Appeal dismissed because lower court correctly rejected vague set-off claim lacking factual basis for contract rescission.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of a set-off claim. The appellants sought to offset a debt with a claim for price return based on alleged impossibility of performance, but failed to provide specific facts proving the contract was rescinded or breached. The court held that mere attempts to collect bank drafts without establishing legal grounds for contract termination were insufficient to support the set-off request.
Legislator headnote
AI generatedArticles 380 et seq. of the Civil Code; A vague set-off claim lacking specific facts proving contract rescission or breach is inadmissible as it fails to substantiate the legal basis for offsetting a debt.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 742 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 742/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ε. Μ. του Η., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Β. του Β. και Θ. - Ν. Κ. του Α., κατοίκων ... ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων τους Α. Β. και Β. Β. και 2) Π. Κ. του Α. και Β. Δ. του Π., κατοίκων ... ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους Σ. Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ματέλλα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι α) ανακαλεί την από 10-9-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) οι Α. Β. του Ι. και Β. Β. του Ι., κάτοικοι ..., των οποίων ασκούσαν τη γονική μέριμνα οι γονείς τους (1οι ως άνω), ενηλικιώθηκαν, συνεχίζουν ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4413/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2968/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 28-2-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο Νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με αριθμούς ...12.10.2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Μ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (4.10.2019), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων στις αναιρεσείουσες.
Επομένως, εφόσον αυτές δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ.
ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν την κατάργησή του από το Ν. 4335/ 2015) και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα με αριθμό 2968/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 και 556 § 1 ΚΠολΔ.). Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου παραστάθηκαν ατομικώς, νομίμως εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους οι, στο μεταξύ, μετα την άσκηση της αναίρεσης, ενηλικιωθέντες (άρθρα 127 ΑΚ και 63 ΑΚ) των αναιρεσιβλήτων Α. και Β. Β., καθώς με την ενηλικίωσή τους έπαυσε αυτοδικαίως η επ'αυτών κατ'αρθρο 1510 ΑΚ αντιπροσωπευτική εξουσία των ενεργούντων για λογαριασμό τους υπό την ιδιότητα των ασκούντων την γονική μέριμνα αναιρεσιβλήτων Ι.
Β. και Ν. Κ.. Κατά τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 (άρθρα 12 του ν. 813/1978, 3 του ν. 2041/1992) "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", όπως ήδη ισχύει (μετα την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 3853/17-6-2010), η οποία θεσπίσθηκε προς προστασία του εκμισθωτή, από τον κίνδυνο πρόωρης και αιφνίδιας λύσης της μίσθωσης, ο μισθωτής μπορεί, μετά την πάροδο έτους, από την έναρξη της σύμβασης, να καταγγείλει εγγράφως τη μίσθωση, οπότε οφείλει στον εκμισθωτή, ως αποζημίωση, το καταβαλλόμενο κατά τον χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα ενός μηνός.
Τα αποτελέσματα της καταγγελίας αυτής επέρχονται μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριών (3) μηνών, με συνέπεια, κατά το χρονικό αυτό διάστημα να υπέχει ο μισθωτής υποχρέωση καταβολής των αντίστοιχων μισθωμάτων. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το ως άνω ποσό (αποζημίωσης) δεν οφείλεται, όταν ο μισθωτής καταγγέλλει προώρως τη μίσθωση, για σπουδαίο λόγο, κατά τα άρθρα 281, 288, 588, 672 και 766 ΑΚ, οπότε τα συγκροτούντα τον λόγο αυτόν περιστατικά πρέπει να αποτελούν και το περιεχόμενο της καταγγελίας.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ενώ ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β` ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1203/2018).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενό της (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 912/2018, ΑΠ 486/2018). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.
α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικά μόνον αν αυτά αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.), με την έννοια της εξειδικεύσεως αόριστων νομικών εννοιών ή της υπαγωγής σε αυτούς πραγματικών περιστατικών, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών και συνδέονται με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Έτσι, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας διαρκούς συμβάσεως υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου καταγγελίας διαρκούς συμβάσεως.
Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι οι ενάγοντες αυτής και ήδη αναιρεσίβλητοι εκμισθωτές με την από 10.10.2013 και με αριθμ. κατάθεσης 25339/2013 αγωγή τους, την οποία άσκησαν κατά των σ' αυτήν εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών, της πρώτης εξ αυτών μισθώτριας και της δεύτερης ως εγγυήτριας υπερ της πρώτης για την εις ολόκληρο με αυτήν ευθύνη των εκ της μισθώσεως τυχόν ανακυπτουσών οικονομικών υποχρεώσεων, επικαλέσθηκαν ότι, η μεταξύ αυτών και της πρώτης εναγομένης μισθώτριας από 7.2.2012 υφιστάμενη, διαρκείας 12 ετών, υπαγόμενη στη ρύθμιση του π.δ/τος 34/1995, μίσθωση του σ' αυτήν περιγραφομένου μισθίου, έληξε πρόωρα, καθώς η μισθώτρια εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα κατήγγειλε αυτήν σύμφωνα με το άρθρο 43 του ως άνω π.δ/τος, με την από 7.6.2013 εξώδικη καταγγελία που επέδωσε σ' αυτούς στις 11.6.2013.
Βάσει αυτών οι ενάγοντες εκμισθωτές ζήτησαν, εκτός από την λόγω λήξης της μίσθωσης απόδοση του μισθίου, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά: α) των οφειλομένων μισθωμάτων χρήσης του 2012 - 2013, β) των μισθωμάτων του τριμήνου που μεσολάβησε από την καταγγελία μέχρι τη λύση της μίσθωσης πλέον του ενός μηνιαίου μισθώματος ως αποζημίωσης και γ) της αποζημίωσης χρήσης.
Η αγωγή εκδικάστηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και εξεδόθη η με αριθμό 4413/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία, έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν. Με την ίδια απόφαση ο ισχυρισμός, που οι εναγόμενες μισθώτριες προέβαλαν, μεταξύ άλλων, προς αντίκρουση της αγωγής, επικαλούμενες ότι η καταγγελία έγινε για σπουδαίο λόγο απορρίφθηκε ως απαράδεκτος λόγω μη καταχώρησης αυτού στα πρακτικά της συζήτησης.
Ακολούθως οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά της πρωτόδικης απόφασης την με αριθμ. καταθ. 1448/20.4. 2015 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω με αριθμό 2968/2017 προσβαλλομένη απόφασή του με την οποία αυτή απορρίφθηκε Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αιτιώνται το Εφετείο, ότι με το να απορρίψει ως απαράδεκτο τον, προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής, ισχυρισμό τους ότι η με την από 7-6-2013 εξώδικη δήλωσή τους καταγγελία της ένδικης μίσθωσης έγινε εκ μέρους τους για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην αδυναμία εκδόσεως άδειας λειτουργίας της λειτουργούσας στο μίσθιο επιχείρησής τους, λόγω πολεοδομικών παραβάσεων του μισθίου, τον οποίο είχαν προτείνει πρωτοδίκως παραδεκτά προς απόκρουση της ως άνω αγωγής των αναιρεσιβλήτων - εκμισθωτών και επανέφεραν με σχετικό λόγο της έφεσής τους, υπέπεσε στην από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, αφενός μεν διότι εξέλαβε εσφαλμένα αυτόν ως ένσταση, ενώ επρόκειτο για αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό, μη υποκείμενο στους κατ' άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ περιορισμούς της παραδεκτής προβολής των ενστάσεων, αφετέρου διότι ο ίδιος ισχυρισμός παραδεκτώς προεβλήθη με μόνη την αναφορά της πληρεξούσιας δικηγόρου στο περιεχόμενο των προτάσεων που κατατέθηκαν επί της έδρας κατά την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου συζήτηση.
Με το δεύτερο λόγο προσάπτουν στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενες το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τους παραδεκτώς προβληθέντες στον πρώτο βαθμό ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς τους που επαναφέρθηκαν με λόγο έφεσης ότι με τη θεμελιούμενη στους όρους 5 εδ.
β και 8 εδ. 6 της σύμβασης μίσθωσης από 7-6-2013 εξώδικη δήλωση - καταγγελία τους και την επίκληση σε αυτή του σπουδαίου λόγου της μη αδειοδότησης του μισθίου, η οποία επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους την 11-6-2007, επήλθε η λύση της μίσθωσης αζημίως στις 11-6-2013 και όχι στις 11-9-2013. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, αιτιώμενες το Εφετείο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 43 του π.δ/τος 34/1995, 281, 288, 588, 672, 766 ΑΚ αφ' ενός, και ότι τα αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά δεν ήταν επαρκή για τη θεμελίωση της λύσης της μίσθωσης και των συνδεομένων με αυτή αγωγικών αξιώσεων στη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 § 2) προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο της ως άνω έφεσης δεχόμενο κατά τα παρακάτω αναφερόμενα επί λέξει στο σκεπτικό της: "Με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούσες παραπονούνται επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν άσκησε την απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 236 ΚΠολΔ υποχρέωσή του να καθοδηγήσει το διάδικο και συγκεκριμένα τις τότε εναγόμενες ως προς τον τρόπο υποβολής της ένστασηή τους ότι η καταγγελία της μίσθωσης έγινε για σπουδαίο λόγο και ειδικότερα λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου (πολεοδομικών αυθαιρεσιών) που εμπόδιζαν ολικώς τη χρήση αυτού, με συνέπεια να μην οφείλουν αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της μίσθωσης ούτε και αποζημίωση χρήσης.
Συγκεκριμένα, προσάπτουν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι δεν ζήτησε από τις ενάγουσες την προφορική ανάπτυξη της ένστασης κατά τη συζήτηση της αγωγής, ώστε αυτή να καταχωριστεί στα πρακτικά συζήτησης, παρά το γεγονός ότι η ένσταση περιλαμβανόταν, πλήρως ανεπτυγμένη, στις προτάσεις που κατέθεσαν, με αποτέλεσμα να μην προβληθεί παραδεκτά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ.
β περ. β και γ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο της συζήτησης της αγωγής. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθώς η καθοδηγητική υποχρέωση του δικαστηρίου αναφέρεται στην αποσαφήνιση του περιεχομένου των ισχυρισμών που προβάλλονται αορίστως ή αντιφατικώς από το διάδικο και μόνο ως προς τα πραγματικά περιστατικά που τους συγκροτούν, όχι όμως και στον τρόπο προβολής τους, η ευθύνη για την ορθότητα του οποίου ανήκει αποκλειστικώς στον διάδικο που είχε την πρωτοβουλία να τούς προβάλει".
Ακολούθως η προσβαλλομένη δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της λήξης της μίσθωσης τα εξής: "Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του 50% εξ αδιαιρέτου, και ειδικότερα, κατά ποσοστό 12,5% ο πρώτος, 12,5% ο δεύτερος και 25% η τρίτη, του ... κληροτεμαχίου Α' κατηγορίας, έκτασης 7.277 τ.μ. (σύμφωνα με την εγγραφή στο Κτηματολόγιο Καλαμαριάς), που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του Δήμου Θέρμης, της Περιφερειακής Ενότητας και Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς, μετά του επ' αυτού κτίσματος, αποτελούμενου από υπόγειο χώρο, εμβαδού 144,22 τ.μ., ισόγειο εμβαδού 744,57 τ.μ.
και όροφο, εμβαδού 481,25 τ.μ., το οποίο έχει ανεγερθεί δυνάμει της ...2005 οικοδομικής άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης. Το υπόλοιπο 50% εξ αδιαιρέτου ανήκει κατά κυριότητα στην πρώτη των εναγομένων. Με το από 7.12.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης οι ενάγοντες εκμίσθωσαν στην πρώτη εναγομένη το ιδανικό τους μερίδιο για να το χρησιμοποιήσει ως κέντρο διασκέδασης και κάθε είδους κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, εκτός από οίκο ανοχής.
Η μίσθωση συμφωνήθηκε για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών, που άρχιζε την 7.2.2012 και έληγε την 6.2.2024, αντί μηνιαίου μισθώματος 3.900 ευρώ για τον πρώτο χρόνο..., αναπροσαρμοζόμενου στη συνέχεια ετησίως, κατά ποσοστό ίσο με το δείκτη τιμών καταναλωτή, όπως αυτός θα ανακοινωνόταν από την αρμόδια υπηρεσία ως μέσος όρος για το αμέσως προηγούμενο της αναπροσαρμογής δωδεκάμηνο, προσαυξημένος κατά μία ακέραιη μονάδα, και υπολογιζόμενος επί του καταβαλλόμενου μισθώματος του αμέσως προηγούμενου έτους.
Επιπλέον ορίσθηκε ότι το μίσθωμα έπρεπε να προκαταβάλλεται από την 7η έως τη 12η ημέρα εκάστου ημερολογιακού μηνός και ότι το τέλος χαρτοσήμου, ύψους 3,6% επί του εκάστοτε μηνιαίου μισθώματος θα βάραινε την μισθώτρια. Την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της μισθώτριας από την ανωτέρω σύμβαση εγγυήθηκε εγγράφως η δεύτερη των εναγομένων, η οποία υπέγραψε ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη στο μισθωτήριο έγγραφο, αναλαμβάνοντας την αλληλεγγύως και εις ολόκληρο (με την μισθώτρια) ευθύνη ως πρωτοφειλέτρια έναντι των εκμισθωτών για την καταβολή των μισθωμάτων και την πιστή και ακριβή εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων της (μισθώτριας), που απορρέουν από την ως άνω σύμβαση.
Αμέσως μετά την κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης η πρώτη εναγομένη εγκαταστάθηκε στο μίσθιο ακίνητο κάνοντας χρήση αυτού, αλλά στις 7.6.2013 με εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε τον καθένα από τους ενάγοντες στις 11.6.2013, κατήγγειλε τη μίσθωση, κατά τη δήλωσή της αζημίως λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου-πολεοδομικές παραβάσεις που καθιστούσαν αδύνατη την έκδοση άδειας λειτουργίας για την εγκατεστημένη σε αυτό επιχείρηση κέντρου διασκεδάσεως και επομένως τη χρήση του.
Δεδομένου ότι οι αιτιάσεις της πρώτης εναγομένης για τα πραγματικά ελαττώματα δεν αποδείχθηκαν, αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε πλήρη γνώση των πολεοδομικών παραβάσεων για αυτό και έγινε έμμεση πλην εκτενής αναφορά σε αυτές στον όρο 8 του συμφωνητικού και επομένως σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να τις επικαλεστεί, η ως άνω καταγγελία επέφερε τις συνέπειες αυτής μετά την πάροδο τριών μηνών από τη γνωστοποίηση της, δηλαδή στις 11.9.2013.
Η μισθώτρια εταιρία, αν και καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης χρησιμοποιούσε ακωλύτως τον ως άνω μίσθιο χώρο, καθυστέρησε να καταβάλει στους ενάγοντες τα συμφωνηθέντα μισθώματα με τα αναλογούντα σ' αυτά τέλη χαρτοσήμου σε όλο το διάστημα από την 7.7.2012 μέχρι την 10.9.2013, δηλαδή καθυστέρησε να καταβάλει τα μισθώματα 14 μηνών και 4 ημερών...".
Από τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές που συνθέτουν το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου προκύπτει, ότι κατά την ουσιαστική έρευνα της αγωγής το Εφετείο έλαβε υπόψη και απάντησε στους πιο πάνω ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών συμπεριλαμβάνοντας στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης, αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της καταγγελίας της μίσθωσης από την πρώτη αναιρεσείουσα για σπουδαίο λόγο, δεχόμενο ότι με την από 7-6-2013 εξώδικη δήλωση της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας μισθώτριας που επιδόθηκε σε καθένα από τους ενάγοντες στις 11-6-2013 η ως άνω μισθώτρια κατήγγειλε την ένδικη μίσθωση κατά δήλωσή της αζημίως λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου - πολεοδομικές παραβάσεις που καθιστούσαν αδύνατη την έκδοση άδειας λειτουργίας για την εγκατάσταση σε αυτό επιχείρησης - κέντρου διασκέδασης και επομένως τη χρήση του και ότι οι αιτιάσεις της πρώτης εναγομένης για πραγματικά ελαττώματα του μισθίου δεν αποδείχθηκαν, αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η εναγομένη μισθώτρια είχε πλήρη γνώση των πολεοδομικών παραβάσεων, γι' αυτό και έγινε έμμεση πλην εκτενής αναφορά σ' αυτές στον όρο 8 του συμφωνητικού και ότι η ως άνω καταγγελία επέφερε τα αποτελέσματά της μετά πάροδο τριών μηνών από την κατά τα ανωτέρω επίδοσή της (γνωστοποίησή της, δηλ.
Στις 11-9-2013), απορρίπτοντας με τις κρίσεις του τις σχετικές, προβληθείσες ένωπιόν του, συνδεόμενες με την συνδρομή του (του σπουδαίου λόγου} αιτιάσεις και ειδικότερα, ότι η τελευταία παρεμποδίστηκε στη συμφωνημένη χρήση του μισθίου λόγω αδυναμίας έκδοσης άδειας λειτουργίας που οφειλόταν σε υφιστάμενα κατά την κατάρτιση της σύμβασης πραγματικά ελαττώματα (πολεοδομικές παραβάσεις).
Συνεπώς, ενόψει των ως άνω παραδοχών, ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι ως προς αμφότερα τα μέρη του αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό του αναφερόμενου σ' αυτόν ισχυρισμού ως ένστασης ή άρνησης το Εφετείο έλαβε υπόψη και απάντησε στον εν λόγω ισχυρισμό με τον οποίο αιτιολογημένα αντικρούονται τα αγωγικά αιτήματα της καταβολής μισθωμάτων του διαμεσολαβήσαντος μέχρι την λύση της μίσθωσης τριμήνου και της αποζημίωσης ενός μηναίου μισθώματος και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη προταθέντων πραγμάτων, απορριπτομένου του σχετικού δεύτερου αναιρετικού λόγου ως αβασίμου.
Επομένως οι ως άνω πρώτος, και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι πρέπει κατά ως άνω ν' απορριφθούν. Τέλος το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η λήξη της ένδικης μισθωτικής σύμβασης επήλθε πρόωρα λόγω της από μέρους των αναιρεσειουσών (εναγομένων - εκκαλουσών) εξώδικης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995, καταγγελίας, επιδικάζοντας ως εκ τούτου στους αναιρεσιβλήτους τις συνδεόμενες με αυτήν αξιώσεις, της καταβολής ενός μισθώματος ως αποζημίωσης και τα μισθώματα των τριών μηνών μέχρι τη λύση της μίσθωσης, δεν παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη και ούτε αξίωσε λιγότερα στοιχεία για την εφαρμογή της, εφόσον στο δικόγραφο της αγωγής περιλαμβανεται ακριβής περιγραφή του μισθίου, ο χρόνος κατάρτισης της ένδικης μίσθωσης, η συμβατική διάρκειά της, το συμφωνηθέν και το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της καταγγελίας μίσθωσης, μίσθωμα και επομένως με βάση τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής αλλά και τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο πληρούντο οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 και όχι των ως άνω διατάξεων που επικαλούνται ως εφαρμοστέες οι αναιρεσείουσες, ενόψει και των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι εναγόμενες μισθώτριες είχαν πλήρη γνώση των πολεοδομικών παραβάσεων των οποίων έγινε εκτενής αναφορά στον όρο 8 του συμφωνητικού και επομένως σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να τις επικαλεστούν.
Συνεπώς είναι αβάσιμες και οι αιτιάσεις των αναιρεσειουσών, ότι το Εφετείο με το να μη δεχθεί ότι η μισθωτική σύμβαση λύθηκε με καταγγελία λόγω συνδρομής του επικαλούμενου απ' αυτές ως σπουδαίου λόγου, παραβίασε ευθέως διατάξεις των άρθρων 281, 288, 588, 672 και 766 ΑΚ. Επιπλέον και η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να μη δεχθεί ότι η οφειλόμενη σε πολεοδομικές παραβάσεις έλλειψη δυνατότητας αδειοδότησης του μισθίου για τη λειτουργία του ως κέντρου διασκεδάσεως στοιχειοθετεί σπουδαίο για την καταγγελία της μίσθωσης λόγο, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς τον προσδιορισμό της αόριστης νομικής έννοιας του "σπουδαίου λόγου" είναι απαράδεκτη, διότι η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων που στοιχειοθετούν τον σπουδαίο λόγο και όχι στην ερμηνεία των άνω κανόνων δικαίου των άρθρων 281, 288, 588, 672 και 766 ΑΚ, ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη, α) η ευθεία παραβίαση νόμου με την εφαρμογή του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995, β) η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας σχετικά με τον προσδιορισμό της αόριστης νομικής έννοιας του σπουδαίου λόγου και γ) της παρά το νόμο μη κήρυξης απαράδεκτου λόγω του ότι τα αναφερόμενα στο δικόγραφο περιστατικά δεν αρκούσαν για την υπαγωγή της καταγγελίας της ένδικης μίσθωσης στη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995, είναι κατά τις παραπάνω διακρίσεις απαράδεκτος και αβάσιμος Σε κάθε περίπτωση οι ως άνω πρώτος, δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι στο σύνολό τους, διότι υπό την επίφαση των αναιρετικών πλημμελειών του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 14 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεως γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γεννήσεώς τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 84/2019).
Κατά την έννοια του άρθρου 166 του Α.Κ., το προσύμφωνο, με το οποίο τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, αποτελεί αυτοτελή σύμβαση, η αθέτηση δε της υποχρέωσης αυτής, εφόσον έχει τηρηθεί ο τύπος που ορίζει ο νόμος για τη σύμβαση που πρέπει να συναφθεί, μπορεί να θεμελιώσει υποχρέωση αποζημίωσης για τη μη εκπλήρωσή της οφειλομένης από την οριστική σύμβαση παροχής, είτε αυτή οφείλεται σε αδυναμία, είτε σε υπερημερία του οφειλέτου κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 380 επ.
του Α.Κ. (ΑΠ 957/2019, ΑΠ 842/2009). Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου της ένστασης συμψηφισμού κατά το μέρος που αυτή απορρίφθηκε ως αόριστη. Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενες - αναιρεσείουσες μισθώτριες κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δια της πληρεξούσιας αυτών δικηγόρου, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συζήτησης, αλλά και με τις προτάσεις που κατέθεσαν επί της έδρας, προέβαλαν ένσταση συμψηφισμού χρονικά συμπιπτουσών με τις αγωγικές αξιώσεις, ομοειδών έναντι των αναιρεσιβλήτων εκμισθωτών ληξιπροθέσμων ανταπαιτήσεων, στις οποίες συμπεριέλαβαν απαίτηση ποσού 150.000 ευρώ που κατέβαλαν στους νομίμους αντιπροσώπους των ανηλίκων τότε εκμισθωτών ως προκαταβολή του τιμήματος για τη δυνάμει των με αριθμούς .../2010 και .../2010 συμβολαιογραφικών προσυμφώνων μελλοντική πώληση της εναπομένουσας σ' αυτούς κατά ποσοστό 50% κυριότητας του μισθίου ακινήτου.
Ειδικότερα προς θεμελίωση της σχετικής εκ της συμβάσεως πωλήσεως δια προσυμφώνου προελθούσης αξιώσεώς τους παρέθεσαν στις προτάσεις τους, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση του περιεχομένου των από τον Άρειο Πάγο, (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα εξής περιστατικά: (α) Το ισομερώς και εξ αδιαιρέτου κατά 50% δικαίωμα κυριότητας που έχει επί του ενδίκου μισθίου η πρώτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών μισθώτρια με τους αντιπροσωπευόμενους από τους αναιρεσιβλήτους ενάγοντες ανήλικους συνεκμισθωτές δυνάμει του υπ' αριθμ. .../26.02. 2010 συμβολαίου πώλησης. (β) Ότι, δυνάμει των με αριθμό .../2010 και .../2010 συμβολαιογραφικών προσυμφώνων που συνήφθησαν μεταξύ της πρώτης εναγομένης εταιρίας και των νομίμων αντιπροσώπων των εκπροσωπουμένων ανηλίκων εναγόντων συγκυρίων και προκειμένου να καταστεί η πρώτη εναγομένη αποκλειστική κυρία του μισθίου, συμφωνήθηκε η δια πωλήσεως μεταβίβαση σ' αυτήν της κυριότητας του υπολοίπου ποσοστού (50%) της κυριότητας του ακινήτου κατά το ανήκον σε κάθε ένα των εκπροσωπουμένων ανηλίκων ποσοστό. (γ) Ότι ως τίμημα της πώλησης προσυμφωνήθηκε, για μεν το ποσοστό του 25% που ανήκε ισομερώς στους δύο πρώτους ενάγοντες, το ποσό των 1.260.000 ευρώ, έναντι του οποίου δόθηκε ως προκαταβολή το συνολικό ποσό των 130.000 ευρώ, για δε το υπόλοιπο 25% που ανήκε στην τρίτη από τους ενάγοντες το ποσό των 660.000 ευρώ, έναντι του οποίου δόθηκε ως προκαταβολή το ποσό των 20.000 ευρώ. (δ) Ότι σύμφωνα με τις υποσχέσεις των ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανήλικων συνιδιοκτητών του μισθίου, τα οριστικά συμβόλαια θα υπογράφονταν τον Απρίλιο του 2010, οπότε και θα είχαν εκδοθεί οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις επί των αιτήσεών τους για παροχή από το Δικαστήριο άδειας εκποίησης των ως άνω ποσοστών συγκυριότητας των ανηλίκων. (ε) Ότι την 15.04.2010 εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 12484/2010 και 12480/2010 αποφάσεις οι οποίες απέρριψαν τις ως άνω αιτήσεις. (στ) Ότι στη συνέχεια, οι ασκούντες τη γονική μέριμνα των ανηλίκων δεσμεύτηκαν να προσβάλουν τις εν λόγω αποφάσεις, ώστε να λάβουν την απαιτούμενη άδεια και να επιτραπεί τελικά η πώληση, προς τούτο δε ακολούθησαν τα υπ' αριθμ. .../04.05. 2010 και .../04.05.2010 επαναληπτικά προσύμφωνα, ενώ συμφωνήθηκε ως ημερομηνία υπογραφής της οριστικής σύμβασης πώλησης η 30.06.2010. (ζ) Ότι τον Ιούλιο του 2010 και ενώ δεν είχε εκδοθεί ακόμη η απόφαση οι ως άνω, για λογαριασμό των ανηλίκων εναγόντων ενεργούντες και υπό την ιδιότητα των ασκούντων την γονική μέριμνα, νόμιμοι αντιπρόσωποι αυτών, επιχείρησαν να εισπράξουν τα ποσά των επιταγών, που στο μεταξύ είχαν παραδοθεί σ' αυτούς, πέραν της ως άνω προκαταβολής, με τη συμφωνία να εμφανιστούν μετά την έκδοση των σχετικών αποφάσεων, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν μεταξύ των αντισυμβαλλομένων εντάσεις και να διαρρηχθούν οι σχέσεις τους. (η) Ότι αντηλλάγησαν μεταξύ τους εξώδικες διαμαρτυρίες, με τις οποίες η πρώτη εναγομένη αγοράστρια ζητούσε την επιστροφή της καταβληθείσας συνολικού ποσού 150.000 ευρώ προκαταβολής, την οποία ωστόσο οι ως άνω πωλητές και ήδη ενάγοντες συνεκμισθωτές δεν έχουν ακόμη αποδώσει.
Η ως άνω απορριφθείσα πρωτοβαθμίως ως αόριστη, (κατά το μέρος αυτό), ένσταση, επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το δεύτερο λόγο έφεσης, στον οποίο οι εκκαλούσες και ήδη αναιρεσείουσες εξέθεσαν κατά το ενδιαφέρον για την αναίρεση μέρος, επακριβώς τα εξής: "Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε εσφαλμένα τον ισχυρισμό μας περί συμψηφισμού των αγωγικών απαιτήσεων με ανταπαιτήσεις μας κατά των εναγόντων, συνολικού ύψους 347.398,40 ευρώ.
Συγκεκριμένα, θεώρησε ως αόριστο τον ισχυρισμό μας για το επιμέρους ποσό των 150.000 ευρώ, για το λόγο ότι φέρεται να μην εκθέσαμε με πληρότητα την αιτία, για την οποία υπήρχε υποχρέωση επιστροφής της προκαταβολής που έδωσε στους ενάγοντες η πρώτη από μας. Η κρίση όμως αυτή είναι εσφαλμένη, για το λόγο ότι ο ισχυρισμός μας περιελάμβανε με πληρότητα όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά.
Συγκεκριμένα, όπως αναφέραμε και πρωτόδικα: α) οι δύο πρώτοι των αντιδίκων έλαβαν το ποσό των € 130.000, ήτοι € 65.000 έκαστος (σύμφωνα με το υπ' αριθμ. .../23.03.2010 προσύμφωνο αγοραπωλησίας) και για τον λόγο τούτο νομίμως και παραδεκτώς προβάλαμε την ένσταση συμψηφισμού της ως άνω περιγραφείσης βέβαιης, εκκαθαρισμένης, ληξιπρόθεσμης και απαιτητής αξίωσης, ήτοι ποσού € 65.000 από τον καθένα τους.
Επίσης, η τρίτη των αντιδίκων έλαβε το ποσό των € 20.000 σύμφωνα με το υπ' αριθμ. .../23.03.2010 προσύμφωνο αγοραπωλησίας) και για τον λόγο τούτο νομίμως και παραδεκτώς, προβάλαμε την ένσταση συμψηφισμού της ως άνω περιγραφείσης βέβαιης, εκκαθαρισμένης, ληξιπρόθεσμης και απαιτητής αξίωσης, που διατηρούμε σε βάρος της, ήτοι ποσού € 20.000".
Η προσβαλλομένη, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, αφού διέλαβε στο σκεπτικό της τα ως άνω περιστατικά, που οι εναγόμενες προς θεμελίωση της ως άνω προς συμψηφισμό της αξίωσής τους ποσού 150.000 ευρώ επικαλέστηκαν στις επί της έδρας του Πρωτοβαθμίου κατατεθείσες προτάσεις τους, απέρριψε αυτή ομοίως με την Πρωτόδικη ως αόριστη με την παρακάτω κατά λέξη αιτιολογία: "Έχοντας το περιεχόμενο αυτό η ένσταση ορθά απορρίφθηκε εν μέρει ως αόριστη, καθώς οι εναγόμενες δεν εκθέτουν τα πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία έχουν δικαίωμα να αναζητήσουν την προκαταβολή του τιμήματος την οποία προτείνουν σε συμψηφισμό και ειδικότερα, δεν αναφέρουν με τρόπο σαφή και ορισμένο, ότι η οριστική σύμβαση κατέστη αδύνατη από υπαιτιότητα των εναγόντων".
Από την επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων της ενιστάμενης - τότε εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας προκύπτει, ότι δεν προσδιορίζονται επαρκώς τα αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος αυτής να απαιτήσει την επιστροφή του καταβληθέντος δυνάμει όρου του προσυμφώνου ως άνω ποσού, όπως κατ' εφαρμογή των γενικών διατάξεων των άρθρων 380 επ.
ΑΚ (περί αδυναμίας παροχής υπερημερίας οφειλέτη κ.λπ.) είτε λόγω λύσεως του προσυμφώνου κατόπιν συμφωνίας ή για άλλο νόμιμο λόγο. Ειδικότερα δεν αναφέρονται περιστατικά που να στοιχειοθετούν την υπαγωγή της, ως άνω, προς συμψηφισμό προτεινόμενης, ένδικης αξίωσης στις διατάξεις των άρθρων 380 επ. ΑΚ. ή σε άλλο νόμιμο λόγο.
Η από μέρους των νομίμων αντιπροσώπων των ανηλίκων πωλητών, απόπειρα είσπραξης των τραπεζικών επιταγών, που χάριν καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος είχαν παραδώσει σ' αυτούς οι αναιρεσείουσες, χωρίς να έχει προηγηθεί η εκπλήρωση της ανειλημμένης με τη σύμβαση παροχής και η ρήξη που επήλθε μετά απ'αυτό στις προσωπικές σχέσεις των αντισυμβαλλομένων, δεν αποτελούν από μόνα τους παραγωγικά της ως άνω συμψηφιστέας αξίωσης περιστατικά χωρίς την επίκληση άλλων περιστατικών, όπως π.χ.
περιστατικών πλημμελούς εκπλήρωσης ή παράβασης των όρων του προσυμφώνου, που συνεπάγονται την ανατροπή τούτου. Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 2968/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ