Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, ruling additional grounds inadmissible due to lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Regency Entertainment against a final labor dispute judgment. The appellant argued that the lower court incorrectly rejected a set-off defense as vague, but the court found no corresponding legal ground for appeal under Article 560 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal and additional arguments were rejected, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 568, 577, 569, 648, 649, 653, 361 of the Code of Civil Procedure; Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: An appeal must be based on a specific legal ground; if the lower court's decision on a defense is correct and no statutory appeal reason exists, the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 743 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 743/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «REGENCY ENTERTAINMENT ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΗ & ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Αντωνίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ι. Σ. του Ε., 2) Β. Θ. του Χ. και 3) Α. Ο. του Α., κατοίκων …, που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Κωστίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.12.2014 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 4660/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 17768/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25.01.2018 αίτησή της και τους από 09.08.2018 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ’ αριθμ. 17.768/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 2, 568 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την αίτηση αυτή πρέπει να συνεκδικασθούν και από 09.08.2018 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο (αρ. κατ. 66/2018) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της ως άνω αίτησης αναίρεσης (04.12.2018) επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους (βλ. τις υπ’ αριθμ. …/3-9-2018 και …/30-8-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ηλία Γκουντρουμπή και την υπ’ αριθμ. …/30-8-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του ίδιου ως άνω Πρωτοδικείου Μαργαρίτας Γκουντρουμπή-Γαλάνη) και πλήττουν τα κεφάλαια που προσβάλλονται με την τελευταία και συνεπώς είναι παραδεκτοί (άρθρο 569 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι επ’ αυτής να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
[II] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2190/1920, 5 παρ.1 του ν.3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως «περί προστασίας του ημερομισθίου», που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι μισθό αποτελεί και κάθε πρόσθετη παροχή πάνω από τα ελάχιστα όρια αυτού η οποία χορηγείται από τον εργοδότη στο μισθωτό κατά τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας του, τακτικά και ανελλιπώς ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό της παρεχόμενης εργασίας του (ΑΠ 638/2013, ΑΠ 769/2010, ΑΠ 568/2009). Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του ν. 765/1943 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με την ΠΥΣ 324/1946) προκύπτει ότι τα προαιρετικώς καταβαλλόμενα στον εργαζόμενο από τους πελάτες του εργοδότη φιλοδωρήματα, έναντι της παρεχόμενης σ’ αυτούς εξυπηρετήσεως, αποτελούν μέρος του μισθού μόνον όταν βάσει ρητής ή σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου ο πρώτος παρέχει στο δεύτερο τη δυνατότητα να λαμβάνει τα φιλοδωρήματα και αυτά εισπράττονται τακτικά, έτσι ώστε να επαυξάνουν τις αποδοχές του. Όταν αντίθετα ο εργαζόμενος λαμβάνει από τους πελάτες του εργοδότη, χωρίς ρητή ή σιωπηρή συγκατάθεση του τελευταίου, εν αγνοία του ή κατά τρόπο που αντίκειται στην καλή πίστη ή όταν τα φιλοδωρήματα δίνονται εκτάκτως, δεν πρόκειται για μισθολογική παροχή (ΑΠ 1812/2011).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 435/1976, 1 και 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966, τις διατάξεις της 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και του άρθρου 904 ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη, δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 επί του νόμιμου μηνιαίου μισθού του, ήτοι επί των θεσπισμένων ελαχίστων ορίων των αποδοχών του, που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα κατά νόμο επιδόματα, ενώ παράλληλα, πρέπει να του χορηγηθεί και αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διαρκείας 24 συνεχών ωρών, σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 18310/1946 κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, όπως συμπληρώθηκε και ερμηνεύθηκε από την υπ’ αριθ. 25825/1951 ομοία, στους πάσης φύσεως μισθωτούς των επιχειρήσεως και εργασιών γενικά, συνεχούς ή μη λειτουργίας αν απασχολούνται κατά τις νυκτερινές ώρες (δηλαδή από την 10η βραδυνή μέχρι την 6η πρωινή), καταβάλλοντας οι εκάστοτε κανονικές αποδοχές τους αυξημένες κατά 25%. Η ανωτέρω προσαύξηση για την παροχή νυκτερινής εργασίας υπολογίζεται επί του νομίμου ημερομισθίου ή του 1/25 του νόμιμου μηνιαίου μισθού (ΑΠ 1485/2007), νόμιμος δε μισθός ή ημερομίσθιο θεωρείται ο μηνιαίος μισθός ή το ημερομίσθιο που προβλέπεται από την οικεία συλλογική σύμβαση, διαιτητική ή υπουργική απόφαση κλπ καθώς επίσης και τα κάθε είδους επιδόματα, τα οποία όμως προβλέπονται και αυτά από ΣΣΕ ή ΔΑ, αφού θεωρούνται τμήμα των αποδοχών του εργαζομένου, εκτός εάν υπάρχει σχετική διάταξη που να αποκλείει ρητά τον εν λόγω υπολογισμό (ΑΠ 1221/2005).
[III] Εν προκειμένω με την από 19.12.2014 υπ’ αριθ. εκθ. καταθ. 18.947/2014 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητου εκθέτουν ότι προσελήφθησαν από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας για να εργασθούν ως τεχνικοί επιτραπέζιων παιχνιδιών στην επιχείρηση Casino που διατηρεί αυτή στην περιοχή της …, οι όροι δε εργασίας και οι αποδοχές τους καθορίστηκαν από την 03.12.2002 και εφ’ εξής αρχικά από την από 08.11.2002 ΕΣΣΕ και από τις επακολουθήσασες οικείες ΕΣΣΕ και ΔΑ, στις οποίες προεβλέπετο μεταξύ άλλων, ως προς τα φιλοδωρήματα των πελατών της επιχείρησης της εναγομένης – αναιρεσείουσας που εισπράττονται από αυτήν ότι ποσοστό 65% αυτών διανέμεται στις αρχές εκάστου έτους, μετά από σχετική εκκαθάριση του αποθεματικού τους για το προηγούμενο έτος, στους εργαζόμενους με βάση τον χρόνο προϋπηρεσίας τους και ποσοστό 35% παρακρατεί η ίδια για την κάλυψη των εργοδοτικών εισφορών, της αναλογίας επιδομάτων των εορτών και αδείας.
Ότι το ως άνω λόγω φιλοδωρημάτων ποσό καταβάλλεται σ' αυτούς ανελλιπώς κάθε μήνα, αποτελώντας συνεπώς μέρος του νόμιμου μηνιαίου μισθού τους, πλην όμως η εναγομένη – αναιρεσείουσα κατά τα έτη 2009, 2010, 211, 2012 και 2013 δεν συνυπολόγισε την ανωτέρω σταθερά και ανελλιπώς, καταβαλλόμενη κάθε μήνα παροχή από την διανομή των φιλοδωρημάτων κατά τον προσδιορισμό της προσαύξησης του ωρομισθίου τους για την παρασχεθείσα νυκτερινή εργασία, την εργασία τους κατά τις Κυριακές και τις αργίες και της αναλογίας τους στα επιδόματα των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας.
Κατόπιν αυτών ζητούν με την ένδικη αγωγή να υποχρεωθεί η εναγομένη - αναιρεσείουσα να καταβάλει για την ως άνω αιτία το αιτούμενο για τον κάθε ένα εξ αυτών χρηματικό ποσό.
Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης) δέχθηκε την αγωγή αυτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως κατά της απόφασης αυτής εκ μέρους της εναγομένης, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζον ως Εφετείο, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την ασκηθείσα έφεση. Συγκεκριμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα ουσιώδη:
«| Οι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσίβλητοι) […] (με) συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθησαν ως τεχνικοί επιτραπέζιων παιχνιδιών (ντίλερ) από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και ήδη εκκαλούσης, με την επωνυμία «REGENCY ENTERTAINMENT ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.», η οποία, με έδρα της τις εγκαταστάσεις της, κείμενες στο ύψος του … χλμ της Ε.Ο. ..., εκμεταλλεύεται και λειτουργεί το καζίνο «…», απασχολούμενοι και το επίδικο διάστημα από 01.01.2009 έως 31.12.2011, όπως σιωπηρό συνομολογεί και η εναγόμενη εργοδότρια εταιρία.
Οι αποδοχές των εναγόντων, τα πάσης φύσεως επιδόματα, οι οικονομικές παροχές, οι όροι και συνθήκες εργασίας τους προσδιορίστηκαν με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η από 08.11.2002 ΕΣΣΕ, που υπογράφηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και του σωματείου των εργαζομένων της.
Με την εν λόγω ΕΣΣΕ και δη στην με οριζόμενη με το γράμμα Ε παράγραφο αυτής, καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, και ο τρόπος διανομής των φιλοδωρημάτων που συγκέντρωνε η εναγομένη από τους πελάτες της επιχείρησης της, τα οποία από ελευθεριότητα προσέφεραν οι τελευταίοι στους εργαζομένους της. Συγκεκριμένα ορίστηκε ότι ποσοστό 65% αυτών θα διανέμεται στο προσωπικό των επιτραπέζιων παιχνιδιών, από τις αρχές εκάστου έτους και μετά από σχετική εκκαθάριση του αποθεματικού του για το προηγούμενο έτος, μέσω της μηνιαίας μισθοδοσίας του, αποτελώντας κυμαινόμενες τακτικές αποδοχές των μελών του με βάση τον χρόνο προϋπηρεσίας τους και ποσοστό 35% θα παρακρατεί η ίδια για την κάλυψη των εργοδοτικών εισφορών και της αναλογίας των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και αδείας.
Ορίστηκε, επίσης, ότι δικαίωμα συμμετοχής στην διανομή των φιλοδωρημάτων θα είχαν οι εργαζόμενοι που απασχολήθηκαν όλες τις εργάσιμες ημέρες του μήνα, στον οποίο αφορά η διανομή τους, με ανάλογη περικοπή τους σε ποσοστό 1/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε ημέρα αδικαιολόγητης απουσίας. Το σύστημα αυτό της διανομής των φιλοδωρημάτων διατηρήθηκε και κατά τον χρόνο ισχύος των ΕΣΣΕ που ακολούθησαν για τα έτη 2005, 2007, 2010 και 2012, αποτελώντας αντικείμενο ρητής συμφωνίας μετά από συλλογική διαπραγμάτευση των συμβαλλομένων στην άνω ΕΣΣΕ μερών.
Ως εκ τούτου οι όροι της αυτοί συνιστούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και οι κανονιστικές διατάξεις της θεσπίζουν δικαιώματα υπέρ των εργαζομένων της εναγομένης με ισχύ δεσμευτική για τα συμβαλλόμενα μέρη, χωρίς να χρήζουν πρόσθετης ατομικής συμφωνίας ενός εκάστου των εργαζομένων σε παραγωγική ειδικότητα, μη δεκτική τροποποίησης, περιορισμού ή κατάργησης μονομερώς ή αμφιμερώς με μεμονωμένες συμφωνίες μεταξύ εργοδότριας και εργαζομένων.
Σε εκτέλεση της ρητής αυτής συμφωνίας τους τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν στα φιλοδωρήματα, όπως αναγράφονται αυτά στις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες αναλυτικές καταστάσεις των μηνιαίων αποδοχών τους για τα έτη 2009, 2010 και 2011, καταβάλλονταν κάθε μήνα ανελλιπώς, δημιουργώντας εύλογα την πεποίθηση σε αυτούς ότι θα καταβάλλονται συνεχώς, καθώς δεν υπήρξε μήνας, κατά τον οποίο στις αποδοχές τους να μην περιλαμβάνονται και αυτά.
Κατά συνέπεια αποτελούσαν μέρος του νόμιμου μισθού τους, τον οποίο απαρτίζουν από κοινού με το βασικό μισθό και τα πάσης φύσεως επιδόματα, επαυξάνοντας το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών τους. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι, η εναγομένη δεν συνυπολογίζει μέρος του νομίμου μισθού των εναγόντων και δη των χρηματικών ποσών που αντιστοιχούν διανεμηθέντα ανά μήνα σε αυτούς φιλοδωρήματα για την εξεύρεση υπολογιζομένων επί αυτών προσαυξήσεων σε ποσοστό 75% για την εργασία τους κατά τις ημέρες Κυριακής και αργίας και σε ποσοστό 25% για την νυχτερινή εργασία τους και της αναλογίας τους στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού αυτής.
Ειδικότερα, η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνηθεί σιωπηρά μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της και των εργαζομένων της, ότι όλες οι μισθολογικές παροχές που θα μπορούσαν να υπολογιστούν επί των καταβαλλόμενου ανά μήνα φιλοδωρημάτων, όπως οι ανωτέρω προσαυξήσεις, καλύπτονταν και εξοφλούνταν από τον ανά μήνα διανεμόμενο σε αυτούς ποσό που αντιστοιχούν στο παραπάνω ποσοστό 65% επί αυτών και ότι για το λόγο αυτό με το άρθρο 3 της από 30.05.2014 ΕΣΣΕ, που υπογράφηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και του ενός από τα σωματεία των εργαζομένων της, στο οποίο όμως δεν περιλαμβάνεται το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων της στα επιτραπέζια παιχνίδια, ορίστηκε ότι από το άνω ποσοστό, το συνολικό διανεμόμενο στους εργαζόμενους ποσοστό του φιλοδωρήματος διαιρείται πλέον σε ποσοστό 55% ως βασικό διανεμόμενο ποσό και σε ποσοστό 10% ως διανεμόμενο ποσό για τις άνω προσαυξήσεις νύκτας, Κυριακής και αργιών.
Επ’ αυτού δε ειδικότερα λεκτέα είναι και τα κάτωθι: Οι προσαυξήσεις για εργασία την Κυριακή και τη νύχτα σαφώς υπολογίζονται επί των νομίμων αποδοχών και όχι επί των ελάχιστων κατώτατων αποδοχών. Αυτό προκύπτει χωρίς αμφισβήτηση από τις διατάξεις της ΚΥΑ 8900/1945 Οικονομικών και Εργασίας σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966, καθώς σύμφωνα με αυτήν εκείνος που εργάζεται επιτρεπτώς ή μη, δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 του νομίμου μηναίου μισθού αυτού [...] . Από τις διατάξεις δε, της υπ' αρ. 18310/1946 κοινής απόφασης επίσης των Υπουργών Εργασίας και δικονομικών, όπως συμπληρώθηκε και ερμηνεύτηκε από την υπ. αριθμ. 25825/1951 όμοια απόφαση, συνάγεται ότι η προσαύξηση 25% για τις ώρες εργασίας της νύχτας (22.00 – 06.00) υπολογίζεται στο 1/25 των μηνιαίων νομίμων αποδοχών του εργαζόμενου. Τα φιλοδωρήματα αποτελούν μέρος του μισθού όταν συνομολογούνται, βάσει ρητής ή σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη, εισπράττονται τακτικά και επαυξάνουν τις αποδοχές του.
Οι περιγραφόμενες αναλυτικά στην αγωγή επιχειρησιακές ΣΣΕ του 2002 και του 2010 όριζαν ρητά ότι τα φιλοδωρήματα που καταβάλλονται από τους πελάτες της εναγομένης, ήδη εκκαλούσας, στους εργαζόμενους των επιτραπέζιων παιχνιδιών, αποτελούν μισθό και προβλέπουν τον τρόπο διανομής τους μηνιαίως. Όλες οι άλλες ρυθμίσεις παραπέμπουν σε αυτές συγκεκριμένα, δε, η ΣΣΕ 2002 ορίζει ότι:
«Το διανεμόμενο μέσω μισθοδοσίας ποσοστό φιλοδωρημάτων τα οποία αποτελούν κυμαινόμενες τακτικές αποδοχές ανέρχεται σε 65% και διανέμεται στο προσωπικό των επιτραπέζιων παιχνιδιών μαζί με τη μισθοδοσία». Ενώ η ΣΣΕ 2010 ορίζει ότι: «Τα φιλοδωρήματα που προβλέπονται από το άρθρο 9 της Τ/6736/4-7-2003 (ΦΕΚ 929Β/4-7-2003) Απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης διανέμονται μηνιαίως κατά ποσοστό 65% στους εργαζόμενους στο τμήμα επιτραπεζίων παιχνιδιών».
Περαιτέρω, στη ΣΣΕ του 2002 συμφωνήθηκε ότι «Στο διανεμόμενο κατά μήνα ποσό συμπεριλαμβάνονται οι αναλογούσες εργατικές εισφορές και ο Φ.Μ.Υ. που βαρύνουν τον εργαζόμενο». Ενώ στη ΣΣΕ του 2010 « [...] Το ποσοστό 65% εκ του συνόλου των φιλοδωρημάτων διανέμεται από την εταιρεία καθαρό (μετ’ αφαίρεση) των ασφαλιστικών εισφορών και λοιπών κρατήσεων που βαρύνουν τους εργαζόμενους […]».
Αν λοιπόν συμπεριλαμβανόταν στο ποσοστό του 65%, θα καταγραφόταν και η αιτία αυτή, ως παρακράτηση. Αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι η εναγομένη, εδώ εκκαλούσα, μετά την κατάθεση των αγωγών των εναγομένων, το έτος 2014, έκανε νέα σύμβαση με το άλλο σωματείο στην οποία συμπεριλήφθηκε όρος για την κάλυψη των επίδικων αξιώσεων από το 65% και ότι θα απεικονίζονται αυτές ξεχωριστά στα εκκαθαριστικά σημειώματα, ενώ μέχρι τότε δεν καταγράφονταν [...].
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι συγκεκριμένοι εργαζόμενο, απασχολήθηκαν στην επιχείρησή της εναγομένης κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημέρες και ώρες, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες αναλυτικές καταστάσας των μηνιαίων αποδοχών τους για τα έτη 2009, 2010 και 2011, που εξέδιδε η ίδια τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν αμφισβήτησε ειδικά η εναγομένη, αντιθέτως ισχυρίστηκε ότι νομίμως παρακρατεί τα ποσό αυτά, χωρίς για τον εκτιθέμενο στην ένδικη αγωγή τρόπο υπολογισμού τους και το ύψος αυτών να αντιλέξει ειδικότερα και συνεπώς τα συνομολογεί «εν σιγή» παρελκούσης κάθε περαιτέρω αποδείξεως δεδομένου ότι η δικαστική ομολογία αποτελεί πλήρη απόδειξη αυτών [...]|».
[IV] Με τις κρίσεις του αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653, 361 ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2190/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", της από 8-11-2002 ΕΣΣΕ που υπεγράφη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και του σωματείου των εργαζομένων της, άρθ. 2 του Ν. 435/1976, 1 και 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966, τις διατάξεις της υπ'αριθ. 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. 18310/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, όπως συμπληρώθηκε και ερμηνεύθηκε από την υπ'αριθ. 25825/1951 ομοία.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη ορθώς δέχθηκε ότι τα ως άνω καταβαλλόμενα κάθε μήνα φιλοδωρήματα αποτελούσαν μέρος του νόμιμου μισθού των αναιρεσιβλήτων, δεδομένου ότι από τα φιλοδωρήματα, τα οποία δεν λαμβάνονται επ' ευθείας από τους εργαζόμενους αλλά συλλέγονται και καταμετρώνται με ευθύνη της αναιρεσείουσας το 65% του ποσού αυτών κατανέμεται στους δικαιούχους εργαζομένους, ενώ το υπόλοιπο 35% παρακρατείται από την επιχείρηση (αναιρεσείουσα) για την κάλυψη της εργοδοτικής εισφοράς και την αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας, ότι σε περίπτωση αδικαιολόγητης απουσίας εργαζομένου περικόπτεται μέρος (1/25) του μηνιαίου μισθού για κάθε ημέρα αδικαιολόγητης απουσίας, ότι το σύστημα αυτός της διανομής των φιλοδωρημάτων διατηρήθηκε και κατά τον χρόνο ισχύος των ΕΣΣΕ που ακολούθησαν για τα έτη 2005, 2007, 2010 και 2012, κατόπιν ρητής συμφωνίας των συμβαλλομένων στις ως άνω ΕΣΣΕ μερών και ότι τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν στα φιλοδωρήματα κατά τα επίδικα έτη καταβάλλοντο κάθε μήνα ανελλιπώς και επαύξαναν τις αποδοχές τους.
Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα ότι το ανωτέρω σταθερώς, και ανελλιπώς καταβαλλόμενο κάθε μήνα χρηματικό ποσό στους αναιρεσίβλητους λόγω φιλοδωρημάτων αποτελούσε μέρος του νόμιμου μηνιαίου μισθού τους.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου δεύτερος, τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, τέταρτος λόγοι αναίρεσης και πρώτος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι από τους αριθμού 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
[V] Περαιτέρω, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως της ενδίκου αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων, τον οποίο προέβαλε παραδεκτά ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, με την επίκληση ότι η παρέλευση μακρού χρόνου από την εφαρμογή για πρώτη φορά της από 08.11.2002 προαναφερθείσης ΕΣΣΕ μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, κατά την διάρκεια του οποίου χρονικού διαστήματος δεν γινόταν συνυπολογισμός των φιλοδωρημάτων στις προσαυξήσεις για νυκτερινή εργασία, εργασία κατά τις Κυριακές και τις αργίες κλπ, γεγονός που αποδέχοντο οι ενάγοντες – αναιρεσίβλητοι, με συνέπεια να της δημιουργήσουν εύλογα την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να αναζητήσουν τα ανωτέρω ποσά, δέχθηκε ότι είναι μη νόμιμος, διότι τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, καθώς η μακροχρόνια αδράνεια των εναγόντων δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση των επίδικων απαιτήσεών τους, λαμβανομένου υπόψη ότι από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας σαφώς προκύπτει ότι η βασική αρχή του εργατικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία κάθε παραίτηση του εργαζόμενου μισθωτού από το δικαίωμα να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη, όπως επίσης δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του ως άνω δικαιώματος το ότι, αν συνυπολογισθούν οι προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας και εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες και επί των φιλοδωρημάτων θα επέλθουν δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις στην επιχείρηση της εναγομένης – αναιρεσείουσας.
Κρίνοντας έτσι το δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού δεν αναφέρονται όλα τα απαιτούμενα από την διάταξη αυτή στοιχεία για την θεμελίωση του προαναφερθέντος ισχυρισμού, οι δε προβαλλόμενες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής αιτιάσεις από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμες
[VI] Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παραβίαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα και εν τούτοις δεν προσέφυγε σ' αυτούς. Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων μερών, προκύπτει και (όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση, περί τς ανυπαρξίας αυτών, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, από την οποία αποκαλύπτεται ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αυτών. Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο, για την αληθινή έννοια της σύμβασης, έλαβε υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου της σύμβασης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα. Επομένως, εάν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, για την έννοια της σύμβασης (ή όρου αυτής), παραλείπει γα προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια (ΑΠ 1457/2017, ΑΠ 1225/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για τον λόγο ότι με το να δεχθεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι τα καταβαλλόμενα κάθε μήνα ποσά ανελλιπώς και σταθερώς λόγω φιλοδωρημάτων αποτελούσαν μέρος του νόμιμου μισθού τους και ότι οι προσαυξήσεις για παρεχόμενη εργασία κατά τις νύκτες, Κυριακές, αργίες κλπ υπολογίζονται επί των νομίμων αποδοχών τους, συνεπώς και επί του ως άνω ποσού, παραβίασε ευθέως με την μη εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αν και διέγνωσε εμμέσως αμφιβολία και ασάφεια του συγκεκριμένου όρου. Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όμως, δεν προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι υπάρχει εν προκειμένω κενό ή ασάφεια ή διαπίστωσε εμμέσως κενό ή ασάφεια στην προαναφερθείσα από 08.11.2002 ΕΣΣΕ και ειδικότερα στο κεφ. Ε αυτής σχετικά με τα φιλοδωρήματα επιτραπέζιων παιχνιδιών ώστε να υπάρξει ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης των συμβληθέντων μερών στην ως άνω ΕΣΣΕ και τις επακολουθήσασες αυτής ΕΣΣΕ ή ότι προέβη πράγματι σε ερμηνεία αυτής διότι διεπίστωσε εμμέσως την ύπαρξη κενού ή ασάφειας.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
[VII] Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 19/2020). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 59/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης και τον τρίτο πρόσθετο λόγο αυτής, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, αιτιώμενη ότι κακώς απερρίφθη η νομίμως προταθείσα ένστασή της, εκ του άρθρου 281 ΑΚ περί καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους των εναγόντων – αναιρεσιβλήτων του σχετικού δικαιώματός των και ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι ισχυρισμοί της ότι τα φιλοδωρήματα δεν αποτελούν μέρος των νομίμων αποδοχών των εργαζομένων (εναγόντων) και ότι οι επίδικες προσαυξήσεις είχαν ήδη εξοφληθεί επί των νομίμων αποδοχών τους. Με το ως άνω περιεχόμενο οι εν λόγω αιτιάσεις και λαμβανομένου ότι όσον αφορά την πρώτη και τρίτη που προτείνονται με τους τρίτο πρόσθετο λόγο και πέμπτο λόγο αναίρεσης, η ίδια η αναιρεσείουσα δέχεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της περί καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους των εναγόντων του σχετικού δικαιώματός των και της εξοφλήσεως των επιδίκων προσαυξήσεων και τους απέρριψε ως μη νόμιμο τον πρώτο και ως απαράδεκτο τον τρίτο η δεύτερη αναφέρεται σε ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην προεκτεθείσα έννοια των «πραγμάτων» και συνακόλουθα οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
[VIII] Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο:
(1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών [...],
(2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση,
(3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα,
(4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας,
(5) αν το δικαστήριο παρά νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,
(6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον για τους λόγους που αναφέρονται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι δε αναφερόμενοι σ’ αυτήν λόγοι, όπως συνάγεται από τη χρήση της λέξης «μόνο», είναι περιοριστικοί (numerus clausus, ΟλΑΠ 45/87, ΑΠ 110/2010, ΑΠ 1130/2009).
Περαιτέρω, η νομική αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής, ένστασης κλπ κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, ένστασης κλπ η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την στήριξη του σχετικού αιτήματος δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμού 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από τον αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μεταξύ άλλων, και όταν το δικαστήριο παρά την επαρκή έκθεση στην αγωγή ή την ένσταση των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 405/2020, ΑΠ 443/2011).
Η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο επί εφέσεως κατά της υπ'αριθ. 4660/2015 του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αληθώς όμως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι εσφαλμένα απερρίφθη ως αόριστη η παραδεκτά προταθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφερθείσα με σχετικό λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ένσταση εξοφλήσεως των ενδίκων απαιτήσεων. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη δέχθηκε επί του ισχυρισμού αυτού τα εξής:
Ότι η εναγομένη προέβαλε παραδεκτά την ένσταση της ολοσχερούς εξοφλήσεως των ένδικων απαιτήσεων των εναγόντων, ισχυριζόμενη ότι έχει εξοφλήσει τις επίδικες απαιτήσεις αυτών, αφού από την ερμηνεία των ΕΣΣΕ, που υπογράφηκαν μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της και των εργαζομένων της, που καθόριζαν τους όρους εργασίας και των αποδοχών τους, καθώς και του τρίτου καταβολής των φιλοδωρημάτων, συνάγεται ότι τυχόν οφειλόμενες προσαυξήσεις για την απασχόλησή τους κατά τη νύχτα και τις ημέρες Κυριακής και αργίας περιλαμβάνονταν, καλύπτονταν και εξοφλούντο από το ανά μήνα καταβληθέν διανεμόμενο ποσό του φιλοδωρήματος. Ότι με βάση το περιεχόμενο του ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης κρίνεται απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον, δεν προσδιορίζονται για την έρευνά του τα ακριβή ποσά που καταβλήθηκαν για τις αιτίες, στις οποίες αναφέρονται οι επίδικες απαιτήσεις των εναγόντων, έτσι ώστε να είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος ως προς το εάν οι εν λόγω καταβολές έγιναν προς εξόφληση μερική ή καθ’ ολοκληρίαν, των επίδικων απαιτήσεων, αποκλείοντας με την ανάλυση αυτή την περίπτωση οι εν λόγω καταβολές να έγιναν προς εξόφληση άλλων αξιώσεων των εναγόντων που δεν περιελήφθησαν στην ένδικη αγωγή.
Κατόπιν αυτών και δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη έκρινε ότι υφίσταται εν προκειμένω ποσοτική και ποιοτική αοριστία της προβληθείσας ένστασης εξοφλήσεως των επιδίκων απαιτήσεων, ο κατά τα άνω προτεινόμενος λόγος δεν αποτελεί παραδεκτό λόγο αναίρεσης στην περίπτωση, εφόσον κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης αντίστοιχος με αυτόν του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
[IX] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.01.2018 αίτηση και τους από 09.08.2018 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της με αριθ. 17.768/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ