Legislator Case Law & Legislation
743/2007 AI generated

Supreme Court overturns appeal court ruling on res judicata, remands case and orders partial restitution.

Case Number 743/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the Athens Court of Appeal's decision, ruling that the principle of res judicata did not apply to the new claim due to a change in the legal regime regarding the relevant period. The appellant argued that the lower court erred by applying old regulations to a period where new laws had taken effect, while the respondent contended the previous judgment was binding. The court held that the change in legal status invalidated the prior binding effect, necessitating a remand for retrial and ordering the respondent to refund the amount already paid by the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata does not bind a subsequent judgment if the legal regime governing the relationship has changed or if the factual basis has altered, thereby destroying the identity of the legal cause.

Keywords

AI generated
res judicata change of legal regime remand for retrial partial restitution civil procedure code binding effect legal cause identity

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324 and 331 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraphs 1 and 16 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 579, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 19/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 743 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 743/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1849/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 7128/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 16-3-2001 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Εκδόθηκε η 593/2002 απόφαση, η οποία αναίρεσε την 7128/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους Δικαστές.

Εκδόθηκε η 2743/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-10-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 24-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τις εκ του άρθρου αριθ. 1 και 16 ΚπολΔ απορρέουσες αιτιάσεις τους και να απορριφθούν ως προς την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ απορρέουσα αιτίασή τους. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.

Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή ή έχουν μεταβληθεί τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται το δικαίωμα, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα της νομικής ή ιστορικής αιτίας (Ολ ΑΠ 19/2005).

Εξάλλου, με την από 17-4-1995 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του ΟΤΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1876/1990 και των άρθρων δεύτερου παρ. 6β΄ του ν. 2167/1993 και δεύτερου παρ. 2α΄ του ν. 2257/1994, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την από 28-3-1997 ΕΣΣΕ, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ (ΓΚΠ-ΟΤΕ) για την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων σε υπηρεσιακές λειτουργίες και ορίστηκε ειδικότερα ότι η πλήρωση των θέσεων προϊσταμένων υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης διαμερίσματος ή συγκροτήματος και άνω πραγματοποιείται:

α) με προκήρυξη των οικείων θέσεων, β) με βάση τα εκεί αναφερόμενα κριτήρια, βαθμολογούμενα με συντελεστές βαρύτητας που προσδιορίζονται κατά περίπτωση και γ) με υποβολή μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 15 ημερών σχετικής αιτήσεως μετά βιογραφικού σημειώματος από μέρους των ενδιαφερομένων υπαλλήλων. Στην ανωτέρω ΕΣΣΕ προβλέπεται επίσης ότι η αξιολόγηση του προσωπικού γίνεται από επιτροπή που ορίζεται κάθε φορά από τον διευθύνοντα σύμβουλο, μετά από εξουσιοδότηση του Δ.Σ., ότι η σειρά κατάταξης των επιλεγομένων από την επιτροπή είναι υποχρεωτική για τον Οργανισμό και τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο και η τοποθέτηση στη θέση ευθύνης του προσωπικού που επιλέχθηκε, γίνεται με απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου και ότι σε περίπτωση μη υποβολής αίτησης συμμετοχής στην προκήρυξη της θέσης ή μη επιλογής σ' αυτή, ο διευθύνων σύμβουλος ή το αρμόδιο συμβούλιο αποφασίζει, κατά περίπτωση, για την πλήρωση των κενών θέσεων το δε προσωπικό με βαθμό διευθυντή και υποδιευθυντή τοποθετείται ως στέλεχος σε υπηρεσιακή λειτουργία στάθμης διεύθυνσης.

Περαιτέρω, με την από 16-5 -1995 ΕΣΣΕ, που καταρτίστηκε επίσης σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, μεταξύ του ΟΤΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι από 1-6-1995 καταργούνται οι εκεί αναφερόμενες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου ΟΤΕ και ο όρος 25 της από 7-3-1990 ΕΣΣΕ, που πρόβλεπαν την καταβολή επιδόματος ευθύνης θέσεως στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών στάθμης τομέα και άνω και τον χαρακτηρισμό του ως οικειοθελούς παροχής, που δεν αποτελεί μέρος των τακτικών αποδοχών.

Τέλος, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΤΕ, κατά τη συνεδρίαση του της 2-9-1997, χορηγήθηκε, από 1-8-1997, στο προσωπικό με βαθμό διευθυντή και υποδιευθυντή και με - κατεχόμενη τουλάχιστον για ένα έτος- θέση προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως και άνω, επίδομα ανώτατου προσωπικού (ποσού 75.000 δραχμών μηνιαίως).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Με την 3261/1997 απόφασή του, που εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, αναγνωρίστηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος είχε προσληφθεί από την εναγομένη την 15-7-1966 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εντάχθηκε στον κλάδο Διοικητικού- Εκμεταλλεύσεως, έπρεπε να είχε προαχθεί στο βαθμό του υποδιευθυντή από 1-1-1992, λόγω καταφανούς υπεροχής του έναντι των προαχθέντων συναδέλφων του και ότι η παράλειψη προαγωγής του ήταν παράνομη και υπαίτια.

Με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι, αν ο ενάγων προαγόταν, θα ασκούσε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως και ότι, από τη σε βάρος του αδικοπραξία και τη συνακόλουθη μη ανάθεση σ' αυτόν καθηκόντων ανάλογων του βαθμού του, στερήθηκε, κατά το διάστημα από 1-1-1992 έως 31-5-1995, το επίδομα ευθύνης θέσης υποδιευθυντή.

Από την απόφαση αυτή παρήχθη καταρχήν δεδικασμένο για την ένδικη υπόθεση ως προς το ζήτημα ότι, αν ο ενάγων είχε προαχθεί στον βαθμό του υποδιευθυντή από 1-1-1992, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως και κατά το επίδικο διάστημα (1-6-1995 έως 1-9-1997) και θα λάμβανε το προαναφερόμενο επίδομα ανώτατου προσωπικού.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται το συνολικό ποσό των 2.120.000 δραχμών (ήδη 6.221,57 ευρώ) ως αποθετική ζημία για τη στέρηση του επιδόματος ανώτατου προσωπικού (με συνυπολογισμό των επιδομάτων εορτών και άδειας) κατά το παραπάνω διάστημα. Όμως, με την προαναφερόμενη από 28-3-1997 ΕΣΣΕ (που τροποποίησε την από 17-4-1995 όμοια), μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς που ίσχυε μέχρι τότε για την επιλογή και τοποθέτηση των προϊσταμένων σε υπηρεσιακές λειτουργίες και ορίστηκε ειδικότερα ότι η πλήρωση των θέσεων προϊσταμένων υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης διαμερίσματος ή συγκροτήματος και άνω πραγματοποιείται κατά τη διαδικασία που προεκτέθηκε.

Ενόψει της μεταβολής αυτής, το δεδικασμένο που πηγάζει από την παραπάνω 3261/1997 τελεσίδικη απόφαση καλύπτει μόνο την προδικαστική έννομη σχέση της αδικοπραξίας, δηλαδή την εκ μέρους της αναιρεσείουσας παράνομη και υπαίτια εμμονή της να μη αναθέσει στον αναιρεσίβλητο καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως για το διάστημα από 1-1-1992 έως 31-5-1995, όχι δε και το επιχειρούμενο να αντληθεί από αυτή δικαίωμα προς αποκατάσταση αποθετικής ζημίας του αναιρεσιβλήτου, με την απόληψη του επιδόματος ανώτατου προσωπικού για το διάστημα από 1-6-1995 έως 1-9-1997.

Με την μεταβολή αυτή, άρα, έπαυσε να υπάρχει δέσμευση από το δεδικασμένο της προμνημονευόμενης αποφάσεως και για το προδικαστικό ζήτημα της παραλείψεως της αναιρεσείουσας να τοποθετήσει τον αναιρεσίβλητο σε θέση προϊσταμένου υποδιευθύνσεως κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1995 έως 1-9-1997, για το οποίο η ως άνω παράλειψη έπρεπε να εξεταστεί στα πλαίσια των ρυθμίσεων της πιο πάνω από 17-4-1995 ΕΣΣΕ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την από 28-3-1997 όμοια.

Έτσι από το παραπάνω δεδικασμένο δεν δημιουργείται δέσμευση και για την ύπαρξη του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να λάβει κατά το επίδικο διάστημα επίδομα ανώτατου προσωπικού, το οποίο άλλωστε διαφοροποιείται από το επίδομα ευθύνης θέσεως τόσο ως προς την ιστορική και νομική αιτία, όσο και ως προς το περιεχόμενό του και δεν αποτελεί απλή μετονομασία του άνω επιδόματος.

Επομένως, το Εφετείο, που δεν εφάρμοσε τις διατάξεις της ΕΣΣΕ αυτής και κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο για το παραπάνω προδικαστικό ζήτημα, που καλύπτει και τις ένδικες αξιώσεις της μεταγενέστερης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, υπέπεσε στις πλημμέλειες που του αποδίδονται εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 16 ΚΠολΔ και είναι γι' αυτό βάσιμοι οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο της από 10-3-2005 αποδείξεως αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα, σε εκούσια εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρείται, υπό την επιφύλαξη της αναζητήσεως των χρημάτων σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αναιρέσεώς της, κατέβαλε στον παριστάμενο πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου Γεώργιο Δημαράκη, που ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό εκείνου, ποσό 10.629,18 ευρώ. Επομένως, η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, που νόμιμα και παραδεκτά, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, υποβάλλεται με τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη και στην ουσία της, και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε καταβολή του παραπάνω ποσού των 10.629,18 ευρώ, το οποίο και μόνον εισέπραξε, όχι δε και του αξιουμένου αβασίμως με την αίτηση υπέρτερου ποσού των 13.771,41 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αναιρετικής αποφάσεως.

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την 2743/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Δέχεται την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της παραπάνω αναιρουμένης αποφάσεως. Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ποσό δέκα χιλιάδων εξακοσίων είκοσι εννέα ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (10.629,18), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αποφάσεως μέχρις εξοφλήσεως. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ