Legislator Case Law & Legislation
743/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to death of appellant before oral hearing concludes, halting proceedings.

Case Number 743/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal because the appellant died before the oral hearing concluded, triggering an automatic suspension of the trial. The lower court had found the appellant liable for a traffic accident caused by negligence and failure to yield at a turn. Since the appellant passed away prior to the final oral arguments, the legal proceedings were halted, and the appeal was rejected without further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286(a), 287, and 290 of the Code of Civil Procedure; Upon the death of a party before the conclusion of the oral hearing, the trial is suspended and the appeal is dismissed.

Keywords

AI generated
death of party suspension of trial termination of proceedings supreme court appeal code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 286(a) of the Code of Civil Procedure
Article 287 of the Code of Civil Procedure
Article 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 743 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 743/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Α. του Ι., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Φλώρας Τριανταφύλλου,και κατέθεσε προτάσεις. 2. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Α.-AIG GREECE" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενης,η οποία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Φλώρας Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο δήλωσε στο Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων Μ. Α. απεβίωσε την 26-7-2009, όπως προκύπτει από την ληξιαρχική πράξη του ληξιάρχου Παλαιοκαστριτών Κέρκυρας και συνεχίζουν την συζήτηση της υπόθεσης οι νόμιμοι κληρονόμοι του: α) Δ. χήρα Μ. Α., β) Ι. Α. του Μ., γ) Σ.-Ι. Α. του Μ., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ανδρέα Τσώκου και κατέθεσαν προτάσεις. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων δήλωσε επίσης ότι παραιτείται από το δικόγραφο ως προς τον 2ο των αναιρεσιβλήτων.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 315/13-11-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την 219/1-8-2002 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 308/2003 προδικαστική και 274/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 207/2008 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-1-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 9-11-2009 έκθεσή της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Γεωργίας Λαλούση, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του 1ου και 3ου αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 286 περ. α' 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 573 παρ. 1ΚΠολΔ, αν αποβιώσει κάποιος διάδικος εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση η δίκη διακόπτεται, η διακοπή δε επέρχεται, εκτός των λοιπών περιπτώσεων, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο και απ' αυτόν που κατά τη στιγμή που επήλθε ο λόγος της διακοπής ήταν πληρεξούσιος του διαδίκου, και τέλος η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ. αρ. 12/14-1-2011 και τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αρχικά αναιρεσείοντος Μ. Α. του Ι., Ανδρέας Τσώκος και δήλωσε ότι στις 26-7-2009 απεβίωσε ο εν λόγω εντολέας του, που κληρονομήθηκε από τους 1) Δ.

χήρα Μ. Α., σύζυγο αυτού, 2) Ι. Α. του Μ., τέκνο του και 3) Σ. Ι. Α. του Μ., θυγατέρα του, ως μόνου πλησιέστερου συγγενείς του, και δήλωσε ότι συνεχίζουν οι τελευταίοι την αναιρετική δίκη, υπεισερχόμενοι στη θέση εκείνου ως αναιρεσείοντες στην από 20-1-2009 αίτηση του για αναίρεση της υπ' αριθμ. 207/2008 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.

Περαιτέρω, από τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν τα προαναφερόμενα τρία (3) πρόσωπα δια του άνω πληρεξουσίου τους δικηγόρου(υπ' 54/26-7-2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Μ. Α. του Ι. που έχει συντάξει ο ληξίαρχος του δήμου Παρελίων Κέρκυρας της υπ' αρ. 2766/30-7-2009 του δήμου Παλαιοκαστριτών Κέρκυρας) προκύπτει ότι ο αρχικά αναιρεσείων Μ.

Α. του Ι. απεβίωσε στις 26-7-2009, ήτοι μετά την άσκηση της κρινόμενης από 20-1-2009 αίτησης αναίρεσης- ότι κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την προαναφερόμενη σύζυγο του και τα προμνημονευόμενα δυο τέκνα τους και ότι οι ανωτέρω κληρονόμοι του συνεχίζουν την προκείμενη αναιρετική δίκη ως υπεισερχόμενοι στη θέση αυτού.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η τοιαύτη δήλωση των κληρονόμων του αρχικού αναιρεσείοντος Μ. Α. και να προχωρήσει η διαδικασία με την υπεισέλευση των 1) Δ. χήρας Μ. Α., 2) Ι. Μ. Α. και 3) Σ.- Ι. Μ. Α. στη θέση του αποβιώσαντος Μ. Α. του Ι..

Από το συνδυασμό των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297, 298 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης με δήλωση του που καταχωρίζεται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου, πριν προχωρήσει στην προφορική συζήτηση αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση οι ως άνω αναιρεσείοντες (Δ. χήρα Μ. Α., Ι. Α. του Μ. και Σ.- Ι. Α. του Μ.) παριστάμενοι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Τσώκο δυνάμει του υπ' αριθμ. .../27-1-2012 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Κέρκυρας Αικατερίνης Βοντετσιανή του Σπυρίδωνος κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δημόσια συνεδρίαση του και κατά τη συζήτηση της από 20-1-2009 αίτησης του Μ. Α. του Ι., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν ως κληρονόμοι του οι ως άνω αναφερόμενοι, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 207/2008 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, δήλωσε ότι παραιτούνται οι αναιρεσείοντες του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως του ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με τη επωνυμία "ΕΛΛΑΣ ΑΕΑ-AIG GREECE", η δήλωσή τους δε αυτή καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου. Συνακόλουθα πρέπει να θεωρηθεί πως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την ως άνω συζήτηση αυτής.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 160/2007, ΑΠ 157/2007, ΑΠ 41/2007, ΑΠ 528/2006).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 1379/2004).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 19-9-2001 και περί ώρα 22.30' βραδυνή, υπό κανονικές καιρικές συνθήκες ο Α. Κ., οδηγούσε το με αρ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες και σωματικές βλάβες στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική ΑΕΓΑ ΑΕ", επί της διπλής με ένα για κάθε κατεύθυνση ρεύμα πορείας επαρχιακής οδού Ριγγίνι-Σιδαρίου Κέρκυρας με προορισμό το Σιδάρι. Στον ίδιο τόπο και χρόνο ο Μ.

Α. οδηγούσε το με αρ. κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του (ΤΑΧΙ) ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες και σωματικές βλάβες στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Ελλάς ΑΕ", στο αντίθετο με τον προαναφερόμενο ρεύμα πορείας και με προορισμό το Ρεγγίνι. Όταν τα δύο οχήματα στο 2° χιλιόμετρο της οδού πλησίαζαν μεταξύ τους και προ αριστερής για τον Μ.

Α. στροφής πλάτους οδοστρώματος 6,5 μέτρων, χωρίς διαγράμμιση, (προηγείτο για τον ίδιο ευθεία 500 περίπου μέτρων) ο τελευταίος από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει ως οδηγός δημοσίας, όπως, προειπώθηκε, χρήσεως αυτοκινήτου, αφού είχε ήδη πριν εισέλθει στην στροφή καταλάβει τμήμα του αντίθετου ρεύματος πορείας στη συνέχεια χωρίς να ρυθμίσει, ούτε να μειώσει ενόψει της εισόδου του σ' αυτήν, υπό συνθήκες μάλιστα σκότους, την ταχύτητα του, ήτοι κατά προφανή παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ, 1, 3 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, εισήλθε στην στροφή προ δε της ξαφνικής και σε απόσταση 5-6 μέτρων, όπως ο ίδιος ομολογεί στην αγωγή του, θέας του αντιθέτου και κανονικά κινούμενου στο ρεύμα πορείας του Α.

Κ., επεχείρησε μεν τροχοπεδώντας να ακινητοποιήσει το όχημα του (βλ στο προσκομιζόμενο σχεδιάγραμμα της τροχαίας ίχνη φρεναρίσματος μήκους 3,5 μέτρων με ευθεία διαγώνια κατεύθυνση στο αντίθετο ρεύμα πορείας), όμως χωρίς αποτέλεσμα αφού τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν πλαγιομετωπικά στα εμπρόσθια και αριστερά για το καθένα τμήματα τους, στη συνέχεια δε από τη σφοδρή σύγκρουση το μεν όχημα Κ.

κατέληξε έξω και σε κάθετη θέση από το οδόστρωμα πορείας του, αυτό δε του Α. σε διαγώνια θέση και κατά τα 2/3 περίπου στο αντίθετο ρεύμα πορείας στο οποίο σύμφωνα με το προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα επισυνέβη η σύγκρουση. Ο Μ. Α. στην αγωγή του σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος ισχυρίζεται ότι ο Α. Κ. οδηγώντας με υπερβολική ταχύτητα και υπό την επήρεια αλκοόλ ήδη πριν αυτός εισέλθει στη στροφή στο αντίθετο ρεύμα πορείας και ότι ο ίδιος προ της ξαφνικής και σε απόσταση 5-6 μέτρων θέας του, προκειμένου να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση επεχείρησε τροχοπεδώντας να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα ήτοι αυτό του Α.

Κ. στη συνέχεια ότι ο τελευταίος αντί να παραμείνει στο δεξιό ρεύμα πορείας, στο δικό του δηλαδή, επεχείρησε με ελιγμό και επανέλθει στο προοριζόμενο για τον ίδιο ρεύμα πορείας πλην όμως φοβούμενος ότι θα βγει έξω από το οδόστρωμα ξαναεπανήλθε αριστερά και προσέκρουσε με το όχημα του. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός ουδόλως κρίνεται βάσιμος και τούτο δοθέντος ότι αφού ο ίδιος (Α.) ομολογεί στην αγωγή του ότι εισερχόμενος στην στροφή είδε το αντίθετο όχημα σε απόσταση 5-6 μέτρων επί