Supreme Court dismisses appeal as civil court had jurisdiction over private law employment disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Cephalonia's appeal against the Second Instance Court of Patras. The appellants argued that the lower court exceeded its jurisdiction by ruling on public law matters regarding salary arrears. The court held that disputes arising from private law employment contracts and organizational placement are civil matters within the exclusive jurisdiction of civil courts. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to lack of jurisdiction.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 4 CPolD; Art. 94 Const.; Art. 1 & 9 of Law 1406/1983; Art. 1 CPolD; Art. 1 no. 2 letter h of Law 1406/1983; Art. 656 AC: Appeals are inadmissible when the first-instance court had jurisdiction over civil law employment disputes, as such conflicts fall under civil court competence regardless of the public law nature of the underlying administrative act.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 744 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 744/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Κεφαλλονιάς που εδρεύει στο Αργοστόλι, όπως νομίμως εκπροσωπείται ως οιονεί καθολικού διαδόχου του πρώην Δήμου Αργοστολίου, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Νίκης Χριστοφοράτου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1. Π. Α. του Σ., κατοίκου ..., 2. Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 3. Δ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 4. Γ. Λ. του Η., κατοίκου ..., 5. Ε. Κ. του Π., κατοίκου ..., 6. Ρ. Σ. του Φ. κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Διονυσίου-Χαραλάμπους Καλαματιανού και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 305/2014 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-10-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη διάβασε την από 2-3-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κόμη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτηση αναίρεσης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά δικαστήρια, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.
Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11-6-1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ, οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. θ' του ν. 1406/1983, στις διοικητικές διαφορές ουσίας περιλαμβάνονται, ιδίως, αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.
Ως ''αποδοχές'', κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημοσίου δικαίου. Από αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών, που συνδέονται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.Δ.Δ. με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004, ΟλΑΠ 7/2011).
Ειδικότερα, ως διαφορές ιδιωτικού δικαίου νοούνται οι αναγόμενες σε δικαιώματα και, γενικότερα ,σε σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, έστω και αν γενεσιουργός λόγος αυτών είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών. Δηλαδή, κρίσιμη από την άποψη της δικαιοδοσίας είναι η φύση του δικαιώματος και γενικότερα της έννομης σχέσης, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, και όχι της πράξεως, από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση.
Η νομιμότητα της πράξεως αυτής ερευνάται από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως, εφόσον δεν υπάρχει περί αυτής απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, παράγουσα δεδικασμένο. Επομένως, οι διαφορές που ανακύπτουν από υποκείμενη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια και οσάκις παρεμβάλλεται πράξη της διοικήσεως (ΑΕΔ 39/1989, ΟλΑΠ 5/1995, ΣτΕ 2137/2011, ΣτΕ 1894/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 23-3-2009 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλόμενη απόφαση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο Κεφαλλονιάς συνδέονται από τις αναφερόμενες ημερομηνίες με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, όπως έχει αναγνωρισθεί με τις υπ' αριθμ. 395/2005 και 1025/2005 αμετάκλητες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλλονιάς.
Ότι ο τότε Δήμαρχος Αργοστολίου, συμμορφούμενος προς το διατακτικό των ως άνω αποφάσεων, διόρισε, με τις υπ' αριθμ. 16.070/3-11-2006 και 10.726/12-8-2005 αποφάσεις του, αυτούς (ενάγοντες) σε προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Δήμο Αργοστολίου, όπου αυτοί προσέφεραν έκτοτε τις υπηρεσίες τους έως τις 21-1-2009 οι πρώτη, δεύτερη, τρίτος και τέταρτος ,έως τις 2-1-2009 η πέμπτη και έως τις 8-1-2009 ο έκτος, οπότε ο Δήμαρχος Αργοστολίου, με τις υπ' αριθμ. 18.569/23-12-2008 και 18.570/23-12-2008 αποφάσεις του, ανακάλεσε τις ανωτέρω πράξεις διορισμού των εναγόντων, καταγγέλοντας με τον τρόπο αυτό τις συμβάσεις εργασίας τους.
Ότι η καταγγελία των συμβάσεών τους είναι άκυρη, ως γενόμενη χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, αλλά και χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου προς τούτο λόγου, κατ' άρθρο 53 του π.δ. 410/1988. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν: α) Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ανωτέρω καταγγελίας , β) Να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και γ) Να υποχρεωθεί αυτό να τους καταβάλει τους προσδιοριζόμενους μισθούς υπερημερίας.
Η αγωγή αυτή, με την οποία εισάγεται αξίωση από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπήγετο στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, έστω και αν η ανάκληση της πράξεως διορισμού των εναγόντων σε προσωποπαγή θέση στο εναγόμενο αποτελεί διοικητική πράξη και, επομένως, το Εφετείο, που δίκασε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της υπερβάσεως της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι, συνεπώς, αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.'' Πράγματα'', κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγο έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 25/2003).
Ο εκ του ανωτέρω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ή εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 1 του ν. 3198/1955, αφού αυτή επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 31-3-2009, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 7532Β'/31-3-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κεφαλλονιάς ..., και η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων έγινε στις 2-1-2009 (της πέμπτης), στις 8-1-2009 (του έκτου) και στις 21-1-2009 των λοιπών εναγόντων.
Ότι οι ενάγοντες συνδέονται με τον εναγόμενο Δήμο Κεφαλλονιάς με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από τις 2-6-2003 η πρώτη, από τις 15-4-2004 η δεύτερη, από τις 21-6-2004 ο τρίτος, από τις 22-5-2003 ο τέταρτος, από τις 2-5-2003 η πέμπτη και από τις 21-4-2003 ο έκτος και προσέφεραν έκτοτε τις υπηρεσίες τους σε αυτόν σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις, με την ειδικότητα της εργάτριας Δημοτικού Νεκροταφείου η πρώτη, του διοικητικού υπαλλήλου υδρονομέα η δεύτερη, του εργάτη καθαριότητας ο τρίτος, του οδηγού ο τέταρτος, του διοικητικού υπαλλήλου η πέμπτη και του συντηρητή - εργάτη ο έκτος.
Ότι, με τις υπ' αριθμ. 1025/2005 και 395/2005 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλλονιάς, που είναι τελεσίδικες, αναγνωρίστηκαν ως ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου οι ανωτέρω συμβάσεις των εναγόντων. Ειδικότερα, με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε ότι οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και ότι οι επίδικες συμβάσεις από το χρόνο της κατάρτισής τους μέχρι και το χρόνο συζήτησης των αγωγών ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Ότι, σε εκτέλεση των ως άνω δικαστικών αποφάσεων, ο Δήμαρχος Αργοστολίου εξέδωσε: α) Για τους τρεις πρώτους ενάγοντες την υπ' αριθμ. 16.070/3-11-2006 απόφασή του, με την οποία κατέταξε αυτούς στις προαναφερθείσες θέσεις που κατείχαν, οι διορισμοί δε αυτοί εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμ. 8887/7-11-2006 απόφαση της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 416/16-11-2006) και στη συνέχεια οι τρείς πρώτοι ενάγοντες εγκαταστάθηκαν στις θέσεις τους στις 10-1-2007 και β) Για τους τρείς τελευταίους ενάγοντες ο ίδιος Δήμαρχος εξέδωσε την υπ' αριθμ. 10.726/12-8-2005, απόφασή του, με την οποία κατέταξε τους ενάγοντες αυτούς στις παραπάνω προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις που κατείχαν, οι διορισμοί αυτοί στη συνέχεια εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμ. 5.168/2005 απόφαση της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 225/8-9-2005) και οι ενάγοντες εγκαταστάθηκαν στις θέσεις τους στις 30-9-2005.
Ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο, με την υπ' αριθμ. 8/2006 απόφασή του, έκρινε ως μη νόμιμη την κατάταξη των εναγόντων, καθώς και άλλων εργαζομένων στον εναγόμενο Δήμο, με την αιτιολογία ότι οι ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο, διότι εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Ότι ο Δήμος Αργοστολίου κατέθεσε αίτηση ανάκλησης της ανωτέρω απόφασης, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 18/2006 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την ίδια πιο πάνω αιτιολογία. Δέχεται, στη συνέχεια, το Εφετείο ότι οι ανωτέρω αποφάσεις κοινοποιήθηκαν στον εναγόμενο Δήμο για εφαρμογή, καθώς και στις υπηρεσίες Επιτρόπων όλης της χώρας και επικυρώθηκαν με την από 8-11-2006 / 22η Γενική Συνεδρίαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία αφορούσε μεν συμβασιούχους του Δήμου Χαλκίδας, είχε, όμως, εφαρμογή σε όλους τους Δήμους της χώρας και, επομένως, και στον εναγόμενο.
Ότι έκτοτε οι ενάγοντες, μολονότι παρείχαν εργασία στον τελευταίο, δεν τους καταβάλλονταν αμοιβή γι' αυτή. Ότι, κατόπιν αυτού, ο Δήμαρχος του εναγομένου, με τις υπ' αριθμ. 18.569 και 18.570/23-12-2008 αποφάσεις του, ανακάλεσε τις προηγούμενες αποφάσεις του περί κατάταξης των εναγόντων στις προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις που προεκτέθηκαν, καταργώντας με τον τρόπο αυτό κάθε εργασιακή σχέση μεταξύ των διαδίκων, επικαλούμενος ως λόγο ανάκλησης των αποφάσεων κατάταξής τους το γεγονός ότι αυτές εκδόθηκαν χωρίς την τήρηση της ειδικής και αποκλειστικής διαδικασίας των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004.
Ότι οι αποφάσεις αυτές, που κοινοποιήθηκαν στους ενάγοντες στις 21-1-2009 στους πρώτη, δεύτερη, τρίτο και τέταρτο, στις 2-1-2009 στην πέμπτη και στις 8-1-2009 στον έκτο, αποτελούν στην πραγματικότητα καταγγελία των αναγνωρισθεισών, κατά τα ανωτέρω, συμβάσεών τους ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και έγιναν (οι καταγγελίες) χωρίς να υπάρχει σπουδαίος λόγος.
Ο επικαλούμενος δε από τον εναγόμενο ως σπουδαίος λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον ο τελευταίος, δια του αρμοδίου οργάνου του (Δημάρχου), προέβη στην έκδοση των αποφάσεων κατάταξης των εναγόντων, συμμορφούμενος προς το διατακτικό των υπ' αριθμ. 1025/2005 και 395/2005 τελεσίδικων αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλλονιάς, με τις οποίες αναγνωρίστηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι οι ενάγοντες συνδέονται με τον εναγόμενο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Ότι οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν από το αρμόδιο και έχον δικαιοδοσία Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλλονιάς και είναι ισχυρές. Συνεχίζοντας το Εφετείο δέχεται ότι, ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη της δικαστικής κρίσης που εκφέρεται με τις αποφάσεις αυτές, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Δήμος δεν είχε το δικαίωμα να κρίνει και να επικαλεστεί στις νεώτερες αυτές αποφάσεις του , παρά την έκδοση των επικαλούμενων από αυτόν αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ότι ανακαλεί το διορισμό των εναγόντων, επειδή κατά το διορισμό τους δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του π.δ. 164/2004, εφόσον το ζήτημα αυτό είχε κριθεί τελεσίδικα με τις προαναφερθείσες αποφάσεις, με τις οποίες αναγνωρίστηκαν ως αορίστου χρόνου οι μεταξύ των διαδίκων συναφθείσες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Ότι, κατά συνέπεια, η επίκληση ως λόγου ανάκλησης της πράξης κατάταξης των εναγόντων, η οποία (ανάκληση) συνιστούσε καταγγελία των συμβάσεων αυτών, της μη συνδρομής των προϋποθέσεων που θέτει το π.δ. 164/2004, δεν συνιστούσε σπουδαίο λόγο καταγγελίας, ο δε εναγόμενος στις αποφάσεις ανάκλησης δεν επικαλείται κάποιον άλλο λόγο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 53 του π.δ. 410/1988.
Έτσι, οι ως άνω καταγγελίες των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων είναι άκυρες και δεν επέφεραν τα σκοπούμενα με αυτές αποτελέσματα, με επακόλουθο οι εν λόγω συμβάσεις να παραμένουν ενεργές. Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, ότι οι ενάγοντες, μετά την κατά τα ανωτέρω άκυρη απόλυσή τους, προσφέρθηκαν να συνεχίσουν την εργασία τους, πλην, όμως, ο εναγόμενος Δήμος αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και, συνεπώς, έχει καταστεί υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας των εναγόντων, με αποτέλεσμα να τους οφείλει μισθούς υπερημερίας, δηλαδή τους μισθούς που θα τους κατέβαλε αν κατά το χρονικό διάστημα της υπερημερίας τους συνέχιζε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους.
Ότι ο εναγόμενος Δήμος δεν αμφισβήτησε ειδικά το ύψος των αιτούμενων από τους ενάγοντες μισθών υπερημερίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με δήλωσή του στα πρακτικά ή με τις προτάσεις του, αλλά για πρώτη φορά αμφισβήτησε το ύψος αυτών με την προσθήκη στις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοδικείου και με το εφετήριο, χωρίς, όμως, αυτός (ισχυρισμός) να αποδεικνύεται, ότι, δηλαδή, το ύψος των μισθών αυτών δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη της έφεση του εναγομένου Δήμου και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία έκρινε ότι είναι άκυρες οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και υποχρέωσε τον εναγόμενο Δήμο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και να τους καταβάλει για μισθούς υπερημερίας τα ποσά των 18.086, 18.174,40, 16.190,96, 18.338, 18.212 και 18.590,96 ευρώ αντίστοιχα.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο τους παρακάτω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τους οποίους είχε παραδεκτά προβάλλει ενώπιόν του και οι οποίοι είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι:
α) Ότι δεν ερεύνησε τον ισχυρισμό του, ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε μετά την παρέλευση της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν 3198/1955, β) Ότι η πράξη διορισμού των εναγόντων σε προσωποπαγείς θέσεις ήταν παράνομη και γι' αυτό το λόγο ελεύθερα ανακλητή, αφού αυτή έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος και το άρθρο 21 του ν. 2190/1994 και η κατάταξή τους στις ανωτέρω θέσεις μπορούσε να γίνει μόνο μέσω ΑΣΕΠ και με την προβλεπόμενη στο π.δ. 164/2004 διαδικασία, ενώ οι αποφάσεις, που έκριναν ότι οι συμβάσεις εργασίας τους είναι συμβάσεις αορίστου χρόνου, είναι ανίσχυρες, εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και δεν παράγεται από αυτές δεδικασμένο και κατ' επέκταση έννομα αποτελέσματα, γ) Ότι η ανάκληση των πράξεων κατάταξης των εναγόντων σε προσωποπαγείς θέσεις, αν ήθελε θεωρηθεί ως καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, έγινε για σπουδαίο λόγο δημοσίου συμφέροντος και ως εκ τούτου δεν οφείλεται αποζημίωση απόλυσης στους ενάγοντες, δ) Ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε τον ισχυρισμό του περί αμφισβήτησης του ύψους των αιτούμενων για μισθούς υπερημερίας ποσών, καθώς και τον ισχυρισμό του ότι αυτοί έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να υπολογισθούν με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού είχε προηγηθεί η λύση της εργασιακής τους σύμβασης και ε) Ότι ο αναιρεσείων έχει περιέλθει σε ανυπαίτια αδυναμία αποδοχής των υπηρεσιών των αναιρεσιβλήτων και καταβολής των αιτούμενων μισθών υπερημερίας, για λόγους που δεν εμπίπτουν στη σφαίρα ευθύνης αυτού.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ως προς το σκέλη α' και γ' αυτού, είναι αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ερευνήθηκαν από το Εφετείο και απορρίφθηκαν ρητά ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ως προς το σκέλος β' είναι απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στο σκέλος αυτό είναι μη νόμιμοι και άρα μη ουσιώδεις, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλλονιάς, που εξέδωσε τις τελεσίδικες αποφάσεις με αριθμό 395/2005 και 1025/2005, είχε δικαιοδοσία για την εκδίκαση αυτών, αφού οι διαφορές που προκύπτουν από την αμφισβήτηση πράξεων κατάταξης ή ανακλητικών πράξεων κατάταξης σε οργανική ή προσωποπαγή θέση στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, όταν έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου και την κατάταξη του μισθωτού σε οργανική ή προσωποπαγή θέση με σύμβαση πάλι εργασίας ιδιωτικού δικαίου, έχουν χαρακτήρα διαφορών ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση των οποίων είναι αρμόδια τα πολιτικά δικαστήρια.
Εξάλλου, η δεσμευτική ενέργεια, που προσδίδεται από το νόμο στο περιεχόμενο της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης (δεδικασμένο) παράγεται και από μη ορθή, άδικη ή παράνομη απόφαση και καλύπτει τόσο τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που ανάγονται στην τηρητέα διαδικασία προς διαπίστωση της υπάρξεως του δικαιώματος, όσο και στις αναγόμενες στο βάσιμο της αγωγής ουσιαστικής φύσεως προϋποθέσεις που αναφέρονται στην ύπαρξη και στο περιεχόμενο του ουσιαστικού δικαιώματος και από το δεδικασμένο αυτό δεσμεύεται και το Ελεγκτικό Συνέδριο (Ολ Ε.Σ. 17-2/2010).
Περαιτέρω, και το δ' σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης, είναι απαράδεκτο, καθόσον ο ισχυρισμός που περιέχεται σ' αυτό αποτελεί άρνηση και όχι '' πράγμα'', κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αμφισβητείται το ύψος των οφειλομένων μισθών υπερημερίας, ενώ είναι μη νόμιμος κατά τα λοιπά, αφού οι μισθοί υπερημερίας υπολογίζονται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου πριν την καταγγελία μήνα με καθεστώς πλήρους απασχόλησης και όχι με βάση τις αποδοχές από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και, επομένως, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς τους ανωτέρω ισχυρισμούς.
Τέλος, απαράδεκτος είναι ο ανωτέρω λόγος και ως προς το σκέλος ε', διότι το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον μη νόμιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος, ότι έχει περιέλθει αυτός σε ανυπαίτια αδυναμία αποδοχής των υπηρεσιών των αναιρεσιβλήτων και καταβολής των μισθών υπερημερίας, εφόσον, κατ' άρθρο 656 ΑΚ, ο εργοδότης είναι υπόχρεος στην καταβολή του μισθού και όταν αδυνατεί να αποδεχθεί την προσφερόμενη υπηρεσία του μισθωτού για λόγους που τον αφορούν, αν οι λόγοι αδυναμίας του δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, κάτι το οποίο δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2014 αίτηση του Δήμου Κεφαλλονιάς για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 305/2014 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε εννιακόσια (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ