Supreme Court dismisses appeal for failure to cite specific factual findings supporting the lower court's property use classification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a building's primary use. The appellant argued the lower court erred in classifying the structure as a primary residence rather than an auxiliary space, but failed to explicitly state the specific factual findings upon which this classification relied. The court ruled that an appeal must clearly identify the material facts accepted by the lower court to demonstrate a violation of substantive law, which the appellant did not do.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 578 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on a violation of substantive law is inadmissible unless the appellant explicitly and clearly cites the specific factual findings of the lower court that form the basis of the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 743 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 743/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Φ. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπαλέρμπα.
Της αναιρεσιβλήτου: Π. συζ. Α. Τ., ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσιλιμιδό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Ιανουαρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3825/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2472/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Αυγούστου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 17 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη είτε σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εφαρμοσθέντος ή μη κανόνα δικαίου.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, η από τον αναιρεσείοντα αποδιδόμενη σ' αυτές έννοια και το φερόμενο ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος συμπέρασμα του δικαστηρίου, αλλά απαιτείται επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα, που το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδεδειγμένα και στα οποία στήριξε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής, αφού η ευδοκίμηση της αιτήσεως αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις πραγματικές διαπιστώσεις του δικαστηρίου.
Η έκθεση έτσι των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου από το περιεχόμενό του να μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη παραβίαση του κανόνα δικαίου οδήγησε το δικαστήριο σε εσφαλμένο διατακτικό. Δεν επιτρέπεται δε συμπλήρωση του αναιρετηρίου με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., διατείνεται ότι το εφετείο, απορρίπτοντας εν μέρει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 11-1-2001 αγωγή του, παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 2, 3, 5, 7, 10 και 13 του ν. 3741/1929. Όμως, στο αναιρετήριο διαλαμβάνονται μόνο το ιστορικό της αγωγής συνοπτικώς και η έννοια που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες ως άνω διατάξεις, χωρίς να παρατίθενται σ' αυτό καθόλου τα πραγματικά γεγονότα, που το εφετείο δέχθηκε ως αποδεδειγμένα και στα οποία στήριξε την απορριπτική του κρίση, αλλ' ούτε και να προσδιορίζεται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, ο λόγος αυτός ενέχει αοριστία και είναι ως εκ τούτου, απαράδεκτος.
ΙΙ. Ο καθιερούμενος με το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, ήτοι προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο τούτο, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικώς με πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, από την - έστω και εσφαλμένη - εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε σε πόρισμα αντίθετο εκείνου που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού τότε πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη στη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση πραγμάτων, καθώς και όταν το επίμαχο έγγραφο συνεκτιμήθηκε με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαρθεί ιδιαιτέρως η σημασία του από το δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση της σχετικής αποδεικτικής του κρίσεως.
Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., ισχυρίζεται, κατ' εκτίμηση, ότι, αν και στη συστατική της οροφοκτησίας 6526/1966 πράξη του συμβολαιογράφου Πειραιώς Α. Κ. αναφέρεται ως βοηθητικής χρήσεως το κτίσμα εμβαδού 33, 98 μ2 που υπάρχει στο οπίσθιο μέρος της αυλής συγκυριότητας αμφοτέρων των διαδίκων, εντούτοις το εφετείο, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου της εν λόγω συμβολαιογραφικής πράξεως, δέχθηκε ότι το κτίσμα αυτό είναι κύριας χρήσεως και με βάση την παραδοχή αυτή έκρινε ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) έχει υπερβεί τα 186,30 μ2 δομήσεως που αναλογούν στο ποσοστό αναγκαίας συγκυριότητάς του επί του κοινού οικοπέδου αυτού και της αναιρεσίβλητης.
Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο δέχθηκε μεν ότι το άνω κτίσμα, σύμφωνα με την συστατική της οροφοκτησίας πράξη, χρησιμοποιείται από τον αναιρεσείοντα ως βοηθητικός χώρος, πλην όμως την αποδεικτική κρίση του, ότι πρόκειται για χώρο κύριας χρήσεως, σχημάτισε από την αξιολόγηση τόσο της εν λόγω συμβολαιογραφικής πράξεως όσο και των αναφερόμενων στην απόφαση υπόλοιπων αποδεικτικών μέσων, ιδίως δε της 190/2003 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, την οποία συνέταξε ο διορισθείς με την 7/2002 πράξη του εισηγητή του ίδιου εφετείου πολιτικός μηχανικός Γεώργιος Λάσκαρης και στην οποία, όπως δέχεται το εφετείο, το επίμαχο κτίσμα, λόγω των διαστάσεών του (ύψος 2,60 έως 3,10 μέτρων και εμβαδόν 33,98 μ2), χαρακτηρίζεται ως χώρος κύριας χρήσεως.
Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ δημιουργείται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 παρ. 1, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δεδικασμένο καλύπτει με τη δεσμευτική του ενέργεια μόνο το κριθέν δικαίωμα ή τη διαγνωσθείσα έννομη σχέση, δηλαδή το πλέγμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων, καθώς και τα προδικαστικά ζητήματα, δηλαδή τις έννομες σχέσεις, που αποτελούσαν αναγκαία νόμιμη προϋπόθεση για να γεννηθεί η τελεσιδίκως διαγνωσθείσα επίδικη έννομη σχέση, όχι όμως και την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων που στοιχειοθέτησαν την ελάσσονα πρόταση ή τους νομικούς χαρακτηρισμούς των γεγονότων αυτών.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στο εφετείο η εκ του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ απορρέουσα αιτίαση, ότι, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την 7960/1996 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αναφορικώς με τον χαρακτηρισμό ως βοηθητικού του προαναφερθέντος κτίσματος, ακολούθως δε έκρινε ότι το κτίσμα αυτό είναι κύριας χρήσεως.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφενός μεν, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, το περιεχόμενο της άνω αποφάσεως και οι παραδοχές του εφετείου, με βάση τις οποίες αυτό χαρακτήρισε το εν λόγω κτίσμα ως χώρο κύριας χρήσεως, αφετέρου δε, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό μη νόμιμο, ενόψει του ότι ο γενόμενος στην προγενέστερη δίκη χαρακτηρισμός του επίμαχου κτίσματος ως βοηθητικής χρήσεως συνιστά εκτιμητική (αξιολογική) κρίση συναρτώμενη, κατά την πολεοδομική νομοθεσία, με τις διαστάσεις του κτίσματος, και ως εκ τούτου δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της ως άνω αποφάσεως του πρωτοδικείου.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 Κ.Πολ.Δ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από 6-8-2004 αίτηση του Ν. Φ. περί αναίρεσης της 2472/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και -
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ