Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding improperly admitted evidence and lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible and unfounded. The appellant argued that the lower court erred in admitting a specific declaration and failed to provide a legal basis for its judgment. The court held that the declaration was intentionally made for use in this specific civil trial, rendering it inadmissible evidence, and that the lower court's factual findings were legally sound and uncontrollable by the appellate body.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8(1) of Law 1599/1986 and 339 of the Code of Civil Procedure; A declaration or third-party certification intentionally made to serve as evidence in a civil trial constitutes inadmissible evidence and cannot be considered for judicial reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 743 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 743/20121
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. εν διαστάσει συζ. Δ. Κ., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρύσανθο Κετίκογλου.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Ιουνίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7911/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1928/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 28 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της και το από 8 Φεβρουαρίου 2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αιτήσεως και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 του Ν. 1599/1986 "Σχέσεις κράτους-πολίτη κλπ" και 339 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η υπεύθυνη δήλωση ή βεβαίωση τρίτου (μαρτυρία τρίτου), η οποία δεν δόθηκε κατά τον υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο, εφόσον έγινε επίτηδες για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη, αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Ολομ.ΑΠ 8/1987, ΑΠ 370/2004). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση έγινε επίτηδες, για να χρησιμοποιηθεί σε συγκεκριμένη πολιτική δίκη, είναι ανέλεγκτη (ΑΠ 109/2004). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 σε συνδ. με 8 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, την από 14-6-2006 υπεύθυνη δήλωση του Ι. Δ., κρίνασα ότι αυτή έγινε επίτηδες, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί στη συγκεκριμένη πολιτική δίκη, είναι απαράδεκτος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος αφαίρεσε κατά την αποχώρησή του από τη συζυγική οικία και μάλιστα μετά την 17-11-2005, τα αναφερόμενα στην αγωγή κινητά πράγματα, αφού ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Περαιτέρω δέχεται ότι το χρυσό ρολόι ΩΜΕΓΑ δώρισε στον εναγόμενο ο πατέρας της ενάγουσας την ημέρα τελέσεως του θρησκευτικού γάμου των διαδίκων, καθώς και τις πενήντα χρυσές λίρες Αγγλίας, παλιάς κοπής, ως οικονομική ενίσχυση, για τον εξοπλισμό του ιατρείου του επί της οδού ...αρ. 63, όπως αναφέρει και η ίδια στην από 16-3-2006 αγωγή της.
Ως προς τα λοιπά αντικείμενα δέχεται ότι ήταν αδύνατον να τα αφαιρέσει ο εναγόμενος, διότι η ενάγουσα άλλαξε τον κωδικό του συναγερμού, καθιστώντας έτσι αδύνατη την είσοδο του εναγόμενου στην οικία. Η ενάγουσα, στην από 6-7-2006 μήνυσή της κατά του εναγόμενου δεν κάνει μνεία για τις συναλλαγματικές και τα λοιπά αντικείμενα που διαλαμβάνονται στην αγωγή, ενώ η ίδια διαλαμβάνει στις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι οκτώ από τις δέκα τέσσερες συναλλαγματικές ανευρέθηκαν σε ερμάριο, στην οικία των γονέων της.
Περαιτέρω έκρινε ότι ο εναγόμενος κατείχε τέσσερες από τις συναλλαγματικές από χρόνο προγενέστερο της 17-11-2005, τις οποίες προσκόμισε στο δικαστήριο, προκειμένου να υποστηρίξει αίτησή του κατά τις ενάγουσας περί παροχήν ασφάλειας και ότι δεν αποδείχθηκε ότι απέβαλε αυτή από τη νομή της επ' αυτών. Ακολούθως απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς τα περιστατικά που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, κατά το υπό στοιχείο α' μέρος του, όπως συμπληρώθηκε με το δικόγραφο των προσθέτων, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο, υπό την επίφαση της άνω παραβιάσεως, εκ του άρθρου559 αρ. 19 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 2061/2007).
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το υπό στοιχείο β' μέρος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη διότι απέρριψε το αίτημα περί αναβολής της συζητήσεως της εφέσεως, είναι απαράδεκτος, διότι επί του αιτήματος αυτού αποφασίζει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθούν η αίτηση και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2009 αίτηση και το από 8-2-2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων της Σ. συζ. Δ. Κ., το γένος Α. Π., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 1928/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ