Legislator Case Law & Legislation
743/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for procedural time limit violation and inadmissible evidence re-evaluation.

Case Number 743/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court ruling regarding the Corinth Canal concession. The State argued the lower court failed to properly assess the canal's condition and relied on insufficient evidence. The court rejected this, stating that re-evaluating evidence is inadmissible on appeal and the first ground was invalid due to a procedural time limit error.

Legislator headnote

AI generated

Art. 564 para. 1 KPolD; Art. 561 para. 1 KPolD: An appeal is inadmissible if filed outside the statutory time limit, and appellate courts cannot re-evaluate evidence or facts found by the lower court.

Keywords

AI generated
procedural time limit admissibility of appeal evidence re-evaluation corporate concession canal infrastructure state liability appellate review

Cited Legislation

AI generated
Art. 564 para. 1 KPolD
Art. 144 para. 1 KPolD
Art. 126 para. 1 KPolD
Art. 5 para. 2 K.δ. 26-6/10-7-1944
Art. 3 n. 1067/1980
Art. 559 no. 1 (est.) and 19 KPolD
Art. 561 para. 1 KPolD
Art. 176, 183, 191 para. 2 KPolD
Art. 22 n. 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 743 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 743/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Της αναιρεσίβλητης: υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Τσιρώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-1985 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1556/1987 μη οριστική και 6112/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 810/2010 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-1-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 6-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και σε κάθε περίπτωση να απορριφθούν και οι δύο λόγοι αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ: "Αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης". Η τήρηση της προθεσμίας αυτής για την άσκηση της αναιρέσεως αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της και εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο με βάση τα έγγραφα της δικογραφίας.

Ο νόμος χρησιμοποιεί στη διάταξη τη φράση ότι "η προθεσμία ... αρχίζει από την επίδοση της απόφασης", ωστόσο δεν ακριβολογεί, γιατί οι διατάξεις του άρθρου 564 ορίζουν την προθεσμία και το κινούν την προθεσμία γεγονός, ενώ ο τρόπος υπολογισμού των προθεσμιών ορίζεται στο άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας.

Εξάλλου, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, εάν δεν επιδόθηκε η απόφαση, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριών ετών και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 126 παρ. 1, περ. ε’ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 5 παρ. 2 κ.δ. 26-6/10-7-1944 "Περί δικών του Δημοσίου", η επίδοση εγγράφου επί του Δημοσίου γίνεται προς τους κατά νόμο εκπροσώπους του, εκπρόσωπος δε του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του ως άνω διατάγματος, είναι ο Υπουργός των Οικονομικών, η προς τον οποίο επίδοση είναι απαραίτητη, ακόμη και όταν το Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του Υπουργού επί των Οικονομικών, είτε και εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικονομικών εφόρων ή τελωνών ή οποιουδήποτε άλλου κρατικού οργάνου, απαιτούμενη ως πρόσθετη ενέργεια, με συνέπεια την ακυρότητα της επιδόσεως σε περίπτωση παραλείψεως της επιδόσεως, η οποία εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως.

Πλέον, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 28 ν. 2386/1996, η επίδοση αυτή πρέπει να γίνεται στο κατάστημα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και ορίζεται νέα δικάσιμος για να γίνει εκ νέου η κλήτευση των διαδίκων, σύμφωνα με τα παραπάνω (ΑΠ 498/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η 810/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 1-7-2003 έφεση και τους από 30-6-2009 προσθέτους λόγους του αναιρεσείοντος κατά της 6112/2000 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 29-7-1985 αγωγή της αναιρεσίβλητης με αίτημα την καταβολή χρηματικού ποσού σε εκτέλεση συμβάσεως. Όπως προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ε. Τ. στο προσκομιζόμενο από το αναιρεσείον επικυρωμένο αντίγραφο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό με τη σχετική εντολή της πληρεξούσιας δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, επιδόθηκε αυτή στις 16-12-2011 όχι στο Κατάστημα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αλλά στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους.

Κατά συνέπεια, η επίδοση αυτή δεν παρήγαγε έννομες συνέπειες, και συνακόλουθα δεν αφετηρίασε την 30θήμερη προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατ’ ακολουθίαν, εφόσον, όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση, το δικόγραφο της αναιρέσεως, που άσκησε το αναιρεσείον, κατατέθηκε στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 24-1-2013, δηλαδή πριν την πάροδο της προθεσμίας των τριών (3) ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στις 17-2-2010, η αναίρεση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ. ΑΠ 1/1999). Ωστόσο, δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει ανέλεγκτα, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς και πλήρως και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και κατ’ εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", που συστάθηκε με το ν. 1067/1980 αποκλειστικά προς το σκοπό εκμεταλλεύσεως της διώρυγας από 1-11-1980, περιήλθαν συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και όχι το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου έναντι της αναιρεσίβλητης, που απορρέουν από το ν.

ΤΜΣΤ/1869, ώστε να περιλαμβάνεται σ’ αυτές και η επίμαχη απαίτηση των 5.000.000 γαλλικών φράγκων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το ν. ΤΜΣΤ/1869 ... επιτράπηκε στην Κυβέρνηση να παραχωρήσει σε ιδιώτη ή σε εταιρεία το αποκλειστικό δικαίωμα για τη διόρυξη του Ισθμού της Κορίνθου με βάση τις διατάξεις του ως άνω νόμου.

Μεταξύ των άλλων ρυθμίσεων θεσπίστηκε προνόμιο εκμεταλλεύσεως της διώρυγας για 99 έτη υπέρ του ιδιώτη ή της εταιρείας, καθώς επίσης και η διάταξη του άρθρου 11, σύμφωνα με την οποία ορίσθηκε ότι "Μετά την έκπνευσιν της διαρκείας του προνομίου η εταιρεία (στην οποία έχει παραχωρηθεί το δικαίωμα διανοίξεως του εν λόγω Ισθμού) θέλει παραδώσει εν καλή καταστάσει προς την Κυβέρνησιν την διώρυγα μεθ’ απάντων των παραρτημάτων αυτής, άτινα μεταβαίνουσιν άπαντα εις την πλήρη κυριότητα του Δημοσίου, επί πληρωμή 5.000.000 φράγκων". ...

Με το ν. ΓΡΠΓ/1906 είχε ορισθεί ότι ο τελευταίος υπερθεματιστής είναι υποχρεωμένος ... να συστήσει ελληνική ανώνυμη εταιρεία, που να εδρεύει στην Αθήνα, στην οποία και θα μεταβιβασθούν όλα τα δικαιώματα από την κατακύρωση. Από την έγκριση της ιδρύσεως της εν λόγω εταιρείας και της προς αυτήν μεταβιβάσεως με σχετικό Β.Δ., η νέα αυτή εταιρεία υποκαθίσταται αυτοδικαίως και αμετακλήτως σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θεσπίστηκαν με το ν.

ΤΜΣΤ/1869, ... σαν να είχε γίνει η παραχώρηση απευθείας από το Κράτος προς αυτήν. Ακολούθως, με το από 8-9-1907 β.δ. εγκρίθηκε το καταστατικό της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." (ήδη αναιρεσίβλητης) και η μεταβίβαση σ’ αυτήν της διώρυγας της Κορίνθου με όλα τα παραρτήματά της και το κάθε είδους υλικό εκμεταλλεύσεως ...

και με τη διάρκεια του προνομίου ... μέχρι 18-8-1980. Ενόψει της λήξεως στις 18-8-1980 ... του δικαιώματος εκμεταλλεύσεως (προνομίου), αλλά και του ότι ... η διώρυγα ... μετά την έκπνευση του προνομίου περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο, τέθηκε υπό την κρίση της Βουλής νομοσχέδιο, προκειμένου να συσταθεί μια νέα εταιρεία με νομική μορφή ιδιωτικού δικαίου, με μοναδικό μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο, με σαφέστατα καθορισμένους σκοπούς και περιουσιακά στοιχεία, η οποία θα συνεχίσει την εκμετάλλευση της διώρυγας ...

Προς τούτο, με το ν. 1067/1980 ... συστήθηκε το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία ... .... ... με σκοπό ... και την εκμετάλλευσή της μετά των παραρτημάτων της ... και ορίσθηκε ότι η εκμετάλλευση της διώρυγας ... θα αρχίσει από την 1-11-1980 ... Περαιτέρω, με το άρθρο 3 του άνω νόμου ορίσθηκε ότι. το μετοχικό κεφάλαιο ... αποτελείται: α) από τα εδάφη ...

εντός ζώνης πλάτους 66 μ. ... από του στομίου της Ισθμίας μέχρι του στομίου της Ποσειδωνίας, ... β) ... γ) από τα πλωτά μέσα ... δ) ... και ε) ... Επιπλέον, με το άρθρο 4 αυτού του νόμου ορίσθηκε ότι όλα τα ... κινητά και ακίνητα περιέρχονται από 1-11-1980 ... στη συνιστώμενη κατά τα άνω εταιρεία ... Στις 31-10-1980 η ενάγουσα - εφεσίβλητη εταιρεία παρέδωσε τη διώρυγα ...

στη συσταθείσα από το Ελληνικό Δημόσιο για το σκοπό αυτό εταιρεία με την επωνυμία "... Α. Ε." ... Από την προαναφερόμενη ρύθμιση του άνω νόμου προκύπτει ότι στην εταιρεία, που συστήθηκε για την εκμετάλλευση και τη συντήρηση της διώρυγας μετά την έκπνευση της διάρκειας του προνομίου εκμεταλλεύσεως ... υπό της ενάγουσας - εφεσίβλητης, περιήλθαν συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία ...

τα οποία κατά τις διατάξεις του ν. ΤΜΣΤ/1869 περιέρχονταν από του άνω χρονικού σημείου στο Ελληνικό Δημόσιο, και όχι το σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του τελευταίου έναντι της ενάγουσας - εφεσίβλητης που απορρέουν από το ν. ΤΜΣΤ/1869. ... Με τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. ΤΜΣΤ/1869, που κατέστη και αντικείμενο της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσεως, η εταιρεία στην οποία είχε παραχωρηθεί το δικαίωμα διανοίξεως του ισθμού και ήδη η ενάγουσα - εφεσίβλητη είχε υποχρέωση μετά την έκπνευση της διάρκειας του προνομίου να παραδώσει σε καλή κατάσταση προς το Ελληνικό Δημόσιο τη διώρυγα με όλα τα παραρτήματά της και εδικαιούτο να λάβει, κατά τη λήξη του προνομίου και την παράδοση της διώρυγας, ως κατ’ αποκοπή αποζημίωση 5.000.000 φράγκων, η οποία, σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστεως, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, όπως ίσχυαν κατά την εποχή εκείνη, οφείλεται σε χάρτινα φράγκα Γαλλίας.

Υπόχρεο προς καταβολή του άνω ποσού των 5.000.000 χάρτινων φράγκων Γαλλίας ... είναι το ... Ελληνικό Δημόσιο και όχι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", ... καθόσον περιήλθαν σ’ αυτήν συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και όχι το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου έναντι της ενάγουσας - εφεσίβλητης, που απορρέουν από το ν.

ΤΜΣΤ/1869, ώστε να περιλαμβάνεται και η άνω απαίτηση της τελευταίας κατ’ αυτού (Ελληνικού Δημοσίου). Η ενάγουσα - εφεσίβλητη παρέδωσε, κατά το χρόνο λήξεως του προνομίου, στην προαναφερόμενη εταιρεία, που συστάθηκε για το σκοπό αυτό από το Ελληνικό Δημόσιο, τη διώρυγα με όλα τα παραρτήματά της στην κατάσταση που βρισκόταν κατά το χρόνο εκείνο και ήταν καλή και σύμφωνη με την αναληφθείσα ...

υποχρέωσή της ... να παραδώσει τη διώρυγα σε καλή απλώς κατάσταση, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη και του γεγονότος ότι αυτή τότε ήταν σε λειτουργία και παρέμεινε έκτοτε σε λειτουργία. Η κρίση του δικαστηρίου τούτου ότι η παράδοση της διώρυγας κατά το χρόνο λήξεως του προνομίου υπό της ενάγουσας - εφεσίβλητης ήταν σε καλή κατάσταση και περαιτέρω ότι το Ελληνικό Δημόσιο είναι υπόχρεο προς καταβολή σ’ αυτή του ποσού των 5.000.000 χάρτινων φράγκων Γαλλίας ενισχύεται και από το υπ’ αριθμ. ...13-3-1981 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου προς την ενάγουσα - εφεσίβλητη, με το οποίο η άνω υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου, απαντώντας στην υπ’ αριθμ. ...-1-1981 επιστολή της σχετικά με την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει σ’ αυτήν την προαναφερόμενη αποζημίωση, δεν αρνήθηκε την υποχρέωσή του αυτή και ούτε προέβαλε ότι η διώρυγα κατά το χρόνο παραδόσεως δεν ήταν σε "καλή κατάσταση", αλλά απλώς γνωστοποίησε τις απαιτήσεις του κατά της εταιρείας και ζήτησε την εκκαθάριση της μεταξύ τους δοσοληπτικής καταστάσεως, αναφέροντας κατά λέξη τα εξής: "Απαντώντας στην υπ’ αριθ. ...-1-1981 επιστολή σας ...

σας πληροφορούμε ότι το Δημόσιο έχει κατά της εταιρείας σας διάφορες απαιτήσεις ... τις οποίες δεν έχουμε δικαίωμα να μη συσχετίσουμε με την ως άνω υποχρέωση του Δημοσίου. Εξαιτίας, επομένως, του λόγου αυτού σας προτείνουμε ... να συσκεφθούμε ακολούθως για να βρούμε τον καλύτερο δυνατό προς επίλυση των θεμάτων αυτών τρόπο.

Οι κατά της εταιρείας σας απαιτήσεις του Δημοσίου έχουν ως εξής: 1) ... 2) ... 3) ... 4) ... και 5) ... ". Εξάλλου, ούτε στο ... πρωτόκολλο παραδόσεως και παραλαβής, που υπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας - εφεσίβλητης και της άνω εταιρείας που συστήθηκε υπό του Ελληνικού Δημοσίου για την εκμετάλλευση της διώρυγας, αναφέρεται ότι κατά το χρόνο παραδόσεως η διώρυγα δεν ήταν σε "καλή κατάσταση".

Και είναι μεν αληθές ότι στην με ημερομηνία 9-4-1983 έκθεση της επιτροπής, που συγκροτήθηκε με ... απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών, αναφέρεται ότι από το συνολικό αρχικό μήκος των κρηπιδωμάτων, ... που έχουν επενδυθεί με τοίχωμα από λιθοδομή, μέχρι του τελικού βάθους των 8 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας και 2 μ.

από αυτήν, που ήταν 7.800 μ. περίπου, έχουν καταστραφεί ολικά 1.940 μ., ότι από την επιφάνεια των υπολοίπων το 25% λείπει τελείως και ότι τα υπόλοιπα βρίσκονται σε κατάσταση αποσάθρωσης και προτείνεται, ενόψει του ότι η σημασία των κρηπιδωμάτων είναι σημαντική για την προστασία του υποθαλάσσιου τμήματος των πρανών από τη διάβρωση, η αποξήλωση των αρχικών κρηπιδωμάτων και η κατασκευή καθ’ όλο το μήκος της διώρυγας νέων, δεν προκύπτει όμως ότι η διώρυγα κατά το χρόνο παραδόσεώς της δεν ήταν σε "καλή κατάσταση" για την κατά φύση και σκοπό προορισμό της, αφού, ανεξάρτητα από τις επικαλούμενες φθορές, που οφείλονται κυρίως στη γήρανση της διώρυγας από το μεγάλο διάστημα της ζωής της, στις προσκρούσεις των διερχομένων πλοίων, τον κυματισμό, τους σεισμούς και τα γεωλογικά ρήγματα και την ατμοσφαιρική διάβρωση, η διώρυγα ήταν σε λειτουργία και συνέχισε έκτοτε να λειτουργεί".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και τους προσθέτους λόγους κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 11 ν. ΤΜΣΤ/1869, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 361 ΑΚ και 4 ν. 1067/1980, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, η μεν διάταξη του άρθρου 11 ν. ΤΜΣΤ/1869 ρητά προβλέπει ότι η εταιρεία στην οποία ήθελε παραχωρηθεί το δικαίωμα διανοίξεως του ισθμού είχε υποχρέωση μετά την έκπνευση της διάρκειας του προνομίου να παραδώσει σε καλή κατάσταση προς το Ελληνικό Δημόσιο τη διώρυγα με όλα τα παραρτήματά της και εδικαιούτο να λάβει, κατά τη λήξη του προνομίου και την παράδοση της διώρυγας, ως κατ’ αποκοπή αποζημίωση 5.000.000 γαλλικά φράγκα, στο δε άρθρο 4 παρ. 1 ν. 1067/1980 ορίζεται "Πάντα τα αναφερόμενα εις το προηγούμενον άρθρον κινητά και ακίνητα περιέρχονται δυνάμει του παρόντος από της 1-11-1980 κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητος, νομής και κατοχής εις την συνιστωμένην διά του παρόντος εταιρίαν".

Από το συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων προκύπτει ότι στην εταιρεία που συνεστήθη με το ν. 1067/1980, με αντικείμενο την εκμετάλλευση της διώρυγας της Κορίνθου, περιήλθε το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, κινητών και ακινήτων, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, ενώ η υποχρέωση για την καταβολή ποσού 5.000.000 γαλλικών φράγκων μετά τη λήξη του προνομίου στην εταιρεία που θα είχε την εκμετάλλευσή της μέχρι τότε, εξακολουθούσε να βαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο.

Το Εφετείο, κατ’ εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και με επαρκή αιτιολογία, δέχθηκε ότι στην ως άνω εταιρεία, η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο, δεν περιήλθε το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απέρρεαν από την εφαρμογή του ν. ΤΜΣΤ/1869, όπως η επίμαχη αξίωση της αναιρεσίβλητης, αλλά συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία που αφορούσαν στη διώρυγα της Κορίνθου, χωρίς να γίνει μνεία για την τύχη του προνομίου του μέχρι τότε παραχωρησιούχου.

Συνεπώς ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 1 (κατ’ εκτίμηση) και 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη η αιτίαση ότι το Εφετείο με ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι η διώρυγα κατά το χρόνο λήξεως του προνομίου της αναιρεσίβλητης ήταν σε καλή κατάσταση και ότι για την κρίση αυτή στηρίχθηκε σε έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το περιεχόμενο του οποίου παρέθεσε σχεδόν αυτούσιο και από το οποίο δήθεν προέκυπτε ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν διατύπωσε την οποιαδήποτε επιφύλαξη για την κατάσταση της διώρυγας κατά το χρόνο λήξεως του προνομίου της αναιρεσίβλητης και δεν διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς τα έγγραφα που προσκόμισε το Δημόσιο προς υποστήριξη των αποφάσεών του και από τα οποία προέκυπτε η κακή γενικά κατάσταση της διώρυγας και ότι δαπανήθηκαν μεγάλα ποσά για τη συντήρηση της γέφυρας σε κατάσταση λειτουργικότητας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί με το πρόσχημα της πλημμέλειας ως προς την κατάσταση της διώρυγας κατά το χρόνο λήξεως του προνομίου της αναιρεσίβλητης, επιχειρείται η επαναξιολόγηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Συνακόλουθα των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί το αναιρεσείον ως ηττώμενο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα καθορισθεί όμως αυτή μειωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με Κ.Υ.Α. (Οικονομικών & Δικαιοσύνης) 134423/8-12-1992/20-1-1993, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Ιανουαρίου 2013 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 810/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε τρακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ