Supreme Court dismisses appeal due to inadmissible third ground relying on ineffective primary legal reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding labor contract disputes. The appellants argued that the lower court erred in applying a statute of limitations and failed to consider specific legal grounds, but the court found these arguments dependent on a primary reason that was already rejected. Consequently, the court ruled that the third ground was procedurally useless because the main legal basis for the decision stood independently.
Legislator headnote
AI generatedArticles 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it relies on a primary legal reasoning that has already been rejected, as the remaining grounds become useless when the primary reasoning independently supports the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 742 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 742/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Σ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 2)Η. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 3)Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., 4)Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., και 5)Α. Σ. του Π. - Κ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Γεωργέλλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Περιφερειακός Σύνδεσμος Φορέων Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (Φ.Ο.Δ.Σ.Α.) Κεντρικής Μακεδονίας", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, o οποίος ανακάλεσε την από 18/1/2021 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/7/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8908/2017 εν μέρει οριστική, 17531/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 651/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/8/2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της 651/2019 μη επιδοθείσας τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με τον ισχύοντα από 1-1-2016 Ν.4335/2015), η οποία κατατέθηκε νομότυπα στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 2-8-2019, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση στις 14-3-2019 της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι παραδεκτή, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα (άρθ.552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Με την ένδικη από 13-7-2015 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (και άλλα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη) ιστορούσαν, ότι με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που προσχηματικά χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου, απασχολήθηκαν στο άλλοτε ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Σύνδεσμος ΟΤΑ Νομού Θεσσαλονίκης", του οποίου καθολικός διάδοχος, υπεισερχόμενος σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, είναι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφερειακός Σύνδεσμος Φορέων Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΦΟΣΔΑ) Κεντρικής Μακεδονίας".
Ότι ειδικότερα, ο πρώτος Σ. Α. απασχολήθηκε με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από 2-7-2007 έως 31-8-2010 και, κατόπιν απόφασης του Προέδρου του εναγομένου, για δύο ακόμη μήνες, ήτοι μέχρι την 31-10-2010, στις εγκαταστάσεις του εναγομένου στους Ταγαράδες, Θεσσαλονίκης, με την ειδικότητα του εργάτη γενικών καθηκόντων, ο δεύτερος Η.
Κ. απασχολήθηκε με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2007 έως 31-8-2010 και, κατόπιν απόφασης του Προέδρου του εναγομένου, για δύο ακόμη μήνες, ήτοι μέχρι την 31-10-2010, στις εγκαταστάσεις του εναγομένου στο Περιβαλλοντικό Πάρκο Δερβενίου, με την ειδικότητα του επόπτη, η Τρίτη Κ.
Π. απασχολήθηκε με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από 15-5-2006 έως 31-8-2010 και, κατόπιν απόφασης του Προέδρου του εναγομένου, για δύο ακόμη μήνες, ήτοι μέχρι την 31-10-2010, στις εγκαταστάσεις του εναγομένου στο Περιβαλλοντικό Πάρκο Θέρμης, με την ειδικότητα της συντηρήτριας, ο τέταρτος Γ.
Π. απασχολήθηκε με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2006 έως 31-8-2010 και, κατόπιν απόφασης του Προέδρου του εναγομένου, για δύο ακόμη μήνες, ήτοι μέχρι την 31-10-2010, στις εγκαταστάσεις του εναγομένου στο Περιβαλλοντικό Πάρκο Δερβενίου, με την ειδικότητα του συντηρητή, και η Πέμπτη Α.
Σ. απασχολήθηκε με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από 22-5-2006 έως 31-8-2010 και, κατόπιν απόφασης του Προέδρου του εναγομένου για δύο μήνες ακόμη, ήτοι μέχρι την 31-10-2010, στις εγκαταστάσεις του εναγομένου στο Περιβαλλοντικό Πάρκο Θέρμης, με την ειδικότητα της εργάτριας κηπουρικής.
Ότι κατά τα παραπάνω για τον καθένα χρονικά διαστήματα στην πραγματικότητα παρείχαν εξαρτημένη εργασία στον δικαιοπάροχο του εναγομένου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, οπότε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 1 και 3, του ν.2112/1920 συνδέονταν μαζί του με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μέχρι τις 31-10-2010, οπότε καταγγέλθηκαν οι εργασιακές τους συμβάσεις, με τη μη αποδοχή έκτοτε της εργασίας τους, καταγγελία, όμως, άκυρη λόγω της μη τήρησης του έγγραφου τύπου και της μη καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης.
Ότι ήδη με την 15.032/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της 10.410/17-3-2011 αγωγής που άσκησε ο πρώτος, επί της 10.412/17-3-2011 αγωγής που άσκησε η πέμπτη, και επί της 10.413/17-3-2011 αγωγής που άσκησαν οι λοιποί αναιρεσείοντες (ενάγοντες) αναγνωρίσθηκε ότι ο καθένας από αυτούς συνδεόταν με τον αρχικό εργοδότη τους και, επομένως, και με τον καθολικό διάδοχό του ΝΠΔΔ ΦΟΣΔΑ με έγκυρη ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η καταγγελία των συμβάσεων αυτών την 31-10-2010 είναι άκυρη, ενώ υποχρεώθηκε το εναγόμενο να τους απασχολεί με τέτοιες συμβάσεις, στην ίδια θέση και με την ειδικότητα που ο καθένας κατείχε προηγουμένως, με την καταβολή των αντίστοιχων αποδοχών.
Και ότι η πιο πάνω απόφαση (15.032/2014) κατέστη τελεσίδικη για το λόγο ότι το εναγόμενο παραιτήθηκε από την ασκηθείσα κατ' αυτής έφεσή του, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Με βάση τα περιστατικά αυτά, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες επικαλούμενοι το από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση απορρέον δεδικασμένο για το χαρακτήρα των εργασιακών τους συμβάσεων, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και την ακυρότητα της καταγγελίας αυτών, ζήτησαν την επιδίκαση μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-11-2010 έως και το μήνα Ιούλιο του έτους 2015.
Το πρωτοβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την συνεκκαλούμενη 8908/2017 μη οριστική απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι η χρονικά προγενέστερη 15.032/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατέστη τελεσίδικη και ότι από αυτήν παράγεται δεδικασμένο, στη συνέχεια δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες δικαιούνται κατ' αρχήν αποδοχές υπερημερίας.
Ανέβαλε ωστόσο την έκδοση οριστικής απόφασης προκειμένου οι αναιρεσείοντες (εδώ ενάγοντες) να προσκομίσουν κρίσιμα έγγραφα για την κατ' ουσίαν εξέταση της (κριθείσας ορισμένης και νόμιμης) ένστασης των αλλαχού κερδηθέντων, που το εναγόμενο είχε προβάλλει νομοτύπως. Ακολούθως, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο και εκδόθηκε η 17.531/2017 οριστική απόφαση, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε σε καθέναν από τους αναιρεσείοντες τα αναφερόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά.
Κατά της παραπάνω απόφασης ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης: α) η με αριθμό κατάθεσης 796/146/2018 έφεση των εναγόντων - αναιρεσειόντων, και β)η με αριθμό κατάθεσης 9328/1703/2018 αντίθετη έφεση του εναγομένου - αναιρεσίβλητου και επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, αφού έγινε δεκτό ότι η 15.032/2014 προγενέστερη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν κατέστη τελεσίδικη, διότι η από 6-5-2015 παραίτηση του εναγομένου από την ασκηθείσα με αριθμό κατάθεσης 3898/7-10-2014 έφεσή του κατά της παραπάνω απόφασης, στη φερόμενη τελεσιδικία της οποίας και στο απ' αυτήν απορρέον δεδικασμένο στηρίζουν οι ενάγοντες (εκκαλούντες) τις επίδικές στην έκκλητη δίκη αξιώσεις τους για αποδοχές υπερημερίας, είναι άκυρη και ως εκ τούτου ανίσχυρη, καθόσον δεν έγινε με τους αποκλειστικά προβλεπόμενους από το άρθρο 297 τρόπους, στη συνέχεια, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος των εφέσεων, μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, απέρριψε την αγωγή α) ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι οι διαδοχικές συμβάσεις έργου των εναγόντων, που, κατά τους ισχυρισμούς τους κατ' επίφαση χαρακτηρίζονταν έτσι, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούσαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, συνάφθηκαν μετά την 18-4-2001, δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και στην περίπτωση που οι εργαζόμενοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των ως άνω φορέων, και υπό την εκδοχή ακόμη ότι με τις συμβάσεις αυτές οι ενάγοντες κάλυπταν τέτοιες ανάγκες, δεν μπορούν αυτές να εκτιμηθούν ούτε κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή να μετατραπούν σε τέτοιες, και ότι συνακόλουθα των ανωτέρω δεν τίθεται θέμα επιδίκασης μισθών υπερημερίας, αφού τούτο προϋποθέτει πρωτίστως έγκυρες ως άνω συμβάσεις και δευτερευόντως άκυρη καταγγελία αυτών, και β) ως ουσιαστικά απαράδεκτη με την επικουρική αιτιολογία, ότι η περί αποδοχών υπερημερίας αξίωση των εναγόντων, υπό την εκδοχή ότι αυτοί συνδέονταν με το ως άνω ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Σύνδεσμος ΟΤΑ Νομού Θεσσαλονίκης" με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έχει υποπέσει στην τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, η οποία, ενόψει ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους έγινε στις 31-10-2010, έληγε την 1-2-2011, ενώ η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 22-7-2015.
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ιδίων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης για το δικαίωμα που κρίθηκε, για τη δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του, το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Περαιτέρω από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι το δεδικασμένο καλύπτει, όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών των οποίων ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που το Δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου.
Τα προαναφερόμενα ισχύουν και όταν η έννομη σχέση, που έχει τελεσιδίκως διαγνωσθεί, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης μεταγενέστερης επίδικης αξίωσης. Επομένως, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Τούτο συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα, το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση (Ολ. ΑΠ 10/2002). Τέλος, ειδικότερα, σε διαρκή έννομη σχέση, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ, ΔΑ κτλ, οι τελεσίδικες αποφάσεις που κρίνουν επί μέρους αιτήματα, ως συνέπειες της διαρκούς έννομης σχέσης έστω και, κατά τα παραπάνω, εσφαλμένες, αποτελούν δεδικασμένο και για απαιτήσεις που γεννώνται στο μέλλον, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος αυτών, εφόσον παραμένει αμετάβλητο το νομικό καθεστώς (Ολ.ΑΠ 1/2005).
Έτσι, μεταξύ άλλων, καλύπτονται από το δεδικασμένο ο χαρακτήρας της σύμβασης εργασίας, δηλαδή ο νομικός χαρακτηρισμός που δόθηκε από την απόφαση στην έννομη σχέση και το κύρος της σύμβασης εργασίας και της τυχόν καταγγελίας της (ΑΠ 2199/2014, ΑΠ 25/2014, ΑΠ 815/2014). Περαιτέρω, για την επέλευση του δεδικασμένου απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης, δηλαδή είτε απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, είτε απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που κατέστη τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει, όπως διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για άσκηση έφεσης ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από την έφεση που επρόκειτο να γίνει ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενόμενης έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της (Ολ.ΑΠ 1113/1986, ΑΠ 817/2020, ΑΠ 878/2017).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 297 και 299 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ένδικου μέσου, που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της έφεσης, μπορεί να γίνει αποκλειστικά ή με δήλωση του παραιτούμενου - εκκαλούντος που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του παραιτούμενου, ο οποίος μάλιστα δεν απαιτείται να έχει ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα (αφού αυτή απαιτείται κατ' άρθρο 98 ΚΠολΔ μόνο για την παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα), αρκούσης και της γενικής, είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου, μετά δε την αντικατάσταση του άρθρου 297 ΚΠολΔ από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, είτε με δήλωση στις προτάσεις.
Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από τον διάδικο ή του δικαστικό του πληρεξούσιο για την πιστοποίηση της διαδικαστικής πράξης της παραίτησης και φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ, ακόμα και η εξώδικη δήλωση (εφόσον φέρει τα στοιχεία δικογράφου), υπό την αναγκαία προϋπόθεση να επιδίδεται από τον δηλούντα την παραίτηση διάδικο στον αντίδικο του.
Συνεπώς, παραίτηση από εμπροθέσμως ασκηθείσα έφεση που γίνεται με κατάθεση απλώς δήλωσης στο δικαστήριο που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να επακολουθήσει επίδοση αυτής από τον παραιτούμενο, που, είναι ο μόνος που έχει την πρωτοβουλία και το δικαίωμα να ολοκληρώσει τη βλαπτική για τον ίδιο διαδικαστική πράξη της παραίτησης, προς τον αντίδικό του, είναι ανίσχυρη, δεν επάγεται έννομα αποτελέσματα και, κυρίως δεν επιφέρει την τελεσιδικία της απόφασης και την ανάδειξη των συνεπειών του δεδικασμένου (Ολ.ΑΠ 20/1999, Ολ.ΑΠ 1187/1981, ΑΠ 315/2018, ΑΠ 736/2011, ΑΠ 1268/2009).
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 11/1996). "Πράγματα", κατά την έννοια της άνω διάταξης αποτελούν και οι επιμέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 71/2019, ΑΠ 2221/2014), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς σε σχέση με την έφεση την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών, που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά το νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011).
Εξάλλου, σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα, δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σ'αυτούς (ΑΠ 248/2019, ΑΠ 781/2017).
Επομένως, η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των πρόσθετων λόγων συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς, που, κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 207/2017, 1518/2008).
Περαιτέρω, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο εφετείο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από το μεταβιβαστικό αυτό αποτέλεσμα της έφεσης το εφετείο αποκτά την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς, που υποβάλλονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 έως 527 ΚΠολΔ, τόσο από τη μία πλευρά, όσο και από την άλλη και, παρόλο ότι ο εκκαλών με την έφεση παραπονείται διότι η αγωγή του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, μπορεί να κρίνει (και μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα), ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη.
Στην περίπτωση αυτή, επειδή κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ δεν επιτρέπεται η αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης, διότι η αντικατάσταση αυτή οδηγεί σε διαφορετικό κατά το αποτέλεσμα διατακτικό, εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη και μάλιστα χωρίς ειδικό γι'αυτό παράπονο, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα από την εκκληθείσα (ΑΠ 489/2021, ΑΠ 347/2020, ΑΠ 356/2013).
Το ίδιο συμβαίνει και όταν εκκαλεί ο εναγόμενος, σε βάρος του οποίου η αγωγή έγινε εν όλω ή εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και παραπονείται προς τούτο με την έφεσή του, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί, αφού εξαφανίσει την απόφαση, να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη ή ως προώρως ασκηθείσα, και χωρίς ειδικό παράπονο, αρκεί να ζητά την απόρριψη της αγωγής ο εκκαλών εναγόμενος και να μη γίνεται επιβλαβέστερη η θέση του, χωρίς την άσκηση έφεσης ή αντέφεσης εκ μέρους του εφεσίβλητου (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 786/2007).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση του νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούσαν την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 644/2015).
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων για την εξακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του Δικαστηρίου (ΑΠ 420/2018, ΑΠ 2199/2014, ΑΠ 1831/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η έχουσα το παραπάνω περιεχόμενο αγωγή στηρίζεται στην προϋπόθεση ότι η 15032/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της 10410/17-3-2011 αγωγής που άσκησαν και συζήτησαν ο 1ος Α.
Σ. και ο 7ος Κ. Π., επί της 10412/17-3-2011 αγωγής που άσκησε και συζήτησε η 15η Σ. Α. και επί της 10413/17-3-2011 αγωγής που άσκησαν και συζήτησαν ο 9ος Κ. Η., η 11η Π. Κ. και ο 12ος Π. Γ. (πολλοί από τους λοιπούς ενάγοντες των αγωγών παραιτήθηκαν από τα δικόγραφά τους) και αναγνώρισε ότι συνδέονταν (οι παραπάνω ενάγοντες) με τον αρχικό εργοδότη τους Ν.Π.Δ.Δ. "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ Ο.Τ.Α.
ΝΟΜΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" και συνακόλουθα με το εναγόμενο (Ν.Π.Δ.Δ. "ΦΟΣΔΑ"), ως καθολικό του διάδοχο, με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και ότι η καταγγελία αυτών στις 31-10-2010 είναι άκυρη, κατέστη τελεσίδικη και εξ αυτής ανακύπτει δεδικασμένο, δεσμεύον το μεταγενέστερο Δικαστήριο, για τα θέματα της φύσης και του κύρους της εργασιακής σύμβασης του κάθε ενάγοντος ως έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, του είδους της συμφωνημένης και παρεχόμενης εργασίας, την ακυρότητα της καταγγελίας της κάθε συμβάσεως και την υπερημερία του εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού (σκέψη υπό στοιχείο Δ1 της παρούσας), χωρίς να είναι αναγκαία, κατά τα σχετικώς διαλαμβανόμενα στην έτερη, υπό στοιχείο Δ3, μείζονα σκέψη (στο τέλος της), η πραγματική και προσήκουσα προσφορά της εργασίας από τον μισθωτό, διότι η καταγγελία της συμβάσεως περιέχει αυτονοήτως και δήλωση της βουλήσεως του εργοδότη για τη μη αποδοχή στο μέλλον των υπηρεσιών του ακύρως απολυθέντος εργαζόμενου.
Αναδεικνύεται, επομένως, ως καίριο το ζήτημα αν πράγματι η 15032/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για τους ανωτέρω ενάγοντες κατέστη τελεσίδικη, έτσι ώστε να απορρέει εξ αυτής δεδικασμένο, δεσμευτικό για την επί της ένδικης 15003/21-7-2015 αγωγής δίκη για τα θέματα που αναφέρονται στη θέση Δ1 της παρούσας και πρωτίστως για το κύρος των συμβάσεων των εναγόντων.
Για το θέμα αυτό λεκτέα τα ακόλουθα: μετά την έκδοση της 15032/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το ήδη εφεσίβλητο της α έφεσης και εκκαλούν της β έφεσης, Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΟΡΕΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΤΕΡΕΩΝ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ (ΦΟΣΔΑ) ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ" [που ιδρύθηκε με την 45027/2012 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης (ΦΕΚ Β 1908/15-6-2012), συγχωνεύθηκαν σ' αυτόν με την 70259/23-12-2013 απόφαση του ίδιου Γενικού Γραμματέα, μεταξύ άλλων φορέων, και ο ανωτέρω "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ Ο.Τ.Α.
ΝΟΜΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", ο οποίος ήταν Ν.Π.Δ.Δ. και λειτουργούσε ως ΟΤΑ, και υπεισήλθε έκτοτε αυτοδικαίως στα δικαιώματα υποχρεώσεις των συγχωνευόμενων φορέων καθιστάμενος καθολικός διάδοχος (ΦΕΚ Β 3426/31-12-2013)], άσκησε έφεση, παραδεκτά και εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 518 παρ.1 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα η 15032/2014 απόφαση του επιδόθηκε στις 9-9-2014 και το Ν.Π.Δ.Δ.
κατέθεσε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 7-10-2014, δηλαδή εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας, τη με αριθμό κατάθεσης 3898 έφεσή του. Στη συνέχεια και ενώ είχε μεσολαβήσει η 402/28-4-2015 απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου, που αφορούσε την παραίτηση από την ως άνω έφεση, ενόψει των αναγκών λειτουργίας του φορέα και την υπογραφή της από 23-4-2015 δήλωσης εκ μέρους πολλών "συμβασιούχων" ότι παραιτούνται από κάθε αξίωσή τους για καταβολή αποδοχών υπερημερίας ή οποιασδήποτε άλλης απαίτησής τους (σημειώνεται ότι μεταξύ αυτών δεν περιλαμβάνονταν οι νυν ενάγοντες), το ανωτέρω Ν.Π.Δ.Δ.
κατέθεσε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το από 6-5-2015, απευθυνόμενο "ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", έγγραφο υπό τον τίτλο "ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΑΣΚΗΘΕΙΣΑ ΕΦΕΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ", το οποίο έλαβε αριθμό κατάθεσης 1654/6- 5-2015 και υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νομικού Προσώπου Κωνσταντίνο Οικονόμου, στον οποίο είχε χορηγηθεί, κατά τις προβλέψεις της ανωτέρω απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου, σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο από τον προς τούτο ειδικώς εξουσιοδοτηθέντα Πρόεδρο του ΦΟΣΔΑ.
Το έγγραφο αυτό δεν στρέφεται ούτε περιέχει τα στοιχεία ούτε των σήμερα εναγόντων της ένδικης, με αριθμό κατάθεσης 15003/21-7-2015, αγωγής, ούτε τα στοιχεία των εν συνόλω 25 εναγόντων που η απόφαση, η με αριθμό 15032/2014, αφορά. ΔΓ αυτού δηλώνεται η παραίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. από την 3898/7-10-2014 έφεση που εμπροθέσμως άσκησε κατά της εν λόγω απόφασης και των 25 εναγόντων που αυτή αφορούσε, με την οποία πρόβαλε, ως πρώτο λόγο αυτής, την ανυπαρξία νομικής δυνατότητας, ενόψει του χρόνου κατάρτισής τους, να αναγνωριστούν ή να μετατραπούν οι συμβάσεις έργου που συνέδεαν τους αντιδίκους του με το άλλοτε Ν.Π.Δ.Δ. "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ Ο.Τ.Α.
ΝΟΜΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δοθέντος της προς τούτο απαγόρευσης από τα άρθρα 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του Ν 2190/1994. Πέραν του γεγονότος ότι αυτό το έγγραφο δεν φέρει τα προβλεπόμενα από το άρθρο 118 περ. 4 του ΚΠολΔ (πάντα όπως ίσχυε πριν τον Ν 4335/2015) στοιχεία, αφού δεν αναφέρονται τα στοιχεία ταυτότητας και η διεύθυνση κατοικίας όλων των διαδίκων, εντούτοις, ακόμα και ήθελε εκληφθεί ότι αποτελεί δικόγραφο, δεν επιδόθηκε από το δηλούν την παραίτηση, από το Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΟΡΕΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΤΕΡΕΩΝ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ (ΦΟΣΔΑ) ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ", προς τους αντιδίκους του και νυν ενάγοντες που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, στο οποίο και μόνο, σύμφωνα με τις οικείες νομικές παραδοχές της Δ2 μείζονας σκέψης, ανήκει η πρωτοβουλία να ολοκληρώσει τη δυνάμενη να επιχειρηθεί μόνο από το ίδιο σύνθετη διαδικαστική πράξη της παραίτησης από ασκηθέν ένδικο μέσο, όταν αυτή δεν λαμβάνει χώρα στο ακροατήριο.
Αντίθετα, το έγγραφο αυτό, μαζί με πιστοποιητικό της Γραμματείας του Πρωτοδικείου ότι δεν κατατέθηκε άλλο ένδικο μέσο κατά της απόφασης πλην της συγκεκριμένης έφεσης και με αντίγραφο της απόφασης, επιδόθηκε, στις 12-5-2015, στο νομικό πρόσωπο (ΦΟΣΔΑ) με έγγραφη παραγγελία των δικηγόρων Θεσσαλονίκης Μαργαρίτας Ζάγκλη και Ευαγγελίας Ράπτη, των οποίων δεν προκύπτει η σύνδεση με την επίμαχη 15032/2014 απόφαση, αφού τους εκεί εν συνόλω 25 ενάγοντες για τους οποίους εν τέλει συζητήθηκαν οι τρεις αγωγές εκπροσώπησε η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Αμαλία Μυλωνά, που υπογράφει και τα αγωγικά δικόγραφα.
Όμως, σε αρμονία με τα σχετικώς διαλαμβανόμενα στην ίδια υπό στοιχείο Δ2 σκέψη, η εν λόγω από 6-5-2015 παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα, με αριθμό κατάθεσης 3898/7-10-2014, έφεση, του Νομικού Προσώπου κατά της 15032/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στη φερόμενη τελεσιδικία της οποίας και στο απορρέον εξ αυτής δεδικασμένο στηρίζουν οι ενάγοντες - εκκαλούντες της α έφεσης και ο μόνο εφεσίβλητος της β έφεσης Π.
Κ. τις επίδικες στην έκκλητη δίκη αξιώσεις τους για αποδοχές υπερημερίας, είναι άκυρη και ως εκ τούτου ανίσχυρη. Και τούτο διότι, πάντα υπό την εκδοχή ότι αυτή η έγγραφη δήλωση αποτελεί "δικόγραφο", περαιτέρω δεν επιδόθηκε από το παραιτούμενο Ν.Π.Δ.Δ. στους αντιδίκους του - ενάγοντες και, επομένως, η παραίτηση δεν έλαβε χώρα με τους αποκλειστικά προβλεπόμενους από το άρθρο 297 του ΚΠολΔ τρόπους.
Συνακόλουθη συνέπεια είναι ότι το παρόν Δικαστήριο (όπως και το πρωτοβάθμιο, το οποίο έσφαλε δεχόμενο το αντίθετο) δεν δεσμεύεται ουδόλως από τις κρίσεις και διατάξεις της 15032/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οπότε, θα εξετάσει το ίδιο αφενός τη νομιμότητα της ένδικης ενώπιον του, με αριθμό κατάθεσης 15003/21-7-2015, αγωγής, εξετάζοντας τη φύση και το κύρος των συμβάσεων που συνέδεαν τους ενάγοντες με το άλλοτε Ν.Π.Δ.Δ. "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΟΤΑ ΝΟΜΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", αλλά και την ύπαρξη βάσιμης αξίωσης αποδοχών υπερημερίας.
Θα εξετάσει, δηλαδή, αν οι συμβάσεις αυτές αποτελούσαν έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, έτσι ώστε η φερόμενη ως άκυρη καταγγελία τους να έχει έννομες συνέπειες και δη να επιφέρει τη γέννηση αξίωσης αποδοχών υπερημερίας, όσο και αν οι τέτοιες τυχόν αξιώσεις δεν έχουν υποπέσει στην αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενη υπόψη τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ.1 του Ν 3198/1955, με έναρξή της τον χρόνο της φερόμενης ως άκυρης καταγγελίας, η παρέλευση της οποίας, κατά τις παραδοχές της υπό στοιχείο Δ3 νομικής σκέψης, επιφέρει ουσιαστικό απαράδεκτο.
Τούτο δε θα πράξει το Δικαστήριο, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος τόσο της υπό στοιχείο α έφεσης των εναγόντων, που παραπονούνται για την εν μέρει ουσιαστική απόρριψη της αγωγής τους, επιδιώκοντας να γίνει αυτή εν όλω δεκτή, όσο και της υπό στοιχείο β έφεσης του εκκαλούντος νομικού προσώπου "ΦΟΣΔΑ", που παραπονείται για την εν μέρει ουσιαστική παραδοχή σε βάρος του της αγωγής επιδιώκοντας την εν συνόλω απόρριψή της".
Ακολούθως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδεκτή επισκόπηση (άρθ.562 παρ. 2 ΚΠολΔ) έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, με την ειδικότερη αιτιολογία, ότι οι συμβάσεις των αναιρεσειόντων (ως προς τους οποίους ερευνάται η υπόθεση) είχαν καταρτισθεί με το ΝΠΔΔ "Σύνδεσμος ΟΤΑ Νομού Θεσσαλονίκης", του οποίου διάδοχος είναι το ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ (ΦΟΣΔΑ) μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε, ακόμη και με την εκδοχή ότι ήταν εξαρχής συμβάσεις όχι έργου, αλλά παροχής εξαρτημένης εργασίας, που απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών του αναιρεσίβλητου, δεν ήταν δυνατόν να μετατραπούν και να συνεχίσουν να εκτελούνται ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε γενικώς κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 του ν.2112/1920, ούτε κατ'εξαίρεση κατ'εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ.164/2004, τις προϋποθέσεις των οποίων δεν πληρούσαν, με συνέπεια να μην τίθεται θέμα επιδίκασης μισθών υπερημερίας, αφού τούτο προϋποθέτει έγκυρες ως άνω συμβάσεις και δευτερευόντως άκυρη καταγγελία αυτών, και, κατά επικουρική αιτιολογία, ουσιαστικά απαράδεκτη, με την ειδικότερη αιτιολογία, ότι, ακόμα και υπό την εκδοχή των εναγόντων ότι οι ίδιοι συνδέονταν με το ως άνω ΝΠΔΔ "Σύνδεσμος ΟΤΑ Νομού Θεσσαλονίκης" με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και πάλι η περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας αξίωσή τους, που αποτελεί συνέπεια συνδεόμενη με τη φερόμενη άκυρη καταγγελία των συμβάσεων αυτών στις 31-10-2010, έχει ήδη υποπέσει στην τρίμηνη αποσβεστική και αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενη υπόψη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, και στη συνέχεια, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι η 15.032/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν κατέστη τελεσίδικη και ότι από αυτήν δεν παράγεται δεδικασμένο για το ζήτημα της φύσης και του κύρους της εργασιακής σύμβασης του κάθε ενάγοντος ως έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής και στη συνέχεια να απορρίψει, αυτεπαγγέλτως, την αγωγή ως μη νόμιμη, κατά παραδοχή των εφέσεων, υπερέβη τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος καθόσον επανέκρινε κεφάλαιο της αγωγής που δεν προσβλήθηκε με την έφεση του εναγομένου - αναιρεσίβλητου, άλλως δέχθηκε ανύπαρκτο λόγο έφεσης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, λόγω του εκ του άρθρου 522 ΚΠολΔ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επί εφέσεως του ενάγοντος, του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως, εν όλω ή εν μέρει, ως ουσιαστικά αβάσιμη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν κρίνει ότι αυτή είναι νομικά αβάσιμη, αόριστη ή απαράδεκτη ή προώρως ασκηθείσα, εξαφανίζει την απόφαση και απορρίπτει την αγωγή για έναν από τους ως άνω τυπικούς λόγους, και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, και επί εφέσεως του εναγομένου, αν η αγωγή είναι μη νόμιμη ή απαράδεκτη και είχε γίνει πρωτοδίκως, εν όλω ή εν μέρει, κατ' ουσίαν δεκτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τις εν λόγω ελλείψεις, αρκεί να ζητεί την απόρριψή της ο εκκαλών - εναγόμενος.
Στην προκείμενη δε περίπτωση, το αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) με την 9328/17-3/25-4-2018 έφεσή του, όπως προκύπτει από αυτήν, ζητούσε την καθ' ολοκληρία απόρριψη της αγωγής, οι δε αναιρεσείοντες (ενάγοντες) με την 796/146/12-1-2018 έφεσή τους, όπως προκύπτει από αυτήν, ζητούσαν την καθ' ολοκληρία παραδοχή της αγωγής τους και, κατά συνέπεια, ορθώς το Εφετείο ερεύνησε αυτεπαγγέλτως τη νομική βασιμότητα της αγωγής.
Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες ενάγοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ αιτιώνται το Εφετείο ότι παραβίασε το δεδικασμένο που προέκυπτε από την 15.032/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς το ζήτημα της φύσης και του κύρους της εργασιακής σύμβασης του κάθε ενάγοντος ως έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής, στη φερόμενη τελεσιδικία της οποίας επιστηρίζουν οι ενάγοντες τις επίδικες με την ένδικη αγωγή αξιώσεις τους για αποδοχές υπερημερίας, με το να δεχθεί ότι η από 6-5-2015 παραίτηση από το δικόγραφο της ασκηθείσας με αριθμό κατάθεσης 3898/7-10-2014 έφεσης του εναγομένου κατά της 15.032/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης είναι άκυρη και ως εκ τούτου ανίσχυρη, για το λόγο ότι δεν έγινε με τους αποκλειστικά προβλεπόμενους από το άρθρο 297 ΚΠολΔ τρόπου και, κατά συνέπεια, η ως άνω απόφαση δεν κατέστη τελεσίδικη, έτσι ώστε να απορρέει από αυτήν δεδικασμένο για τα άνω ζητήματα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε, ότι η από 6-5-2015 παραίτηση του εναγομένου από το δικόγραφο της εμπροθέσμως (εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση στις 9-9-2014 στο τελευταίο της 15032/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) ασκηθείσας έφεσής του κατά της άνω απόφασης, στη φερόμενη τελεσιδικία της οποίας και στο απορρέον από αυτήν δεδικασμένο επιστηρίζουν οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες τις επίδικες αξιώσεις τους για αποδοχές υπερημερίας, δεν επιδόθηκε από το δηλούν την παραίτηση προς τους αναιρεσείοντες - ενάγοντες (που ενδιαφέρουν εν προκειμένω), στο οποίο, ανήκει η πρωτοβουλία να ολοκληρώσει τη δυνάμενη να επιχειρηθεί μόνο από το ίδιο σύνθετη διαδικαστική πράξη της παραίτησης από το δικόγραφο ασκηθέντος ένδικου μέσου, αλλά αντίθετα το έγγραφο αυτό, μαζί με πιστοποιητικό της Γραμματείας του Πρωτοδικείου ότι δεν κατατέθηκε άλλο ένδικο μέσο κατά της άνω απόφασης, πλήν της συγκεκριμένης έφεσης και με αντίγραφο της απόφασης επιδόθηκε στις 12-5-2015 στο εναγόμενο (εκκαλούν) ΦΟΣΔΑ, με έγγραφη παραγγελία των δικηγόρων Θεσσαλονίκης Μαργαρίτας Ζάγκλη και Ευαγγελίας Ράπτη, ως πληρεξουσίων δικηγόρων των 25 εναγόντων που αναφέρονται στην 15032/2014 ως άνω απόφαση, και ότι η άνω παραίτηση από το ασκηθέν ένδικο μέσο της έφεσης εκ μέρους του εναγομένου, η οποία δεν έγινε με τους αποκλειστικά προβλεπόμενους από το άρθρο 297 ΚΠολΔ τρόπους είναι άκυρη και ανίσχυρη και ως εκ τούτου δεν επέφερε την τελεσιδικία της 15032/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αυτά δε που δέχθηκε το Εφετείο, με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων έκρινε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την παραπάνω απόφαση για τα ζητήματα της φύσης και του κύρους των εργασιακών συμβάσεων των αναιρεσειόντων, ως έγκυρων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και της ακυρότητας της καταγγελίας αυτών, αφού η παραπάνω απόφαση δεν κατέστη τελεσίδικη, και μετά εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, που είχε δεχθεί εν μέρει κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, κατά παραδοχή των εφέσεων των διαδίκων, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη (κατά την κύρια αιτιολογία) και ως ουσιαστικά απαράδεκτη (κατά την επικουρική αιτιολογία).
Ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος του, που, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι η κατά τον ως άνω τρόπο παραίτηση του εναγομένου από την ασκηθείσα έφεση, αλλά και από τα λοιπά τακτικά και έκτακτα ένδικα μέσα συνιστά συμβατική κατάργηση της μεταξύ τους εκκρεμοδικίας, άλλως η ως άνω παραίτηση, της οποίας έλαβαν γνώση οι ενάγοντες, είναι έγκυρη και ισχυρή και επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, ως γενόμενη, επιτρεπτώς, κατ' άλλον τρόπο στα πλαίσια της διασταλτικής ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 297 ΚΠολΔ, άλλως, από την ως άνω τρόπο παραίτηση από την ασκηθείσα έφεση προκύπτει αποδοχή της 15032/2014 απόφασης από το εναγόμενο, η οποία έτσι κατέστη τελεσίδικη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει το σφάλμα που αποδίδεται σ' αυτήν με τους ως άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων.
Περαιτέρω, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ'αρθρο 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο κτλ αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.
Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 61/2020, 1089/2019, ΑΠ 1207/2017). Κατά συνέπεια, είναι αλυσιτελής ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, αναφορικά με την επάλληλη, εσφαλμένη κατά την άποψή τους, αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατά την οποία, ακόμα και υπό την εκδοχή των εναγόντων ότι αυτοί συνδέονταν με το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Σύνδεσμος ΟΤΑ Νομού Θεσσαλονίκης", με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και πάλι η περί αποδοχών υπερημερίας αξίωσή τους, που αποτελεί συνέπεια συνδεόμενη με τη φερόμενη άκυρη καταγγελία των συμβάσεων αυτών στις 31-10-2010, έχει υποπέσει στην αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενη υπόψη τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 3198/1955 και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά απαράδεκτη η αγωγή, υποπίπτοντας, έτσι, στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 (παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.3198/1955, που δεν ήταν εφαρμοστέα), 8 (υπέρβασης του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης του εναγομένου, χωρίς την προβολή λόγου έφεσης) και 16 (κατά παράβαση του νόμου το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, απορρέον από την 15032/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι όμως και από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο, καθόσον ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής και όχι ουσιαστικού δικαίου διάταξης, όπως είναι η προαναφερόμενη του άρθρου 6 του Ν. 3198/1955 (ΑΠ 524/2018, ΑΠ 1518/2008).
Και τούτο, διότι οι λόγοι αυτοί, ανάγονται, όπως και οι ίδιοι αναιρεσείοντες αναφέρουν στο αναιρετήριο, σε επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλόμενης απόφασης, ενώ η προπαρατιθέμενη κύρια αιτιολογία περί της νομικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής, η οποία πλήττεται πλέον ανεπιτυχώς αναιρετικά, στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-8-2019 αίτηση για αναίρεσης της 651/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ