Supreme Court dismisses appeal on employment contract duration and type based on factual dependency and lack of fixed term.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Agricultural Bank of Greece's appeal against a lower court ruling that reclassified employment contracts as indefinite-term dependent labor agreements. The bank argued for fixed-term contracts, but the court found the employees provided continuous services to a specific technical department, creating a de facto indefinite relationship. The court held that the nature of the work and the employer's control over the employees' time and place established the legal requirements for dependent and indefinite-term employment under Greek law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq. and 6 of the Civil Code; Articles 1 and 8 of Law 2112/1920; Articles 648 and 669 of the Civil Code; Article 11 of Presidential Decree 164/2004; Article 11 of Presidential Decree 180/2004: An employment contract is deemed dependent and of indefinite duration when the worker is subject to legal and personal subordination and the duration is not clearly defined by the parties or the nature of the work, regardless of the specific statutory basis invoked in the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 743 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 743/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ......, 2) Ψ2, κατοίκου ......, 3) Ψ3, κατοίκου ...... και 4) Ψ4, κατοίκου ......, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Κούρεντα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 1-7-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1991/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7850/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-3-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 20-1-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 του Ν. 765|1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ. Ν.ΑΚ), συνάγεται ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες και ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας του και να ασκεί έλεγχο, για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου με αυτές. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκειά της δεν καθορίζεται και δεν συνάγεται ούτε από το είδος ούτε από τον σκοπό της ούτε έχει συμφωνηθεί από τους συμβαλλομένους.
Αντίθετα, ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας υπάρχει, όταν η διάρκειά της είναι σαφώς ορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του Ν. 2112|1920, οι οποίες ορίζουν ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα, προς καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου αυτού, περί καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, συνάγεται ότι ο καθορισμός της συμβάσεως εργασίας, ως ορισμένου χρόνου είναι δικαιολογημένος, όταν όχι μόνο από τη σύμβαση, αλλά και από το είδος και τον σκοπό της εργασίας, έχει αυτή τον χαρακτήρα συμβάσεως ορισμένου χρόνου, όταν δηλαδή οι ιδιαίτερες συνθήκες απασχόλησης του μισθωτού και λειτουργίας της επιχειρήσεως επιβάλλουν τον χαρακτηρισμό αυτό.
Διαφορετικά, η σύμβαση, έστω και αν χαρακτηρίζεται από τα μέρη, ως "ορισμένου χρόνου", φέρει "εν τοις πράγμασι" τον χαρακτήρα αορίστου χρόνου. Ο χαρακτηρισμός, εξάλλου, μια συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως ορισμένου η αορίστου ανήκει στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, το οποίο θα κρίνει σχετικά, με βάση τα περιστατικά, τα οποία θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία.
Περαιτέρω, με την μεταβατικού χαρακτήρα, διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ.164|2004, με το οποίο (Διάταγμα) έγινε η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, "όσον αφορά στο προσωπικό του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999|70ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα" προβλέπονται (μεταξύ άλλων) τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του παρόντος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος (19-7-2004) του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις, πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α' να έχει διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου Φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης, αντίστοιχης με την αναγραφομένη στην αρχική σύμβαση. Περαιτέρω, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις, ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Η προϋπόθεση του εδαφίου α' του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει, κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης. Η πρόβλεψη, εξάλλου, ότι μεσολαβεί για την αναγνώριση της σχέσης ως αόριστου χρόνου διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του υπαγορευόμενου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στη σχετική σύμβαση ή σχέση το χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου.
Στις ρυθμίσεις αυτές, εξάλλου, υπάγονται και εργαζόμενοι με συμβάσεις "ορισμένου χρόνου" σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δημοσίου χαρακτήρα, που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του Π.Δ. 164|2004 και 51 παρ. 1γ του Ν. 1892|1990 (για επαναοριοθέτηση του δημοσίου τομέα).
Σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ' του Π.Δ. 164|2004, ως "δημόσιος τομέας" χαρακτηρίζεται αυτός, που οριοθετείται "από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892|1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών, που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του Π.Δ.81|2003".
Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 8Α του ΠΔ 81|2003 "περί προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99|70|ΕΚ του Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο, για την εργασία ορισμένου χρόνου", στις διαδοχικές συμβάσεις, που είναι ενεργές κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς, που ανήκουν ή ανήκαν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 Ν. 1892|1990 ή από άλλες διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν και οι οποίοι, κατά την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164|20044 ήσαν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ. (164|2004).
Η Αγροτική Τράπεζα, εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 51 Ν. 1892|1990, Ν. 4332|1929, περί συστάσεως της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και άρθρο 26 Ν. 1914|1990, περιλαμβανόταν εξ ολοκλήρου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από τον οποίο, όμως, εξαιρέθηκε, κατά ένα μέρος, σύμφωνα με το ΠΔ 307|1996, το οποίο εκδόθηκε με βάση τα άρθρα 30 Ν. 1914|1990 και 22 Ν. 1947|1991.
Ειδικότερα, με το ΠΔ 307|1996, ορίσθηκε ότι " η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. εξαιρείται από τις διατάξεις που αφορούν τον δημόσιο τομέα, όπως αυτός επαναοριοθετήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 51 Ν. 1892|1990 και συμπληρώθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 4 Ν. 1943|1991, πλην των αναφερομένων στις προσλήψεις προσωπικού".
Συνεπώς, καθόσον αφορά τα σχετικά με τις προσλήψεις του προσωπικού, εν γένει, της Αγροτικής Τράπεζας, αυτή εξακολουθεί να ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα(Α.Π. 415|2008, ΣτΕ 2346|2008). Σημειώνεται, τέλος, ότι, για τις εταιρείες και επιχειρήσεις, γενικότερα, που δεν ανήκουν στον δημόσιο τομέα, εφαρμογή έχουν, καθόσον αφορά το είδος και τη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας, οι διατάξεις του Π.Δ. 81|2003, για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99|70|ΕΚ, σχετικά με τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (σε συνδυασμό και με αυτές του Α.Κ.
και των ειδικών νόμων, που διέπουν τη σύμβαση εργασίας, κατά το μέρος που περιέχουν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους), στην οποία και ειδικότερα στο άρθρο 5 παρ. 3 αυτής ορίζονται (μεταξύ αλλων), ότι " σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα δύο (2) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την ανέλέγκτη των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Κατά την διάρκεια των ετών 1997-2004, η Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της εναγομένης απασχόλησε εξωτερικούς συνεργάτες μεταξύ των οποίων και τους ενάγοντες) για την κάλυψη διαφόρων αναγκών της, λόγω έλλειψης επαρκούς μόνιμου προσωπικού.
Η πρόσληψη και απασχόληση των εναγόντων έγινε με σχετικές αποφάσεις της εν λόγω Διεύθυνσης κατόπιν εγκρίσεως τους από τη Διοίκηση της εναγομένης και έλαβε τη μορφή "σύμβασης ανάθεσης εργασιών παροχής υπηρεσιών", τρίμηνης διάρκειας, για τον καθένα, δηλαδή τη μορφή συμβάσεως έργου, έναντι συμφωνηθείσης κατ' αποκοπήν αμοιβής.
Οι συμβάσεις αυτές μετά τη λήξη τους ανανεώνονταν κάθε φορά, κατόπιν αντιστοίχων αποφάσεων της ανωτέρω Διεύθυνσης, με νέες τρίμηνες συμβάσεις, την κατάρτιση και την χρονική διάρκεια των οποίων δεν αμφισβητεί η εναγομένη. Ειδικότερα η πρώτη των εναγόντων Ψ1, χειρίστρια Η/Υ, προσελήφθη στην εναγομένη το Νοέμβριο του 1997 και απασχολήθηκε με διαδοχικές τρίμηνες συμβάσεις έως 30-6-2004, οπότε η εναγομένη δήλωσε στην τελευταία ότι δεν προτίθεται να ανανεώσει τη σύμβαση της.
Η απασχόληση της συνίστατο στη δακτυλογράφηση μέσω Η/Υ, εγγράφων του Γραφείου Διαδικασιών της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της εναγομένης, ήτοι δακτυλογράφηση τευχών δημοπράτησης έργων, πινάκων στατιστικών στοιχείων, αλληλογραφίας κλπ. Ο δεύτερος των εναγόντων Ψ2, τοπογράφος μηχανικός Τ.Ε.Ι, προσελήφθη τον Οκτώβριο του 2000, στο τμήμα Μελετών Έργων της εναγομένης για να προσφέρει υπηρεσίες τόσο γραμματειακής υποστήριξης, όσο και της ειδικότητας του και απασχολήθηκε στο τμήμα αυτό, με διαδοχικές τρίμηνες συμβάσεις, μέχρι 30-6-2004.
οπότε η εναγομένη του δήλωσε ότι δεν προτίθεται να ανανεώσει τη σύμβαση του. Η απασχόληση του συνίστατο, ειδικότερα, στην ενημέρωση του αρχείου εκτιμήσεων ακινήτων ιδιοκτησίας της εναγομένης, την εξεύρεση αντικειμενικών αξιών ακινήτων που αφορούσαν τη χορήγηση στεγαστικών δανείων, τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας και τη δακτυλογράφηση εγγράφων του τμήματος αυτού.
Η τρίτη των εναγόντων Ψ3, τοπογράφος μηχανικός ΤΕΙ, προσελήφθη τον Οκτώβριο του 2001 στο Τοπογραφικό Γραφείο της ανωτέρω Διεύθυνσης της εναγομένης και απασχολήθηκε στο γραφείο αυτό με τρίμηνες διαδοχικές συμβάσεις μέχρι 30-6-2004,οπότε η εναγομένη της δήλωσε ότι δεν προτίθεται να ανανεώσει τη σύμβαση της.
Το αντικείμενο της εργασίας ήταν η τακτοποίηση του Κτηματολογίου της τεχνικής υποστήριξης, για τη συμπλήρωση - ενημέρωση των φακέλων των υπηρεσιακών μονάδων (καταστημάτων-θυρίδων)της Τράπεζας, αλλά και των περιουσιακών στοιχείων που προέρχονται από πλειστηριασμούς στην ιδιοκτησία της εναγομένης και τη μηχανογραφική σχεδίαση τους.
Τέλος, η τέταρτη των εναγόντων, Ψ4, σχεδιάστρια μέσω Η/Υ, προσελήφθη το Μάϊο του 2001 στο τμήμα Αρχιτεκτονικών Μελετών της ανωτέρω Διεύθυνσης της εναγομένης και απασχολήθηκε στο τμήμα αυτό, μέχρι 30-6-2004 }οπότε η εναγομένη δήλωσε ότι δεν προτίθεται να ανανεώσει τη σύμβαση της. Η απασχόληση της συνίστατο στο σχεδιασμό μέσω Η/Υ διαφόρων σχεδίων μελετών εφαρμογής και αρχιτεκτονικών μελετών διαμορφώσεως και ανακαινίσεως καταστημάτων της εναγομένης.
Οι ενάγοντες προσέφεραν καθημερινά τις υπηρεσίες τους στα γραφεία της προαναφερόμενης Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της εναγομένης, στην ......, με ωράριο από Δευτέρα έως και Παρασκευή, από ώρα 7.45 έως 15.15 και παρείχαν την εργασία τους υπό τις οδηγίες και την εποπτεία των προϊσταμένων τους. Αυτοί κάλυπταν με τις προαναφερθείσες υπηρεσίες τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες της παραγωγικής λειτουργίας της ανωτέρω Διεύθυνσης, η οποία συνίσταται στην εκπόνηση μελετών για την κατασκευή, διαμόρφωση, ανακαίνιση κτιρίων - καταστημάτων της εναγομένης, την οργάνωση δημοπρασιών για την ανάθεση κατασκευής των ανωτέρω έργων, την τήρηση αρχείου εκτιμήσεως ακινήτων ιδιοκτησίας της εναγομένης και κτηματολογίου ακινήτων και περιουσιακών στοιχείων αυτής.
Οι ανάγκες αυτές που κάλυπταν με τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες θα υφίστανται όσο θα υφίσταται, η συγκεκριμένη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της εναγομένης, κατά τη φυσική δε πορεία των πραγμάτων, εάν δεν μεσολαβούσε, η άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών τους στις 30-6-2004, θα συνέχιζαν να απασχολούνται με τα ίδια καθήκοντα, όπως απασχολούνται στην ανωτέρω Διεύθυνση και οι υπόλοιποι μόνιμοι συνάδελφοι τους".
Με βάση τις παραδοχές, αυτές, το Εφετείο έκρινε, στη συνέχεια, ότι οι επίδικες εργασιακές συμβάσεις έφεραν τον χαρακτήρα αφενός μεν συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και αφετέρου ότι οι συμβάσεις αυτές κατέστησαν αορίστου χρόνου, με τις εντεύθεν νομικές συνέπειες, απορρίπτοντας έτσι την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή.
Έτσι, όπως έκρινε το δικαστήριο, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε (άρθ. 578 Κ.Πολ.Δ.) εφαρμόζοντας και τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου μεταξύ των οποίων και αυτές του άρθρου 11 Π.Δ.164|2004 και του ΠΔ 180|2004, οι οποίες ίσχυαν, κατά τον χρόνο, που εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (26-9-2005), στο πραγματικό των οποίων, σε κάθε περίπτωση, εμπίπτουν και οι εν λόγω συμβάσεις μολονότι η ένδικη αγωγή ως αιτηθείσα προ του χρόνου εκδόσεως του ΠΔ 164/2004 δεν περιείχε μεν βάση ερειδόμενη στις διατάξεις του διατάγματος αυτού, αλλά στηριζόταν σε άλλες μη νόμιμες βάσεις, όμως περιείχε με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του παραπάνω διατάγματος.
Κατά συνέπεια ο πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Επειδή, απορριπτέος είναι και ο τρίτος, εκ του άρθρου δε 559 περ. 4 Κ.Πολ.Δικ., λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, για την εκδίκαση της παρούσας διαφοράς, καθόσον πρόκειται για ιδιωτική διαφορά, αφού αναφύεται από σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση της οποίας έχουν δικαιοδοσία, σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ. 2 του Συντάγματος, 1 και 16 περ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια.
Επειδή, μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-3-2007 αίτηση της "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7850|2006 και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, εκ χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ