία, χρονικό διάστημα, ποσού 2.576 ευρώ. Από το Φεβρουάριο του έτους 2014, η ενάγουσα τοποθετήθηκε από την εναγόμενη στη θέση της Διευθύντριας, δεύτερη τη τάξει του Κέντρου Επιχειρηματικής Τραπεζικής στο Κατάστημα-Επιχειρηματικό Κέντρο της εναγομένης στον Πειραιά, με αρμοδιότητες Επόπτριας στο Τμήμα Καταθέσεων Εισαγωγικού-Εξαγωγικού Εμπορίου και Ιδιωτικής Πίστης και Προϊσταμένης Υποστήριξης Εργασιών στο Τμήμα Καταθέσεων, καλύπτοντας τις εργασίες Εισαγωγικού-Εξαγωγικού Εμπορίου.
Με την έκδοση της από 28-6-2015 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου (καθώς και της από 30-6-2015 τροποποιητικής αυτής ΠΝΠ) επιβλήθηκαν κεφαλαιουχικοί έλεγχοι-περιορισμοί (capital control) στις συναλλαγές όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και της εναγομένης. Τούτο δε έγινε -προκειμένου- -να -αντιμετωπισθεί -έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης να προστατευθεί το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ελληνική οικονομία εν γένει από την έλλειψη ρευστότητας.
Κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας στις 29 και 30 Ιουνίου 2015 όλα τα τραπεζικά καταστήματα παρέμειναν κλειστά για τους συναλλασσόμενους, από 1 έως και 19 Ιουλίου λειτούργησαν πιλοτικά συγκεκριμένα καταστήματα τραπεζών για τη διενέργεια ειδικότερων συναλλαγών που αναφέρονται στην ΠΝΠ ενώ από 20 Ιουλίου έληξε η τραπεζική αργία, διατηρουμένων ωστόσο των περιορισμών στην ανάληψη μετρητών και τη μεταφορά κεφαλαίων.
Η εναγόμενη κοινοποίησε σε όλο το προσωπικό της το πλήρες κείμενο της ανωτέρω Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου στις 29-6-2015 μέσω της Εγκυκλίου υπ' αριθμόν 6 του Διευθύνοντος Συμβούλου Α., η οποία αναρτήθηκε αυθημερόν στο σύστημα ηλεκτρονικής ενημέρωσης της τράπεζας. Από το περιεχόμενο της ανωτέρω ΓΙΝΠ προκύπτει ότι απαγορεύθηκαν όλες οι τραπεζικές εργασίες εκτός από όσες ρητά αναφέρονται σε αυτήν, με ποινή την επιβολή διοικητικών κυρώσεων σε κάθε Τράπεζα που θα διενεργούσε απαγορευμένες συναλλαγές από την Τράπεζα της Ελλάδας και την απόλυση του διενεργούντος αυτές τραπεζικού υπαλλήλου.
Στην απαγόρευση διενέργειας τραπεζικών εργασιών, εκ του ανωτέρω περιεχομένου της ΠΝΠ, δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι εντάσσεται και το άνοιγμα των μισθωμένων θυρίδων. Αυτό προκύπτει από το ότι: α) Ρητά αναφέρεται ότι τα τραπεζικά ιδρύματα θα παραμείνουν κλειστά για το κοινό με εξαίρεση τους υπαλλήλους, τους συνταξιούχους και όσων επιθυμούν την έκδοση καρτών αναλήψεως, 2) Στην ΠΝΠ περιγράφονται επ' ακριβώς οι τραπεζικές συναλλαγές, που δύνανται να πραγματοποιούνται από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η πρόσβαση σε τραπεζικές θυρίδες, 3) Υφίσταται ρητή απαγόρευση στην, εν λόγω, πράξη νομοθετικού περιεχομένου ότι κατά την τραπεζική αργία δεν μπορεί να διενεργηθεί καμία άλλη τραπεζική εργασία, 4) Επιπλέον, στις 1-7-2015 η εναγόμενη απέστειλε στα καταστήματά της, τα οποία λειτουργούσαν πιλοτικά, έγγραφο υπό τον τίτλο "ΟΔΗΓΙΕΣ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ"), στο οποίο ανέφερε ότι "Από την Τετάρτη 1η Ιουλίου 2015 και για τρεις συναπτές ημέρες θα ανοίξουν περί τα χίλια τραπεζικά καταστήματα σε όλη τη χώρα για να εξυπηρετήσουν τους συνταξιούχους που δεν διαθέτουν κάρτες ανάληψης ή χρεωστικές κάρτες και οι οποίοι θα δύνανται να αποσύρουν έως 120 ευρώ μετρητά μία φορά μόνο κατά τη διάρκεια της εβδομάδας τούτης.
Παράλληλα οι Τράπεζες δεσμεύονται να εκδώσουν άμεσα χρεωστικές κάρτες ώστε οι συνταξιούχοι να μπορούν να συναλλάσσονται κανονικά σε σημεία πώλησης που δέχονται χρεωστικές κάρτες καθώς και να κάνουν τις προβλεπόμενες αναλήψεις των 60 ευρώ ημερησίως. Σύμφωνα με την ανωτέρω απόφασή από την Τράπεζά μας θα ανοίξουν πανελλαδικά 30 καταστήματα προκειμένου να εξυπηρετήσουν και μόνο συνταξιούχους που δεν διαθέτουν χρεωστική κάρτα (Attica Depit me) Καταστήματα εξυπηρέτησης των συνταξιούχων θα πρέπει να δείξουν τη δέουσα επιμέλεια για την πιστή εφαρμογή των ανωτέρω καθώς και για την άμεση και γρήγορη εξυπηρέτηση των ενδιαφερομένων".
Στο έγγραφο αυτό της τράπεζας υφίσταται αποκλειστική αναφορά ότι από 1 Ιουλίου 2015 ημέρα Τετάρτη και για τρεις συναπτές εργάσιμες ημέρες, ήτοι έως Παρασκευή 3 Ιουλίου, τα καταστήματα θα ανοίξουν αποκλειστικά και μόνο προκειμένου να εξυπηρετήσουν συνταξιούχους που δεν διαθέτουν χρεωστική κάρτα. Περαιτέρω, στις 2 Ιουλίου και ώρα 5:15 μ.μ., η εναγομένη τράπεζα απέστειλε το με αριθμό .../2-7-2015 υπηρεσιακό σημείωμα με θέμα "Απαγόρευση χρήσης θυρίδων καταστημάτων στο πλαίσιο λειτουργίας της ΠΝΠ 65/28.06.2015", στην οποία αναφέρει ότι "για τη χρονική περίοδο από 28 Ιουνίου έως 6 Ιουλίου, η οποία έχει κηρυχθεί ως Τραπεζική Αργία και για όσο διάστημα αυτή συντμηθεί ή παραταθεί:
Απαγορεύεται ρητώς η πρόσβαση στον χώρο των θυρίδων τόσο για τους μισθωτές όσο και για τα πληρεξούσια άτομα αυτών. Για την αποφυγή επιβολής κυρώσεων στην Τράπεζά μας, παρακαλούμε για την πιστή τήρηση των παραπάνω οδηγιών". Ωστόσο, παρά την ύπαρξη της απαγόρευσης κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας, η ενάγουσα, στις 1-7-2015, 2-7-2015 και 3-7-2015 συνόδευσε και παρείχε πρόσβαση στην τραπεζική τους θυρίδα, αντίστοιχα, πελάτες της εναγομένης τράπεζας, ήτοι τους Γ.
Τ., Σ. Χ. και Α. Γ., η ενέργειά της δε αυτή καταδείχθηκε από τον έλεγχο των συστημάτων ασφαλείας της εναγομένης τράπεζας καθότι η ίδια δεν ενημέρωσε το καρτελάκι της θυρίδας του κάθε πελάτη ούτε και ενημέρωσε κάποιον άλλον υπάλληλο ή στέλεχος της τράπεζας για την ενέργειά της αυτή. Η ενάγουσα, ως ισχυρίσθηκε στις προφορικές και ενυπόγραφες δηλώσεις της ενώπιον των μελών της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας εξυπηρέτησε τους πελάτες αυτούς με δική της πρωτοβουλία αποδεχόμενη ότι δεν ενημέρωσε κάποιον άλλο υπάλληλο ή στέλεχος της εναγομένης Τράπεζας.
Κατόπιν τούτων, η εναγόμενη, αφού έλαβε υπ' όψη της τα πορίσματα του ειδικού ελέγχου τήρησης της ανωτέρω ΠΝΠ στο Επιχειρηματικό Κέντρο Πειραιά, που διενήργησε η Μονάδα Εσωτερικού της Ελέγχου και την από 4-9-2015 εμπιστευτική επιστολή των μελών της ανωτέρω Μονάδας, θεωρώντας ότι η παραπάνω ενέργεια της ενάγουσας συνιστούσε ανεπίτρεπτη τραπεζική εργασία που απαγορευόταν, ως προεκτέθηκε από την ανωτέρω ΠΝΠ, κατ' επιταγή του άρθρου 1 παρ.6 της ανωτέρω ΠΝΠ, που επέβαλε στα πιστωτικά ιδρύματα την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του προσώπου που θα παρέβαινε την απαγόρευση, την 1η-10-2015, προχώρησε στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, με την επίδοση σ' αυτήν της υπ' αριθμόν .../1-10-2015 εγγράφου καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου και την ταυτόχρονη προσφορά της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής της.
Ωστόσο, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο του άρθρου 11 του Ν. 4261/2014, που αναφέρεται στις δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων και συνεπώς στο τι συνιστά τραπεζική εργασία, όσον αφορά στις θυρίδες, τραπεζική εργασία με τη στενή έννοια του όρου φαίνεται να συνιστά μόνο η πράξη της εκμίσθωσης της θυρίδας σε νέο πελάτη και όχι και η πρόσβαση του δικαιούχου σε ήδη μισθωμένη από αυτόν θυρίδα.
Συγκεκριμένα, η χρήση μισθωμένης θυρίδας συνιστά βασικό, κύριο δικαίωμα του πελάτη μιας τράπεζας που έχει συνδεθεί μαζί της με σύμβαση μισθώσεως θυρίδας, η σύμβαση, δε μισθώσεως θυρίδας θησαυροφυλακίου είναι σύμβαση μισθώσεως πράγματος των άρθρων 574 επ. του Α.Κ., η οποία καταρτίζεται μεταξύ πελάτη (μισθωτή) και τράπεζας (εκμισθώτριας) με βασικό περιεχόμενο την παραχώρηση στον μισθωτή της αποκλειστικής χρήσεως διακεκριμένου χώρου (ερμαρίου θυρίδας) εντός λειτουργούντος καταστήματος της τράπεζας, έναντι καταβολής μισθώματος και με σιωπηρή ή ρητή, αλλά πάντως χαρακτηριστική, ανάληψη εκ μέρους της -εκμισθώτριας τράπεζας ιδιαίτερα αυξημένης ευθύνης σε θέματα ασφάλειας του χώρου από κινδύνους πυρός διαρρήξεων και κλοπών.
Υφισταμένης, επομένως, μιας τέτοιας συμβάσεως, ο μισθωτής μπορεί να κάνει χρήση της θυρίδας του οποτεδήποτε, με την έννοια της επιχείρησης οποιασδήποτε απλής υλικής πράξεως επ' αυτής, εντός των συμφωνημένων ορίων και όρων και με μόνο περιορισμό της φυσικής του εξουσίας ότι αυτή η χρήση μπορεί να γίνει κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες συναλλαγών της τράπεζας, δικαιούμενος προς τούτο έναντι παντός και του ίδιου ακόμα του εκμισθωτή, ο οποίος έχει στερηθεί συμβατικά το δικαίωμα τούτο και ο οποίος μπορεί, φυσικά, να εξαναγκασθεί δικαστικά σε συμμόρφωση ή, ακόμα, σε αποζημίωση (ΑΚ 584).
Συνεπεία τούτων, η πρόσβαση των δικαιούχων στις τραπεζικές θυρίδες τους αποτελεί μία τραπεζική δραστηριότητα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, λόγω της φύσης της έννομης σχέσης που αναπτύσσεται, εν προκειμένω, μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη, ενώ δεν συναρτάται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τους σκοπούς της, ως άνω, τραπεζικής αργίας και με τους ελέγχους κεφαλαίων, για τον λόγο αυτό και σε καμία από τις κρίσιμες Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου δεν περιλήφθηκε οιαδήποτε μνεία στο καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων, κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής κεφαλαιακών ελέγχων-περιορισμών.
Για τους λόγους αυτούς, η απλή χρήση μιας μισθωμένης θυρίδας θησαυροφυλακίου, δεν προκύπτει με ευχέρεια ότι είναι τραπεζική "εργασία" (με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 2 β.δ. 1835 περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων ή του άρθρου 11 Ν. 4261/2014) ή "συναλλαγή", δεν προκύπτει, επομένως, ευχερώς ότι εμπίπτει άνευ ετέρου τινός στην έννοια των ως άνω απαγορευμένων "συναλλαγών" της (βλ.
τις από 17.10.2015 και 18.11.2015 γνωμοδοτήσεις των Ξ. Κ. και Σ. Ψ. αντίστοιχα, με τις εκεί παραπομπές, που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα). Εφόσον, λοιπόν, το θέμα του επιτρεπτού ή μη της πρόσβασης των δικαιούχων στις ήδη μισθωμένες από αυτούς θυρίδες, σύμφωνα με το καθεστώς απαγορεύσεως των τραπεζικών εργασιών από την ανωτέρω ΠΝΓΙ και τουλάχιστον την 1. 7.2015 και την 2%.2015, ημερομηνίες κατά τις οποίες η ενάγουσα επέτρεψε την πρόσβαση σε αυτές και εφόσον η ρητή οδηγία της εναγόμενης περί απαγόρευσής της εστάλη την ιδία ημέρα (2-7-2015 και περί ώρα 17:15) ήταν έκτοτε αλλά και εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά αμφίβολο και περίπλοκο, η εναγόμενη καταχρηστικά και καθ' υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη αλλά και τα συναλλακτικά ήθη προέβη εσπευσμένα και άκριτα για τον παραπάνω λόγο στην επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, δεδομένου, μάλιστα και του ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι σε βάρος της εναγόμενης επιβλήθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος οποιοδήποτε πρόστιμο για την φερόμενη ως άνω παράβαση.
Επιπροσθέτως, η κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που αποτυπώνεται στην εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμη τη βάση της αγωγής της ενάγουσας, ότι η καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης ήταν άκυρη, λόγω μη τήρησης από την εφεσίβλητη της προβλεπόμενης από το Κανονισμό Εργασίας Πειθαρχικής διαδικασίας, τυγχάνει εσφαλμένη αφού, όπως προκύπτει από την ορθή επισκόπηση του ένδικου αγωγικού σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από την εφεσίβλητη στηρίζεται και στην- παραβίαση- από την τελευταία- της αρχής της- αναλογικότητας.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 281Κ,για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν αρκεί μόνο να υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι που έχουν σχέση με το πρόσωπο του εργαζόμενου ή την κατάσταση της επιχείρησης, αλλά ελέγχεται και η βαρύτητα των λόγων, δηλαδή, αν καθιστούν αναγκαία την απόλυση ή είναι δυνατή η αντιμετώπισή της με άλλα ηπιότερα μέτρα, οπότε στην περίπτωση αυτή, η προσφυγή στο επαχθέστερο μέσο της απόλυσης δεν είναι θεμιτή (βλ.
ΑΠ 144/1991, ΕΕργΔ 51/636-ΕφΑθ 417/1996, ΕΕργΔ 56/238). Έτσι γίνεται μεν κατά βάση δεκτό, ότι το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά του εργαζόμενου που θεωρήθηκε ως αιτία της απόλυσης, προβλέπεται από τον Κανονισμό της Τράπεζας, ως πειθαρχικό παράπτωμα πλην όμως, η καταγγελία που οφείλεται στη συμπεριφορά του εργαζομένου, η οποία συνιστά συγχρόνως πειθαρχικό παράπτωμα, υπόκειται στην απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησής της και το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, αν ο εργοδότης θα μπορούσε εξίσου αποτελεσματικά να αποφύγει την καταγγελία της εργασιακής σχέσης επιβάλλοντας πειθαρχικές ποινές που προβλέπονται στον κανονισμό της επιχείρησης (επίπληξη, πρόστιμο, μετάθεση, προσωρινή αργία κλπ).
Στην προκειμένη περίπτωση και όπως πρωτοδίκως αποδείχτηκε, η εφεσίβλητη αποφάσισε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας παρότι η ίδια δεν είχε εγκαίρως ενημερώσει τους υπαλλήλους της, μεταξύ των οποίων και την ενάγουσα ακόμη δε και το Διευθυντή του Καταστήματος Πειραιά ότι στις απαγορεύσεις της Π.Ν.Π.
κατά το χρόνο της βραχείας διαρκείας τραπεζικής αργίας εντάσσεται και η χρήση των θυρίδων από τους μισθωτές αυτών, ενώ επιπλέον ουδέν πρόστιμο επιβλήθηκε σ' αυτήν από την εποπτεύουσα Τράπεζα της Ελλάδας, όπως προβλέπει η Π.Ν.Π. σε κάθε περίπτωση η ενάγουσα-όπως και οι άλλοι συνάδελφοί της- ευλόγως πίστευαν ότι κατά το χρόνο που επέτρεψε στους τρεις (3) μισθωτές την πρόσβαση τους στις θυρίδες της εφεσίβλητης, έπραττε νομίμως, κατά συνέπεια η απόφαση της εφεσίβλητης να προβεί αμέσως σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, αντί τουλάχιστον να τηρήσει την πειθαρχική διαδικασία που προβλέπει ο Κανονισμός Εργασίας Προσωπικού της Τράπεζας (ΚΕΠΤ - άρθρα 26 και 27) και αν διαπιστωνόταν η διάπραξη από την ενάγουσα πειθαρχικού παραπτώματος (άρθρο 24 του ΚΕΠΤ) να της επιβάλει μία από τις ηπιότερων συνεπειών ποινή που προβλέπει το άρθρο 25, υπερβαίνει καταφανώς τα όρια της καλής πίστης και συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.
Τέλος, υφίσταται και θέμα συνταγματικότητας της ένδικης από 28-6-2015 ΠΝΠ, κατά το μέρος που μ' αυτήν προβλέπεται υποχρεωτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας του προσώπου, που ευθύνεται για τυχόν παράβαση αυτής, παρότι ως αντισυνταγματική έπρεπε να αξιολογηθεί αυτή, εφόσον κατ' άρθρο 22 παρ. 1 Συντ. "η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος".
Από την τελευταία αυτή διάταξη θεωρείται ανεπίτρεπτη από συνταγματική άποψη και η μορφή αναγκαστικής αποστέρησης αυτής, προσθέτως δε η πρόβλεψη υποχρεωτικής απόλυσης καταργεί τα όρια αυτονομίας κατά τη σύναψη της εργασιακής σύμβασης και μετατρέπει το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, τη σύμβαση εργασίας του μισθωτού σε υποχρέωσή του.
Εξάλλου κατά το άρθρο 25 εδ: 4 του Συντάγματος "Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας" Εν προκειμένω και με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν τόσο πρωτοδίκως όσο και κατά το παρόν Δικαστήριο, είναι προφανής η αντίθεση της Π.Ν.Π.
προς το άρθρο 25 του Συντάγματος, εφόσον η επιβαλλόμενη ως υποχρεωτική από τις Τράπεζες καταγγελία της σύμβασης υπαλλήλων, αν κατηγορηθούν για μη τήρηση των όρων της Π.Ν.Π. δεν αφήνει περιθώριο αξιολόγησης υποκειμενικών περιστάσεων, όπως η γνώση ή μη της απαγόρευσης χρήσης θυρίδων από τον υπάλληλο, η ενδεχόμενη πλάνη αυτού ή το στοιχείο συγγνωστού αυτού κατά την αναζήτηση υπαιτιότητάς του.
Η ανάγκη έρευνας των στοιχείων αυτών προκύπτει ως απολύτως αναγκαία και από το γεγονός ότι και στην από 28/6/2015 αλλά και στην από 18/7/2015 Π.Ν.Π. προβλέπεται τιμωρία του "προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση". Συνεπεία όλων των ανωτέρω, η ένδικη καταγγελία είναι άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, η δε εναγομένη αρνείται έκτοτε και μέχρι σήμερα να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της ενάγουσας, παρά την προσήκουσα προσφορά της τελευταίας.
Επομένως, κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας και της οφείλει. κατά το άρθρο 656 Α.Κ., τις αποδοχές της, για το χρονικό διάστημα από 1η -10-2015 μέχρι 1η -3-2016. Έτσι, με βάση τις τακτικές αποδοχές της ενάγουσας, κατά την ημέρα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των 2.576 ευρώ, η ενάγουσα δικαιούται μισθούς υπερημερίας, συνολικού ποσού (7 μήνες Χ 2.576 ευρώ) 18.032 ευρώ.
Τα παραπάνω ποσά που δικαιούται η ενάγουσα, δεν αμφισβητούνται κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο και από την εναγόμενη.
Συνεπώς, η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα για τους παραπάνω λόγους το συνολικό ποσό των 18.032 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής εκάστου κονδυλίου και μέχρι την εξόφληση...." 10.Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες ότι με το να δεχθεί ότι η περί τραπεζικής αργίας ΠΝΠ κατά τη διάταξή της που προέβλεπε υποχρεωτική καταγγελία της συμβάσεως εργασίας των παραβατών της τραπεζικής αργίας ενώ τούτο αντίκειται στα άρθρα 5 παρ. 1, άρθρο 22 παρ. 1 και 25 εδ. 4 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην εργασία και καταργεί "τα όρια αυτονομίας κατά τη σύναψη της εργασιακής σύμβασης και μετατρέπει το δικαίωμα εργασίας του μισθωτού σε υποχρέωσή του" παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι όπως αναφέρθηκε αναλυτικά στη με αριθμό 5 παράγραφο της απόφασης αυτής η ΠΝΠ υπόκειται σε Συνταγματικό έλεγχο από τα δικαστήρια, καθώς και στην αρχή της αναλογικότητας, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι όπως ήταν διατυπωμένη (ΠΝΠ) δεν άφηνε περιθώριο αξιολόγησης υποκειμενικών περιστάσεων όπως η γνώση ή μη της απαγόρευσης χρήσης θυρίδων από υπάλληλο. 11.
Η αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 24 Ν. 2076/1992 και 11 Ν. 4261/2014 καθώς και ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του κρίσιμου για την έκβαση της δίκης ζητήματος αν η πρόσβαση των μισθωτών των τραπεζικών θυρίδων θησαυροφυλακίου σ' αυτές συνιστά τραπεζική εργασία και δη αν συνιστά εργασία απαγορευμένη από την ως άνω από 28.6.2015 ΠΝΠ .
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται αναλυτικά στην με αριθμό 4 παραγράφο της απόφασης αυτής διότι, ως προς τις τραπεζικές θυρίδες, στις ως άνω Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία σχετικά με το επιτρεπτό ή μη της πρόσβασης σε αυτές. Επίσης, ούτε στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 18 Ιουλίου 2015, με την οποία ήρθη η τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας, γίνεται αναφορά στο ζήτημα των τραπεζικών θυρίδων.
Ωστόσο από το περιεχόμενο της 28 Ιουνίου 2015 ΠΝΠ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της βραχείας διάρκειας τραπεζικής αργίας απαγορεύτηκαν όλες οι τραπεζικές εργασίες, εκτός από αυτές που ρητά και περιοριστικά αναφέρονται σε αυτήν, στις δε επιτρεπόμενες τραπεζικές εργασίες- δραστηριότητες, εξ αντιδιαστολής, δεν περιλαμβάνεται σαφώς η πρόσβαση και το άνοιγμα των τραπεζικών θυρίδων, ανεξαρτήτως αν η πρόσβαση στις θυρίδες αποτελεί τραπεζική εργασία εν στενή ή εν ευρεία εννοία.
Επίσης η προσβαλλόμενη ενώ δέχεται "ότι κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας απαγορεύεται κατά τις οδηγίες της εναγομένης Τράπεζας η πρόσβαση στο χώρο των θυρίδων τόσο για τους μισθωτές όσο και για τα πληρεξούσια άτομα αυτών" στην συνέχεια δέχεται αντιφατικά "ότι στην απαγόρευση διενέργειας τραπεζικών εργασιών ,εκ του περιεχομένου της ΠΝΠ, δεν προκύπτει με σαφήνεια 'ότι εντάσσεται και το άνοιγμα των μισθωμένων θυρίδων 12.
Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της αναίρεσης και τον τρίτο λόγο αναίρεσης επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ και ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του κρίσιμου για την έκβαση της δίκης ζητήματος αν η αναιρεσίβλητη παραβίασε υπαιτίως την από 28.6.2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου περί "τραπεζικής αργίας βραχείας διάρκειας" και αν η επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας υπήρξε ή όχι καταχρηστική και κατά παράλειψη της προβλεπόμενης από τον κανονισμό της εναγομένης Τράπεζας πειθαρχικής διαδικασίας με την επιβολή ηπιότερης της απόλυσης ποινής.
Υπό τις παραδοχές που περιλαμβάνονται στη παράγραφο 8 της απόφασης αυτής, το Εφετείο εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 281, 174 και 180 ΑΚ, τις οποίες παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσιβλήτου είναι άκυρη ως καταχρηστική, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι ουσιαστικά βάσιμος.
Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται: α) ότι η Τράπεζα την 29.6.2015 κοινοποίησε με την εγκύκλιο αριθμό 6 την ως άνω ΠΝΠ, η οποία αναρτήθηκε αυθημερόν στο σύστημα ηλεκτρονικής ενημέρωσης της τράπεζας, από δε το περιεχόμενο της ΠΝΠ, προκύπτει ότι απαγορεύτηκαν όλες οι τραπεζικές εργασίες, εκτός από όσες αναφέρονται ρητά σε αυτήν, με ποινές την επιβολή διοικητικών κυρώσεων Τράπεζες και την απόλυση του διενεργούντες αυτές τραπεζικού υπαλλήλου, β) ότι στις 1.7.2015, η Τράπεζα απέστειλε οδηγίες καταστημάτων για την καταβολή συντάξεων, από το οποίο προέκυπτε ότι " από την 1η Ιουλίου 2015 ημέρα Τετάρτη και για τρεις συναπτές εργάσιμες ημέρες, ήτοι Παρασκευή 3 Ιουλίου, τα καταστήματα θα ανοίξουν αποκλειστικά και μόνο προκειμένου να εξυπηρετήσουν και μόνο συνταξιούχους που δεν διαθέτουν χρεωστική κάρτα" και κυρίως γ) ότι στις 2 Ιουλίου και ώρα 5.15 η εναγομένη τράπεζα απέστειλε το με αριθμό .../2-7-2015 υπηρεσιακό σημείωμα με θέμα "Απαγόρευση χρήσης θυρίδων καταστημάτων στο πλαίσιο λειτουργίας της ΠΝΠ 65/28.6.2015 στην οποία έχει κηρυχθεί ως Τραπεζική Αργία και για όσο διάστημα αυτή συντμηθεί ή παραταθεί απαγορεύεται ρητώς πρόσβαση στο χώρο των θυρίδων τόσο για τους μισθωτές όσο και για τα πληρεξούσια άτομα αυτών.
Για την αποφυγή επιβολής κυρώσεων στην Τράπεζά μας, παρακαλούμε για την πιστή τήρηση των παραπάνω οδηγιών", στη συνέχεια δέχεται ότι "ωστόσο, παρά την ύπαρξη της απαγόρευσης κατά τη διάρκεια της Τραπεζικής αργίας, η ενάγουσα, στις 1.7.2015 (δηλαδή μετά την αποστολή από την Τράπεζα των επιμέρους οδηγιών για την αποκλειστική εξυπηρέτηση μόνο των συνταξιούχων που δεν διαθέτουν χρεωστική κάρτα), στις 2.7.2015 και στις 3.7.2015 (μετά την αποστολή του υπηρεσιακού σημειώματος που αναφέρθηκε πιο πάνω, με την ρητή απαγόρευση προσβάσεως των πελατών στις θυρίδες), η ενάγουσα συνόδευσε και παρείχε πρόσβαση στην τραπεζική τους θυρίδα, αντίστοιχα, πελάτες της εναγομένης τράπεζας, ήτοι τους Γ.
Τ., Σ. Χ. και Α. Γ., η ενέργεια της δε αυτή καταδείχθηκε από τον έλεγχο συστημάτων ασφαλείας της τράπεζας, καθότι η ίδια δεν ενημέρωσε το καρτελάκι της θυρίδας του κάθε πελάτη, ούτε και ενημέρωσε κάποιον άλλον υπάλληλο ή στέλεχος της τράπεζας για την ενέργεια της αυτή, καταλήγει ότι "εφόσον το θέμα του επιτρεπτού ή μη της πρόσβασης των δικαιούχων στις ήδη μισθωμένες από αυτούς θυρίδες, σύμφωνα με το καθεστώς απαγορεύσεως των τραπεζικών εργασιών από την ανωτέρω ΠΝΠ και τουλάχιστον την 1.7.2015 και την 2.7.2015, ημερομηνίες κατά τις οποίες η ενάγουσα επέτρεψε την πρόσβαση σ' αυτές και εφ' όσον η ρητή οδηγία της εναγομένης περί απαγόρευσής της εστάλη την ίδια μέρα (2.7.2015, ώρα 17.15) ήταν έκτοτε αλλά και εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά αμφίβολο και περίπλοκο, η εναγομένη καταχρηστικά και καθ' υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη αλλά και τα συναλλακτικά ήθη προέβη εσπευσμένα και άκριτα για τον παραπάνω λόγο στην επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, δεδομένου μάλιστα και του ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι σε βάρος της εναγομένης επιβλήθηκε από την Τράπεζα οποιοδήποτε πρόστιμο για την φερόμενη ως άνω παράβαση" Ειδικότερα δέχεται ότι " η εναγομένη δεν είχε εγκαίρως ενημερώσει τους υπαλλήλους της, μεταξύ των οποίων και την ενάγουσα ακόμη δε και τον Διευθυντή του καταστήματος του Πειραιά, ότι στις απαγορεύσεις του ΠΝΠ, εντάσσεται και η χρήση των θυρίδων από τους μισθωτές αυτών και σε κάθε περίπτωση η ενάγουσα, όπως και άλλοι συνάδελφοί της, ευλόγως πίστευαν ότι κατά τον χρόνο που επέτρεψε τους 3 μισθωτές την πρόσβασή τους στις θυρίδες της εναγομένης, έπραττε νομίμως, κατά συνέπεια η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, αντί τουλάχιστον να τηρήσει την πειθαρχική διαδικασία που προβλέπει ο Κανονισμός εργασίας του προσωπικού της τράπεζας και αν διαπιστωνόταν η διάπραξη από την ενάγουσα πειθαρχικού παραπτώματος να της επιβάλει μία από τις ηπιοτέρων συνεπειών ποινή, υπερβαίνει καταφανώς τα όρια της καλής πίστης και συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος".
Δηλαδή ενώ δέχεται ότι όλοι οι υπάλληλοι της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, τουλάχιστον από την 1. 7.2015 γνώριζαν ότι οι μόνες συναλλαγές που επιτρεπόταν από την ΠΝΠ να κάνουν ήταν η εξυπηρέτηση συνταξιούχων μη κατόχων χρεωστικής κάρτας, ενώ ήδη από την 2.7.2015 διευκρίνισε με εγκύκλιο ότι και η επίσκεψη θυρίδων αποτελεί απαγορευμένη τραπεζική συναλλαγή και τις συνέπειες της τυχόν παραβάσεως των σχετικών διατάξεων, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι η Τράπεζα δεν είχε ενημερώσει τους υπαλλήλους της, μεταξύ των οποίων και την ενάγουσα για την απαγόρευση επισκέψεων των πελατών της στις θυρίδες.
Στη συνέχεια ενώ δέχεται ότι η ενάγουσα είχε επιτρέψει την επίσκεψη θυρίδων την 1.7.2015 (δηλαδή μετά την αποστολή από την Τράπεζα των επιμέρους οδηγιών για την αποκλειστική εξυπηρέτηση μόνο των συνταξιούχων που δεν διαθέτουν χρεωστική κάρτα), στις 2.7.2015 και στις 3.7.2015 (μετά την αποστολή του υπηρεσιακού σημειώματος που αναφέρθηκε πιο πάνω, με την ρητή απαγόρευση προσβάσεως των πελατών στις θυρίδες), δέχεται αντιφατικά και χωρίς επαρκείς αιτιολογίες ότι δεν παρέβη τα καθήκοντά της διότι τούτο ήταν "εξαιρετικά αμφίβολο και περίπλοκο", ενώ από τις ίδιες παραδοχές προκύπτει ότι η απαγόρευση ήταν σαφής για όλες τις επισκέψεις θυρίδων, πολύ περισσότερο όσον αφορά την τελευταία επίσκεψη θυρίδας, την 3.7.2015.
Επίσης παρότι δέχεται ανελέγκτως ότι οι κρίσιμες επισκέψεις στις θυρίδες έγιναν χωρίς καμία επίσημη καταγραφή στα σχετικά βιβλία, ούτε ενημέρωση της Τράπεζας (που αποτελούν προϋποθέσεις για το άνοιγμά τους και καθήκον του υπαλλήλου), δεν αιτιολογεί επαρκώς την ύπαρξη ή μη υπαιτιότητας εκ μέρους της ενάγουσας, ενώ αντιθέτως δέχεται ελλιπής και αντιφατικές αιτιολογίες ότι η εναγομένη καταχρηστικά και καθ' υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη αλλά και τα συναλλακτικά ήθη προέβη εσπευσμένα και άκριτα για τον παραπάνω λόγο στην επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας δηλαδή δεν τήρησε την προβλεπόμενη πειθαρχική διαδικασία με την επιβολή ηπιότερης της απόλυσης ποινή, χωρίς να λαμβάνει υπόψη ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας έγινε, όχι κατ' επιλογή της εναγομένης και κατ' εφαρμογή του κανονισμού της αλλά κατ' εφαρμογή της ΠΝΠ που ήδη έχει αναφερθεί, ως υποχρέωση του πιστωτικού ιδρύματος διότι "το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση", ελέγχοντας μόνον αν αυτή έγινε από υπαιτιότητά του.
Σε κάθε περίπτωση περαιτέρω δεν διευκρινίζει ποιο ηπιότερο μέτρο θα μπορούσε να ληφθεί σε βάρος της ενάγουσας, για την προάσπιση των συμφερόντων της εναγομένης, αν η καταγγελία έλαβε χώρα από ταπεινά αίτια της εναγομένης σε βάρος της ενάγουσας, όπως από εκδίκηση, για να καλυφθεί η κατά την ενάγουσα μη έγκαιρη ενημέρωση των υπαλλήλων της για την απαγόρευση πρόσβασης στις θυρίδες, αν η καταγγελία οφείλεται σε παράβαση της πίστεως καθώς και πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων της ενάγουσας προς την εναγομένη, για να κριθεί αν η καθ` υπέρβαση της αρχής της αναλογικότητας καταγγελία της σύμβασης της ενάγουσας υπήρξε καταχρηστική ,λαμβανομένου υπόψη και του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας.
13. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή των δεύτερου και τρίτου λόγων αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 528/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ