Legislator Case Law & Legislation
743/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract decisions regarding public entity employees. Appeal rejected due to lack of new grounds and procedural compliance.

Case Number 743/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a public entity against a labor court judgment concerning the status of its employees. The appellants argued that the lower court failed to examine claims regarding statute of limitations, the legality of appointing employees to temporary positions, and the validity of contract classifications. The court rejected these arguments because the lower court had already examined and dismissed them, and the appeal lacked new grounds under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it relies on arguments already examined and rejected by the lower court, or if it fails to establish new grounds that could affect the outcome of the case.

Keywords

AI generated
appeal admissibility new grounds requirement public entity employment labor contract validity statute of limitations procedural compliance dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 6 paragraph 1 of Law 3198/1955
Article 103 paragraph 8 of the Constitution
Article 21 of Law 2190/1994
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 743 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 743/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Παιδείας"(Ο.Κ.Α.Π.) όπως νομίμως εκπροσωπείται ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δημοτικοί Παιδικοί Σταθμοί ...", και εδρεύει στο ... το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Των αναιρεσίβλητων: 1.Π. Μ. του Ν., 2.Κ. Σ.-Β. του Π. κατοίκων ..., που παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Διονυσίου-Χαραλάμπους Καλαματιανού και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 306/2014 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-10-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη διάβασε την από 2-3-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κόμη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτηση αναίρεσης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τις αναιρεσίβλητες, υπ’ αριθμ. ...2-12-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κεφαλλονιάς Α. Β., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής.

Επομένως, εφόσον το αναιρεσείον δεν εμφανίστηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του αναιρεσείοντος (άρθρο576 παρ. 2 εδ α’ και γ’ ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά δικαστήρια, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.

Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11-6-1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ, οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ θ’ του ν. 1406/1983, στις διοικητικές διαφορές ουσίας περιλαμβάνονται, ιδίως, αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

Ως ‘ ‘ αποδοχές’ ‘ , κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημοσίου δικαίου. Από αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών, που συνδέονται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.Δ.Δ. με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004, ΟλΑΠ 7/2011).

Ειδικότερα, ως διαφορές ιδιωτικού δικαίου νοούνται οι αναγόμενες σε δικαιώματα και, γενικότερα, σε σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, έστω και αν γενεσιουργός λόγος αυτών είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών. Δηλαδή, κρίσιμη από την άποψη της δικαιοδοσίας είναι η φύση του δικαιώματος και γενικότερα της έννομης σχέσης, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, και όχι της πράξης, από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση.

Η νομιμότητα της πράξης αυτής ερευνάται από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως, εφόσον δεν υπάρχει περί αυτής απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, παράγουσα δεδικασμένο. Επομένως, οι διαφορές που ανακύπτουν από υποκείμενη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια και οσάκις παρεμβάλλεται πράξη της διοικήσεως (ΑΕΔ 39/1989,ΟλΑΠ 5/1995, ΣτΕ 2137/2011, ΣτΕ 1894/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 23-3-2009 αγωγής , επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλόμενη απόφαση, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ισχυρίσθηκαν ότι με την υπ’ αριθμ.771/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλλονιάς, που κατέστη αμετάκλητη, αναγνωρίσθηκε ότι κάθε μία από αυτές συνδεόταν με το εναγόμενο ΝΠΔΔ ‘ ‘ Δημοτικοί Παιδικοί Σταθμοί Δήμου ...‘ ‘ , καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ ‘ ‘ Οργανισμός Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Παιδείας’ ‘ , από τις αναφερόμενες ημερομηνίες, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Ότι ο τότε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, συμμορφούμενος προς το διατακτικό της ως άνω αμετάκλητης απόφασης, διόρισε, με τις σχετικές υπ’ αριθμ. ...24-11-2005 και 80/20-3-2006 αποφάσεις του, αυτές (ενάγουσες) σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στους Δημοτικούς Παιδικούς Σταθμούς ..., όπου αυτές προσέφεραν έκτοτε τις υπηρεσίες τους ως βοηθός βρεφονηπιοκόμου η πρώτη ενάγουσα και ως βοηθητικό προσωπικό καθαριότητας η δεύτερη έως τις 2-2-2009, που η τότε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, με την υπ’ αριθμ. ...29-1-2009 απόφασή της, ανακάλεσε τις ανωτέρω αποφάσεις διορισμού των εναγουσών, καταγγέλοντας με τον τρόπο αυτό τις συμβάσεις εργασίας τους.

‘ Οτι η καταγγελία των συμβάσεών τους είναι άκυρη, ως γενόμενη χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, αλλά και χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου προς τούτο λόγου, κατ’ άρθρο 53 του π.δ. 410/1988. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν: α) Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 2-2-2009 καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που τις συνέδεε με το εναγόμενο, β) Να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και γ) Να υποχρεωθεί αυτό να τους καταβάλει τους προσδιοριζόμενους μισθούς υπερημερίας.

Η αγωγή αυτή, με την οποία εισάγεται αξίωση από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπήγετο στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, έστω και αν η ανάκληση της πράξης διορισμού των εναγουσών σε προσωποπαγή θέση στο εναγόμενο αποτελεί διοικητική πράξη και, επομένως, το Εφετείο, που δίκασε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της υπερβάσεως της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι, συνεπώς, αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.’ ‘ Πράγματα’ ‘ , κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγο έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 25/2003).

Ο εκ του ανωτέρω άρθρου λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ή εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, αφού αυτή επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 31-3-2009, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ...31-3-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κεφαλλονιάς Χ.

Κ. και η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών έγινε στις 2-2-2009 .Ότι οι ενάγουσες συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε προσωρινή προσωποπαγή θέση, με την ειδικότητα ΔΕ της βοηθού βρεφονηπιοκόμου η πρώτη και με την ειδικότητα ΥΕ 16 βοηθητικού προσωπικού καθαριότητας η δεύτερη, που καταρτίσθηκαν στις 23-9-2003.

Ότι, ως μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου οι ανωτέρω συμβάσεις αναγνωρίσθηκαν δικαστικά με την υπ’ αριθμ. 771/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλλονιάς, που κατέστη τελεσίδικη, η οποία δέχθηκε ότι οι ενάγουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και ότι οι επίδικες συμβάσεις από το χρόνο της κατάρτισής τους μέχρι και το χρόνο συζήτησης της αγωγής τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τις παρατάσεις και ανανεώσεις τους, αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Ότι, σε εκτέλεση της ως άνω δικαστικής απόφασης, η Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ...24-11-2005 απόφαση, με την οποία κατέταξε την πρώτη ενάγουσα στην προαναφερθείσα θέση (ΔΕ βοηθός βρεφονηπιοκόμου) που κατείχε, ο διορισμός αυτός εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 7525/9-12-2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στο τεύχος των ΝΠΔΔ( ΦΕΚ 326/28-12-2005) και στη συνέχεια, με το υπ’ αριθμ...2-1-2006 πρακτικό εγκατάστασης η πρώτη ενάγουσα εγκαταστάθηκε στη θέση της.

Επίσης, η ίδια Πρόεδρος εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ...20-3-2006 απόφασή της, με την οποία κατέταξε τη δεύτερη ενάγουσα στην παραπάνω προσωρινή προσωποπαγή θέση που κατείχε (ΥΕ βοηθητικό προσωπικό καθαριότητας), ο διορισμός αυτός, στη συνέχεια, εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 1844/ 4-4-2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στο ίδιο πιο πάνω τεύχος (ΦΕΚ 104/14-4-2006) και , στη συνέχεια, η δεύτερη ενάγουσα, με το υπ’ αριθμ. ...29-9-2006 πρακτικό, εγκαταστάθηκε στη θέση της.

Ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο, με την υπ’ αριθμ. 8/2006 απόφασή του, έκρινε ως μη νόμιμη την κατάταξη 130 συμβασιούχων του νομού Κεφαλλονιάς, καθώς και άλλων 44 εργαζομένων του Δήμου ..., με την αιτιολογία ότι οι ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο, διότι εκδόθηκαν καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.

Ότι ο Δήμος ... κατέθεσε αίτηση ανάκλησης της ανωτέρω απόφασης, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 18/2006 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την ίδια πιο πάνω αιτιολογία. Δέχεται, στη συνέχεια, το Εφετείο ότι οι ανωτέρω αποφάσεις κοινοποιήθηκαν στο Δήμο ... για εφαρμογή, καθώς και στις υπηρεσίες Επιτρόπων όλης της χώρας και τελικά επικυρώθηκαν με την από 8-11-2006 / 22η Γενική Συνεδρίαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία αφορούσε μεν συμβασιούχους του Δήμου Χαλκίδας, είχε, όμως, εφαρμογή σε όλους τους Δήμους της χώρας, συμπαρασύροντας και τις ενάγουσες, οι οποίες, μολονότι παρείχαν εργασία στο εναγόμενο ΝΠΔΔ, δεν τους καταβάλλονταν αμοιβή γι’ αυτή.

Ότι, κατόπιν αυτού, η Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, με την υπ’ αριθμ. ...29-1-2009 απόφασή της, ανακάλεσε τις προηγούμενες αποφάσεις της περί κατάταξης των εναγουσών στις προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις που προεκτέθηκαν, καταργώντας με τον τρόπο αυτό κάθε εργασιακή σχέση μεταξύ των διαδίκων, επικαλούμενη ως λόγο ανάκλησης των αποφάσεων κατάταξής τους το γεγονός ότι αυτές εκδόθηκαν χωρίς την τήρηση της ειδικής και αποκλειστικής διαδικασίας των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004.

Ότι η απόφαση αυτή, που κοινοποιήθηκε στις ενάγουσες στις 2-2-2009, υπέχει στην πραγματικότητα θέση καταγγελίας των αναγνωρισθεισών, κατά τα ανωτέρω, συμβάσεων εργασίας τους ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και έγινε χωρίς να υπάρχει σπουδαίος λόγος. Ο επικαλούμενος δε από το εναγόμενο ως σπουδαίος λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον το τελευταίο, δια του αρμοδίου οργάνου του, προέβη στην έκδοση των αποφάσεων κατάταξης των εναγουσών, συμμορφούμενο προς το διατακτικό της υπ’ αριθμ. 771/2005 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλλονιάς, με την οποία αναγνωρίστηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι οι ενάγουσες συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και όχι αυθαίρετα.

Ότι οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν από το αρμόδιο και έχον δικαιοδοσία Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλλονιάς και είναι ισχυρές. Συνεχίζοντας το Εφετείο δέχεται ότι, ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη της δικαστικής κρίσης που εκφέρεται με τις αποφάσεις αυτές, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν είχε το δικαίωμα να κρίνει και να επικαλεστεί στις νεώτερες αυτές αποφάσεις του , παρά την έκδοση των επικαλούμενων από αυτό αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ότι ανακαλεί το διορισμό των εναγουσών, επειδή κατά το διορισμό τους δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του π.δ. 164/2004, εφόσον το ζήτημα αυτό είχε κριθεί τελεσίδικα με την προαναφερθείσα απόφαση, με την οποία αναγνωρίστηκαν ως αορίστου χρόνου οι μεταξύ των διαδίκων συναφθείσες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Ότι, κατά συνέπεια, η επίκληση ως λόγου ανάκλησης της πράξης κατάταξης των εναγουσών, η οποία (ανάκληση) συνιστούσε καταγγελία των συμβάσεων αυτών, της μη συνδρομής των προϋποθέσεων που θέτει το π.δ. 164/2004, δεν συνιστούσε σπουδαίο λόγο καταγγελίας, το δε εναγόμενο στην απόφαση ανάκλησης δεν επικαλείται κάποιον άλλο λόγο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 53 του π.δ. 410/1988.

Έτσι, οι ως άνω καταγγελίες των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των εναγουσών είναι άκυρες και δεν επέφεραν τα σκοπούμενα με αυτές αποτελέσματα, με επακόλουθο οι εν λόγω συμβάσεις να παραμένουν ενεργές. Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, ότι οι ενάγουσες, μετά την κατά τα ανωτέρω άκυρη απόλυσή τους, προσφέρθηκαν να συνεχίσουν την εργασία τους, πλην, όμως, το εναγόμενο αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και, συνεπώς, έχει καταστεί υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας των εναγουσών, με αποτέλεσμα να τους οφείλει μισθούς υπερημερίας, δηλαδή τους μισθούς που θα τους κατέβαλε αν κατά το χρονικό διάστημα της υπερημερίας τους συνέχιζε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους.

Ότι το εναγόμενο δεν αμφισβήτησε ειδικά το ύψος των αιτούμενων από τις ενάγουσες μισθών υπερημερίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με δήλωσή του στα πρακτικά ή με τις προτάσεις του, αλλά για πρώτη φορά αμφισβήτησε το ύψος αυτών με την προσθήκη στις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοδικείου και με το εφετήριο, χωρίς, όμως, αυτός (ισχυρισμός) να αποδεικνύεται, ότι, δηλαδή, το ύψος των μισθών αυτών δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη της έφεση του εναγομένου ΝΠΔΔ και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία έκρινε ότι είναι άκυρες οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών και υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και να τους καταβάλει για μισθούς υπερημερίας τα ποσά των 18.156 και 16.588 ευρώ αντίστοιχα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο τους παρακάτω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τους οποίους είχε παραδεκτά προβάλλει ενώπιόν του και οι οποίοι είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι:

α) Ότι δεν ερεύνησε τον ισχυρισμό του ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε μετά την παρέλευση της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν 3198/1955, β) Ότι η πράξη διορισμού των εναγουσών σε προσωποπαγείς θέσεις ήταν παράνομη και γι’ αυτό το λόγο ελεύθερα ανακλητή, αφού αυτή έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος και το άρθρο 21 του ν. 2190/1994 και η κατάταξή τους στις ανωτέρω θέσεις μπορούσε να γίνει μόνο μέσω ΑΣΕΠ και με την προβλεπόμενη στο π.δ. 164/2004 διαδικασία, ενώ οι αποφάσεις, που έκριναν ότι οι συμβάσεις εργασίας τους είναι συμβάσεις αορίστου χρόνου, είναι ανίσχυρες, εκδόθηκαν καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και δεν παράγεται από αυτές δεδικασμένο και κατ’ επέκταση έννομα αποτελέσματα και γ) Ότι η ανάκληση των πράξεων κατάταξης των εναγουσών σε προσωποπαγείς θέσεις, αν ήθελε θεωρηθεί ως καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, έγινε για σπουδαίο λόγο δημοσίου συμφέροντος και δεν είχε παρέλθει ο εύλογος χρόνος.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ως προς το σκέλη α’ και γ’ αυτού, είναι αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ερευνήθηκαν από το Εφετείο και απορρίφθηκαν ρητά ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Ως προς το σκέλος β’ , δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι οι επικαλούμενοι για τη θεμελίωση αυτού ισχυρισμοί είναι μη νόμιμοι και δεν θεωρούνται για το λόγο αυτό ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλλονιάς είχε δικαιοδοσία προς εκδίκαση της από 23-3-2005 αγωγής των αναιρεσιβλήτων, αφού η αμφισβήτηση πράξεων κατάταξης ή ανακλητικών πράξεων κατάταξης σε οργανική ή προσωποπαγή θέση στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στα ΝΠΔΔ, εφόσον έχει ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, έχει το χαρακτήρα διαφοράς ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση των οποίων αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια και, τέλος, σε περίπτωση συνδρομής δεδικασμένου, που παράγεται και από μη ορθή, άδικη ή παράνομη απόφαση (ΟλΑΠ 7/2011), δεν δεσμεύονται μόνο οι διάδικοι, αλλά και το Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο πρέπει να συμμορφωθεί προς το περιεχόμενο της τελεσίδικης απόφασης και δεν δικαιούται να προβεί σε έλεγχο της νομιμότητας ή μη της διαγνωσθείσας με την απόφαση έννομης συνέπειας (Ολ ΕΣ 17-2/2010, ΑΠ 1345/2014).

Κατ’ ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-10-2014 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ‘ ‘ Οργανισμός Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Παιδείας ΟΚΑΠ’ ‘ για την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 306/2014 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ