Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, upholding lower court's 50/50 fault finding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company and another party against a second-instance court ruling on a traffic accident. The lower court found the motorcycle driver negligent for failing to check for oncoming traffic before making a left turn, while also holding the car driver partially liable for not maintaining proper speed and attention. The court rejected the appeal arguments, stating the lower court correctly applied the Civil Code and Traffic Code without error in its assessment of fault and causation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 297, 298 of the Civil Code; Articles 12(2), 19(1), 2, 3, 21(1) of the Traffic Code: In traffic collision cases, liability requires unlawful, causative conduct causing damage; the court must evaluate facts with clarity and logical consistency, and a finding of partial fault by both parties is valid if supported by sufficient reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 744 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 744/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/9/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1472/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2231/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/4/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 19/2/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο αντίδικος εκείνου, που επίσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά..., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατ' αυτή, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε, κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου.
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο οχημάτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).
Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου, από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 4 και 5 του Ν. 2696/1999, περί του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, (ΚΟΚ), προκύπτει, ότι στους κόμβους, που, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αποτελούν: οι ισόπεδες συμβολές, διακλαδώσεις ή διασταυρώσεις οδών, περιλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων, που σχηματίζονται από αυτές, όταν δεν υπάρχει σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει σε εκείνον, που έρχεται από δεξιά.
Εξαίρεση από αυτόν τον κανόνα αναγνωρίζεται μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις? α) εκείνων, που κινούνται σε αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς ή οδούς ταχείας κυκλοφορίας, β) των σιδηροδρομικών και τροχιοδρομικών οχημάτων, τα οποία έχουν, σε κάθε περίπτωση, προτεραιότητα, γ) αυτών, που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδια ιδιοκτησία, χώρους σταθμεύσεως και σταθμούς ανεφοδιασμού και δ) εκείνων, που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οι οποίοι οφείλουν, σε κάθε περίπτωση, να παραχωρούν προτεραιότητα στους εξ αριστερών τους κινούμενους οδηγούς.
Στην πιο πάνω εξαίρεση δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση, κατά την οποία σε ισόπεδο κόμβο μια οδός τέμνει καθέτως άλλη σε σχήμα "T", ήτοι καταλήγει σ' αυτήν χωρίς να συνεχίζεται, διότι ούτε ρητώς στο νόμο αναφέρεται αυτή η περίπτωση, ούτε και κατ' αναλογία μπορεί να ενταχθεί στην εξαίρεση, είναι δε διαφορετικό το γεγονός, ότι ο κινούμενος στην τέμνουσα οδό οδηγός είναι υποχρεωμένος στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 2, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 21 παρ. 1 του ΚΟΚ, να οδηγεί με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ώστε να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, να ρυθμίζει την ταχύτητά του αναλόγως με τις κρατούσες συνθήκες, να την μειώνει πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, να βεβαιώνεται, αν πρόκειται να εισέλθει αριστερά ή δεξιά σε άλλη οδό, ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού και να χρησιμοποιήσει τους δείκτες κατευθύνσεως, για να καταστήσει εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του να αλλάξει διεύθυνση προς τα αριστερά ή δεξιά κατά περίπτωση.
Επομένως, επί ισόπεδου κόμβου σε σχήμα "Τ", όπου δεν υπάρχει σχετική σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει στον κινούμενο επί της τεμνούσης οδού, έναντι των εξ αριστερών υπόχρεων (ΑΠ 635/2007, 2039/2006, 1044/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αντίστοιχα οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανέλεγκτα δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτει πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνούμενης διάταξης του άρθρ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχτηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις ... και ώρα 18.00 περίπου ο ενάγων, οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που ανήκε στην ιδιοκτησία του, εκινείτο επί της λεωφόρου ..., με κατεύθυνση προς ....
Ταυτόχρονα ο πρώτος των εναγομένων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας.... ΙΧΦ αυτοκίνητο, που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες σε τρίτους ζημιές από τη λειτουργία του στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της καθέτου της ανωτέρω λεωφόρου οδού ..., με κατεύθυνση προς ....
Στη διασταύρωση των ανωτέρω οδών ο εναγόμενος επιχείρησε με αριστερή στροφή, αφού θα διέσχιζε το ρεύμα πορείας της λεωφόρου προς ..., όπου εκινείτο ο ενάγων, να εισέλθει στο αντίθετο προς ..., που ήταν ο προορισμός του. Κατά την πραγματοποίηση του ελιγμού αυτού και ευρισκόμενο το ΙΧΦ φορτηγό ακόμη μέσα στο ρεύμα πορείας προς ..., η δίκυκλη μοτοσικλέτα, συνεχίζοντας την πορεία της στο ρεύμα αυτό στο οδόστρωμα της διασταυρώσεως, προσέκρουσε με την εμπρόσθια δεξιά επιφάνειά της επί της οπίσθιας αριστερής επιφάνειας του IX φορτηγού αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να προκληθούν υλικές ζημιές στα οχήματα και να τραυματισθεί ο ενάγων.
Οι ειδικότερες συνθήκες του ατυχήματος έχουν ως εξής: Η λεωφόρος...είναι διπλής κατευθύνσεως, με πλάτος οδοστρώματος 08,30 μ., μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και με διπλή συνεχή γραμμή των δύο ρευμάτων, η οποία διακόπτεται στην εν λόγω συμβολή. Η οδός ...είναι ομοίως διπλής κατευθύνσεως, με πλάτος οδοστρώματος 05,50 μ.
και με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Το οδόστρωμα και στις δύο οδούς ήταν άσφαλτος και κατά μήκος της νότιας πλευράς της λεωφόρου, (στο ρεύμα προς ...), εκτελούνταν έργα. Η οδός ...συμβάλει με τη λεωφόρο σε σχήμα "Τ". Το όριο ταχύτητας καθοριζόταν με πινακίδα Ρ-32 σε 30 χιλ/τρα την ώρα. Η κυκλοφορία οχημάτων ήταν μέτρια στη λεωφόρο και αραιή στην ..., οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, δεν περιοριζόταν η ορατότητα σε καμία οδό και η κατάστασή τους ήταν ξηρά.
Σήμανση για την προτεραιότητα δεν υπήρχε, (βλ. την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, αλλά και όλες τις μαρτυρικές καταθέσεις κατά την προανάκριση και στα πρακτικά της εκκαλουμένης). Επισημαίνεται ότι στην έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας ρητά αναφέρεται ότι το οδόστρωμα της οδού ...ήταν άσφαλτος και τούτο επιβεβαιώνεται και από τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, γι' αυτό τα όσα υποστηρίζονται από τον ενάγοντα και με την έφεση ότι η οδός ...δεν ήταν ασφαλτοστρωμένη, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, σύμφωνα με τις σκέψεις που προαναφέρονται, η προτεραιότητα στην εν λόγω διασταύρωση, που δεν ρυθμιζόταν με κατάλληλη σήμανση, ούτε συνέτρεχε κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 26 του ΚΟΚ, ανήκει σ' αυτόν που έρχεται από δεξιά και ειδικότερα στον εναγόμενο που εκινείτο επί της οδού ...και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με την έφεση του ενάγοντος, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Διαφορετική κρίση δεν δύναται να σχηματισθεί εξ αιτίας του γεγονότος ότι εκ των υστέρων στον ανωτέρω κόμβο τοποθετήθηκε επί της οδού ...ρυθμιστική πινακίδα Ρ2 - (SΤΟΡ) και η λεωφόρος ...χαρακτηρίστηκε ως λεωφόρος προτεραιότητας έναντι των καθέτων αυτής οδών, πλην της λεωφόρου ..., (βλ. το από ....έγγραφο, (απάντηση σε αίτηση του ενάγοντος) της Δ/νσης Τροχαίας Γλυφάδας), δεδομένου ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος, ουδεμία ρύθμιση υπήρχε, όπως προαναφέρεται.
Από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων και δεδομένης της προτεραιότητας του εναγομένου, υπαίτιοι του ατυχήματος κρίνονται και οι δύο οδηγοί. Ειδικότερα, ο εναγόμενος, γιατί από αμέλειά του, έχοντας προτεραιότητα στον ανωτέρω οδικό κόμβο, κινούμενος επί της οδού ...και θέλοντας με αριστερό ελιγμό να εισέλθει στη λεωφόρο ..., για να κινηθεί προς ..., δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του έτσι ώστε να μπορεί να εκτελεί σε κάθε στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς και προκειμένου να εκτελέσει τον πιο πάνω ελιγμό δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορεί να πράξει τον ελιγμό αυτό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνταν πίσω, μπροστά ή πλάι του, όπως όφειλε, κατά τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 2, 19 παρ. 1, 2, 3 και 21 παρ. 1 του ΚΟΚ, αλλά αντίθετα κινήθηκε χωρίς έλεγχο, απότομα, στον εν λόγω οδικό κόμβο, με αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του να μην αντιληφθεί την κίνηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας του ενάγοντος επί της λεωφόρου ...στο ρεύμα προς ..., σε πολύ κοντινή απόσταση και να προβεί σε οποιοδήποτε ελιγμό αποφυγής της συγκρούσεως, (πέδηση, διακοπή πορείας κ.
λ. π.) και έτσι μέσα στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας να επέλθει η σύγκρουση των οχημάτων. Ο δε ενάγων, γιατί από αμέλειά του, κατά παράβαση του άρθρου 26 παρ. 5 του ΚΟΚ, στον ανωτέρω οδικό κόμβο, χωρίς κατάλληλη σήμανση, δεν παραχώρησε προτεραιότητα στον εναγόμενο, ο οποίος εκινείτο στη δεξιά του, αλλά πιστεύοντας πεπλανημένα ότι, λόγω της κινήσεώς του επί της λεωφόρου, είχε αυτός προτεραιότητα, χωρίς να ανακόψει την ταχύτητα του οχήματός του, συνέχισε την πορεία του και εισήλθε στην εν λόγω διασταύρωση, όπου ήδη είχε προχωρήσει το αυτοκίνητο του εναγομένου, στο οποίο και προσέκρουσε η μοτοσικλέτα του.
Κατά παραδοχή δε της σχετικής ενστάσεως των εναγομένων, κατά ένα μέρος, ως και κατ' ουσίαν βάσιμου, το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος κρίνεται και ανέρχεται σε 50%". Έτσι που έκρινε, το Εφετείο, με το να δεχθεί κατά ένα μέρος, δυνάμει των ανωτέρω σκέψεων, την ένσταση συνυπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, κατά το ως άνω ποσοστό, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ παράλληλα η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθενται με αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, και χωρίς να απαιτείται η παράθεση ετέρων πραγματικών γεγονότων, τα προκύψαντα εκ της διαδικασίας και απαιτούμενα προς εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών κανόνων γεγονότα, οι συνθήκες του ατυχήματος και η ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συγκλίνουσας συμπεριφοράς αυτής του οδηγού του ΙΧΦ και του επελθόντος τροχαίου ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας.
Το Εφετείο δέχτηκε ότι η προτεραιότητα στην εν λόγω διασταύρωση ανήκει σ' αυτόν που έρχεται από δεξιά και ειδικότερα στον εναγόμενο, που εκινείτο επί της οδού .... Περαιτέρω, όμως δέχτηκε ότι, ο δεύτερος εκ των αναιρεσειόντων, κατά το σαφές πόρισμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, από αμέλειά του παρέβη πολλαπλώς τον ΚΟΚ (άρθρ. 12 παρ. 2, 19 -αρ. 1, 2,3 και 21 παρ. 1), γιατί από αμέλειά του, έχοντας προτεραιότητα στον ανωτέρω οδικό κόμβο, κινούμενος επί της οδού ...
και θέλοντας με αριστερό ελιγμό να εισέλθει στη λεωφόρο ..., για να κινηθεί προς ..., δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του έτσι ώστε να μπορεί να εκτελεί σε κάθε στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς και προκειμένου να εκτελέσει τον πιο πάνω ελιγμό δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορεί να πράξει τον ελιγμό αυτό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, όπως ο αναιρεσίβλητος ο οποίος κινούνταν πλάι του, και μάλιστα σε λεωφόρο, αλλά αντίθετα κινήθηκε χωρίς έλεγχο, απότομα, στον εν λόγω οδικό κόμβο, με αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς του συμπεριφοράς να μην αντιληφθεί την κίνηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος, επί της λεωφόρου ..., στο ρεύμα προς ..., σε πολύ κοντινή απόσταση και να μην ενεργήσει οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό και έτσι μέσα στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας να επέλθει η σύγκρουση των οχημάτων και ο τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου.
Δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συγκλίνουσα υπαιτιότητα, κατά ποσοστό 50%, του οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου και κατά 50% του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας. Το πόρισμα αυτό είναι σαφές, ο δε μη προσδιορισμός της ταχύτητας που έβαινε καθένα από τα οχήματα πριν από τη σύγκρουση αφορά την ανάλυση επιχειρημάτων και πληρέστερη αιτιολόγηση του εκτιθέμενου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.
Συνακόλουθα, το Εφετείο, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ, 12 παρ. 2, 19 παρ. 1, 2, 3, 21 παρ. 1 και 26 παρ. 5 του ΚΟΚ.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-4-2009 αίτηση των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ και 2) ..., για αναίρεση της 2231/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ