Legislator Case Law & Legislation
742/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to lack of substantive review in lower court.

Case Number 742/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Chania's decision. The appellant argued that the appellate court failed to properly evaluate evidence and contradictorily rejected her property claims. The court ruled these grounds inadmissible because the lower court had already substantively examined the case and the technical report cited was not a document subject to cassation review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 19 and 20 of Article 559 of the Code of Civil Procedure; Cassation grounds are inadmissible if the lower court has already conducted a substantive examination of the case or if the cited technical report does not constitute a document subject to cassation review.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible grounds substantive examination technical report property ownership evidence evaluation legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 20 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, Section 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, Section 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 24/92

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 742 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 742/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ι. Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Φεβρουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. συζ. Γ. Β., το γένος Μ. Κ., δικηγόρου, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ι. Κάππο. Των αναιρεσίβλητων: 1.Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 2.συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία <....ΠΕ>, που εδρεύει στα …και εκπροσωπείται νόμιμα, 3.Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 4.Γ. χήρας Γ. Κ., το γένος Λ. Α., κατοίκου ..., 5.Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 6.Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ... (οι 4η 5η 6ος συνεχίζουν τη δίκη ως πλησιέστεροι συγγενείς του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Γ. Κ.), 7.Α. χήρας Ε. Κ., το γένος Π. Π., κατοίκου ... και 8. Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., (οι 7η και 8η συνεχίζουν τη δίκη ως πλησιέστεροι συγγενείς του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Ε. Κ.) οι οποίοι, άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Γκάζη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2008 αγωγή των αρχικώς εναγόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 243/2010 μη οριστική,112/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 140/2018 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-10-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της της αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Εξετέρου ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/92).

Ο παραπάνω (από τον αρ.19) λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, κατά το άρθρο 561§1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Περαιτέρω, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά τον αρ.20 του άνω άρθρου, αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 του ιδίου κώδικος ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των πιο πάνω άρθρων, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγμ/νης και το συνοδεύον αυτήν σχεδιάγραμμα, τα πρακτικά συνεδριάσεως με τις σε αυτά εμπεριεχόμενες καταθέσεις μαρτύρων, η εισηγητική έκθεση εξετάσεως μαρτύρων, καθώς και τα έχοντα χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται με αίτηση των διαδίκων.

ΙΙ. Το Μονομελές Εφετείο Κρήτης με την προσβαλλομένη, 140/2018, απόφασή του ως προς την 3η αναιρεσίβλητη, καθώς και ως προς τους Γ. Κ. και Ε. Κ., που ήδη και κατά την έκκλητη δίκη είχαν υπεισέλθει στην δικονομική τους θέση μετά τον θάνατο αυτών οι 4η έως και 8η αναιρεσίβλητοι απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση της εναγομένης και νυν αναιρεσείουσας κατά της 112/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων που είχε δεχθεί εν μέρει την ένδικη αγωγή ως προς την 1η και 2ο των αναιρεσιβλήτων για αναγνώριση της κυριότητός τους επί εδαφικού τμήματος 59,44 μ2 στον ..., ως προς τους οποίους, αφού προχώρησε σε ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως, απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επιτρεπτώς επισκοπούμενες, έχουν ως εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, οι οποίες δόθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με τις συνεκκαλούμενες - μη οριστική και οριστική - αποφάσεις του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι είτε για άμεση και έμμεση απόδειξη, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, από την από 15-3-2012 γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα Β.Λ., αγρονόμου-Τοπογράφου Μηχανικού και από τις λοιπές τεχνικές εκθέσεις που επίσης προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση αποδεικνύονται τα εξής:

Οι ενάγοντες Α. Μ. του Ι., κάτοικος ... και ο συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Π.Ε." και έδρα τα Χανιά, έχουν δικαίωμα συγκυριότητας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους σε ένα οικόπεδο που βρίσκεται στο Ο.Τ. Τ5 και στη θέση "..." του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου .... Το οικόπεδο συνορεύει βόρεια με δημοτική οδό και μετά από αυτή με αιγιαλό, νότια με δημοτική οδό, δυτικά με ιδιοκτησία Δ.

Μ. και ανατολικά με το επίδικο τμήμα, το οποίο αποτυπώνεται με ευκρίνεια και με στοιχεία 02-01-01'-02' στο από Μαρτίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο Β.Λ., Τοπογράφος Μηχανικός, κάτοικος .... Η εδαφική λωρίδα - για την οποία ερίζουν οι διάδικοι - έχει σχήμα ανεστραμμένου τριγώνου, συνολικό εμβαδόν 59,44 τετραγωνικών μέτρων, περίμετρο 125,83 μέτρα και συνορεύει από την ανατολική του πλευρά με ιδιοκτησία της εναγομένης Π.

Β.-Κ., κατοίκου .... Το ανατολικό όριο του επιδίκου αποτυπώνεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία 01'-02'. Οι διάδικοι ομολογούν πλήρως τα γεγονότα. Αρχικά είχαν δικαίωμα συγκυριότητας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο - όπως και στο επίδικο τμήμα του - που βρίσκεται στην ανατολική του πλευρά και συνορεύει με την ιδιοκτησία της εναγομένης - οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, Α.

Ψ. του Ε., σύζυγος Ε. Κ., κάτοικος ... και ο αδελφός της Ι. Ψ. του Ε., κάτοικος όσο ζούσε, ... Η Α. Ψ. του Ε. και ο σύζυγός της Ε. Κ. του Γ. πέθαναν στην ..., η πρώτη στις 14-1-1985 και ο δεύτερος στις 28-5-1999. Τα τέκνα τους, Σ. Κ. του Ε., κάτοικος ..., Γ. Κ.ς του Ε. και Ε. Κ.ς του Ε., κάτοικοι ..., αποδέχθηκαν νομότυπα την κληρονομία των γονέων τους και μετέγραψαν τις δηλώσεις αποδοχής (βλ.

τις υπ' αριθμό …677/18-9-1985 και …94/22-10-1999 δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας που συντάθηκαν ενώπιον των Συμβολαιογράφων αντίστοιχα, Α.Τ. και Α.Τ. και οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα). Ο Ι. Ψ. του Ε. στη συνέχεια - με το υπ' αριθμό …19/22-3-1979 συμβόλαιο δωρεάς που είχε συντάξει ο άλλοτε Συμβολαιογράφος Α. Ν.Κ. και το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα - μεταβίβασε το δικαίωμα συγκυριότητάς του στο επίδικο και παρέδωσε τη συννομή του σε αυτό στη θυγατέρα του Μ.

Ψ. του Ι.. Η δωρεοδόχος αργότερα μεταβίβασε λόγω πώλησης το αδιαίρετο δικαίωμά της στο ακίνητο και παρέδωσε τη συννομή της σε αυτό στη Σ. Κ. του Ε., κάτοικο ..., στο Γ. Κ. του Ε. και στον Ε. Κ. του Ε., κατοίκους Αθήνας (βλ. το υπ' αριθμό …911/18-10-1988 συμβόλαιο αγοραπωλησίας που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Χ.Γ.-Π. και το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα).

Οι διάδικοι δεν αμφισβητούν γεγονότα που προαναφέρθηκαν. Αποδεικνύεται επίσης ότι τόσο οι άμεσοι, όσο και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων τουλάχιστον από το έτος 1985 και εφεξής και στη συνέχεια και οι ίδιοι οι ενάγοντες έως και την έγερση της αγωγής τους κατά της εναγομένης στις 11-7-2008, δηλαδή για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, επεδείκνυαν μόνιμα και συστηματικά σαφές και έμπρακτο ενδιαφέρον για το ακίνητό τους.

Το επισκέπτονταν συχνά, το περιποιούντο και προσωπικά, ανέθεταν την καλλιέργειά του σε τρίτα πρόσωπα, το επέβλεπαν, το προστάτευαν από διεκδικήσεις τρίτων και επιθυμούσαν πάντα να το αξιοποιήσουν οικονομικά με τον προσφορότερο τρόπο (βλ. και την κατάθεση του Κ. Μ. ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου).

Οι άμεσοι μάλιστα δικαιοπάροχοι των εναγόντων είχαν υποβάλει και ενστάσεις ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών επιτροπών, όταν με την κήρυξη απαλλοτρίωσης στην περιοχή για την εφαρμογή του σχεδίου πόλης ... η αξία του ακινήτου μειώθηκε (βλ. τις από 23-2-1991 και 21-3-1993 ενστάσεις που προσκομίζονται). Η εναγόμενη επικαλείται, ωστόσο, ότι τόσο οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, όσο και οι ίδιοι δεν νεμήθηκαν ποτέ το επίδικο.

Η συγκεκριμένη διάδικος ισχυρίζεται, ειδικότερα, ότι από το έτος 1945 και εφεξής κατείχε το επίδικο με διάνοια κυρίου ο πατέρας της Μ. Κ., ο οποίος στη συνέχεια, το έτος 1976, παρέδωσε τη νομή του στην ίδια που συνεχίζει έκτοτε να το νέμεται έως και σήμερα. Η εναγομένη όμως ομολογεί ότι το ακίνητο, το οποίο νεμόταν, είχε τη θέση, το εμβαδόν, τις διαστάσεις και τον προσανατολισμό που είχαν αποτυπωθεί το έτος 1938 στον αγροτικό χάρτη της περιοχής, τον οποίο είχε συντάξει η αρμόδια τότε υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνίας ("Χάρτης Κούκου").

Το ακίνητό της επομένως δεν περιλαμβάνει την επίδικη έκταση, η οποία πάντοτε αποτελούσε ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και σήμερα των ίδιων. Ο μάρτυρας Ε. Κ. του Π. - στην υπ' αριθμό ….01/13-10-2015 ένορκη κατάθεσή του, την οποία έδωσε νομότυπα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Χ.Π.-Γ. για να χρησιμοποιηθεί σε άλλη δίκη - αναφέρει χαρακτηριστικά ότι για πολλά χρόνια μίσθωνε και το επίδικο από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και το καλλιεργούσε με οπωροκηπευτικά, τριφύλλι κ.λπ..

έως και το έτος 2005. Ο ίδιος βέβαια μάρτυρας στην υπ' αριθμό …50/23-11-2005 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ε.Γ., η οποία δόθηκε επίσης νομότυπα για να χρησιμοποιηθεί σε άλλη δίκη, διευκρινίζει ότι δεν καλλιεργούσε το επίδικο, αλλά το όμορο προς τη νότια πλευρά του τμήμα του ακινήτου των δικαιοπαρόχων των εναγόντων.

Η δεύτερη όμως αυτή κατάθεση δεν αναιρεί το περιεχόμενο της πρώτης, επειδή ο μάρτυρας αγνοεί το ακριβές εμβαδόν και τα όρια καθεμίας από τις όμορες ιδιοκτησίες των διαδίκων. Τα δύο μάλιστα ακίνητα διακρίνονταν με σαφή και σταθερά σημεία (πασσάλους κ.λπ.), τα οποία διαχώριζαν με ευκρίνεια τις ιδιοκτησίες (βλ.

και τις αεροφωτογραφίες του έτους 1992 της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και του Μ.Α.Ι.Χ. του έτους 1999 που προσκομίζονται). Στη νότια μάλιστα πλευρά του επιδίκου - στην κορυφή του τριγωνικού σχήματός του - υπάρχει ακόμη και σήμερα το όριο των δύο ακινήτων, όπως ορθά σημειώνει και η εναγομένη. Το σημείο μάλιστα αυτό είχε τοποθετηθεί σταθερά εκεί από το έτος 1938.

Η ίδια ωστόσο διάδικος επικαλείται ότι σταθερό επίσης όριο των δύο (2) ιδιοκτησιών αποτελεί σημείο μέσα στο επίδικο, το οποίο είχε τοποθετήσει ο Πολιτικός Μηχανικός που επιμελήθηκε για την ανέγερση οικοδομής στο ακίνητό της που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του επιδίκου. Η εναγομένη μάλιστα τονίζει ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν τη συγκεκριμένη οριοθέτηση.

Το γεγονός είναι αληθές. Οι συγκεκριμένοι όμως διάδικοι θεώρησαν καλόπιστα την οριοθέτηση αυτή ακριβή, μολονότι με τον τρόπο αυτό περιοριζόταν η έκταση του ακινήτου τους, επειδή δεν είχαν αποτυπώσει ποτέ με ακρίβεια τους τίτλους τους επί εδάφους και επιθυμούσαν να μην προσβάλουν δικαιώματα της εναγομένης στο όμορο ακίνητο.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι ενάγοντες δεν νέμονταν το επίδικο, όπως αβάσιμα επικαλείται η εναγομένη. Η μάρτυρας, περαιτέρω, Σ., χήρα Ι. Κ., κάτοικος ..., θεία της εναγομένης, δεν μπορεί να υποστηρίξει επιτυχώς τη θέση της ανηψιάς της, όταν καταθέτει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων κατά τη δικάσιμο της 21-10-2005 σε αίτηση των ήδη εναγόντων κατά της ήδη εναγομένης για προσωρινή ρύθμιση κατάστασης (ασφαλιστικά νομής, άρθρο 734 παρ.2 ΚΠολΔ).

Ο λόγος είναι ότι η μάρτυρας γνωρίζει βέβαια τη θέση των δύο (2) ακινήτων, αλλά αγνοεί ποιο είναι το επίδικο τμήμα. Η ίδια μάρτυρας επιπλέον προσπαθεί να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό που προσβάλλει η συγγενής της ότι το επίδικο εμπίπτει στον τίτλο κυριότητάς της και, συγκεκριμένα, στην υπ' αριθμό 410/1998 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

Διαψεύδεται όμως τόσο από τον πραγματογνώμονα Β. Λ., όσο από τον τεχνικό σύμβουλο της εναγομένης Δ. Μ., Αγρονόμους-Τοπογράφους Μηχανικούς, ..., οι οποίοι (α) στην από 15-3-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο πρώτος από αυτούς και (β) στην από 26-7-2005 τεχνική έκθεση που συνέταξε ο δεύτερος καθιστούν σαφές ότι η εναγομένη κατέλαβε το ακίνητο των εναγόντων.

Οι δύο επιστήμονες μάλιστα δεν επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό της ότι νέμεται το ακίνητο. Η εναγομένη περαιτέρω δεν δικαιολογεί πειστικά για ποιο λόγο, όταν υπέβαλε αίτηση να λάβει οικοδομική άδεια για να αξιοποιήσει το ακίνητό της, δεν περιέλαβε και το μικρό αυτό οικοπεδικό τμήμα στην ιδιοκτησία της. Παρόλα αυτά η ίδια διάδικος επιμένει σε αυτό τον ισχυρισμό, επειδή θεωρεί ότι, αν εφαρμοσθεί ορθά επί εδάφους ο τίτλος κυριότητας που διαθέτει, το επίδικο εμπίπτει την όμορη από ανατολικά ιδιοκτησία της.

Η εναγομένη επιχειρεί να δικαιολογήσει την άποψή της, επειδή το ακίνητό της μετέβαλε την αρχική μορφή και εμβαδόν του μετά την απαλλοτρίωση του βορείου προς τη θάλασσα τμήματός του. Η απαλλοτρίωση αυτή είχε κηρυχθεί και ήδη έχει συντελεσθεί για να διαπλατυνθεί η εθνική οδός .... Η ορθή όμως εφαρμογή οποιουδήποτε τίτλου δεν μπορεί να προσβάλλει εμπράγματα δικαιώματα τρίτων, ακόμη και σε ακίνητα που περιγράφονται σε αυτούς.

Το επιχείρημά της επομένως αυτό στερείται νομίμου ερείσματος. Για το λόγο αυτό δεν έχει αποδεικτική βαρύτητα η από 20-12-2006 τεχνική έκθεση που συνέταξε ο Γ.Κ., Αρχιτέκτων Μηχανικός, κάτοικος ..., ο οποίος τοποθετεί κατά την κρίση του ορθά το ακίνητο. Αποδεικνύεται επίσης ότι η εναγομένη το έτος 2005 το κατέλαβε αυθαίρετα το επίδικο, το ενσωμάτωσε στο όμορο ακίνητό της, το διαχώρισε από την υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων με τοιχίο από οπλισμένο σκυρόδεμα που κατασκεύασε και έκτοτε επιμένει ότι πρόκειται για ιδιοκτησία της, μολονότι δεν το νεμήθηκε ποτέ.

Το επίδικο μάλιστα δεν εμπίπτει στον τίτλο κυριότητάς της, όπως επικαλείται αβάσιμα. Είναι, τέλος, χαρακτηριστικό ότι η εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επικαλέσθηκε ότι το επίδικο έχει εμβαδόν 119,92 τετραγωνικών μέτρων, ενώπιον όμως του παρόντος Δικαστηρίου ομολογεί ότι η έκτασή του ανέρχεται σε 59,44 τετραγωνικά μέτρα.

Για το λόγο αυτό αποδεικνύεται ότι, ακόμη και αν η εναγομένη κετείχε το επίδικο, δεν είχε διάνοια κυρίου. Η διαφορά της με τους ενάγοντες δημιουργήθηκε πρόσφατα και, ειδικότερα, από το έτος 2005 περίπου και μετά, όπως και η ίδια ομολογεί, επειδή τότε διαπίστωσε ότι το εμβαδόν του ακινήτου της παρέχει συγκεκριμένο και όχι μεγαλύτερο συντελεστή δόμησης.

Οι ισχυρισμοί επομένως που προβάλλει η εναγομένη παρέμειναν αναπόδεικτοι".

ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ'άρθρ.559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες κι έτσι δεν έχει νόμιμη βάση σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση, στην έκβαση της δίκης και δη, ως προς την οριοθέτηση των ακινήτων, αφού δέχεται "ότι το σταθερό όριο των δύο ιδιοκτησιών είναι μέσα στο επίδικο, δηλαδή, ότι το κόκκινο σημάδι με τη λέξη όριο, το οποίο είχε τοποθετήσει ο μηχανικός της (αναιρεσείουσας) με την αποδοχή των αναιρεσιβλήτων", αντιφατικά, στη συνέχεια, δέχεται ότι "αυτοί (αναιρεσίβλητοι) δεν γνώριζαν τότε τα όρια και καλοπροαίρετα θεώρησαν αυτά ακριβή".

Ακόμη, κατά την αναιρεσείουσα, η αναιρεσιβαλλομένη και πάλι δέχεται "ότι σε λωρίδα που δεν περιλαμβανόταν στην ιδιοκτησία τους (αναιρεσιβλήτων) μετά την οριοθέτηση οι τελευταίοι νέμονταν αυτή, με τον δικαιολογητικό λόγο ότι αυτοί είχαν καλόπιστα δεχθεί την οριοθέτηση ως ακριβή, αν και έτσι περιοριζόταν η έκταση του ακινήτου τους, επειδή δεν είχαν εφαρμόσει τους τίτλους τους".

Με την αντιφατική δε αυτή, κατά την αναιρεσείουσα, αιτιολογία απέρριψε σιγή η προσβαλλόμενη απόφαση την προβληθείσα ένστασή της (αναιρεσείουσας) περί ιδίας επί του επιδίκου ακινήτου νομής και κυριότητός της. Ωσαύτως, με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο έχει υποπέσει στην πλημμέλεια του αρ.20 του άνω άρθρου εν σχέσει προς το περιεχόμενο της τεχνικής εκθέσεως του τεχνικού συμβούλου Δ.

Μ. Η αναιρεσείουσα ειδικότερα, υποστηρίζει, "ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της τεχνικής εκθέσεως του (τεχνικού της) συμβούλου Ε. Α., ο οποίος στην εν λόγω έκθεσή του αιτιολογεί την έλλειψη μέτρων των αναιρεσιβλήτων, όπως και την αναμφισβήτητη νομή της αναιρεσείουσας επί του επιδίκου ακινήτου, (το οποίο ήταν πάντοτε οριοθετημένο με τους πασσάλους της)".

Εν τούτοις, κατά την αναιρεσείουσα, το Εφετείο δέχθηκε "ότι τεχνικός της σύμβουλος είναι ο Δ. Μ. και ότι αυτός στην από 26-7-2005 τεχνική του έκθεση καθιστά σαφές ότι εκείνη (αναιρεσείουσα) κατέλαβε το επίδικο και ότι περαιτέρω αυτός (Μ.) δεν επιβεβαιώνει τον περί νομής της ισχυρισμό αυτής". Αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, καθόσον αφορά στους αναιρεσιβλήτους τρίτη έως και όγδοη, διότι ως προς αυτούς (που, όπως προαναφέρθηκε, ήδη από το Εφετείο συνέχισαν τη δίκη στην θέση των αρχικών εναγόντων), στηρίζονται σε λανθασμένη προϋπόθεση και δη ότι και ως προς αυτούς διερευνήθηκε ουσιαστικώς η υπόθεση, ενώ, όπως προεκτίθεται, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση.

Η ίδρυση δε των ανωτέρω, από τους αρ.19 και 20, λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει την υπό του δικαστηρίου της ουσίας ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, (παρεκτός του ότι η τεχνική έκθεση δεν αποτελεί έγγραφο κατά τον αρ.20). Έτι περαιτέρω, οι προαναφερόμενοι λόγοι αναιρέσεως, και καθόσον συναρτώνται με τους πρώτη και δεύτερο αναιρεσιβλήτους, είναι απαράδεκτοι ως ακολούθως:

Ο πρώτος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφασιν της (φερομένης) πλημμέλειας των αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ο δεύτερος λόγος είναι κι αυτός απαράδεκτος, καθότι το προμνησθέν (άνω τεχνική έκθεση) δεν αποτελεί, όπως προειπώθηκε, έγγραφο κατά την αναπτυχθείσα νομική σκέψη.

IV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, η αίτηση αναιρέσεως καθίσταται απορριπτέα, ενώ πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, στην ηττωμένη αναιρεσείουσα (άρθρ.176, 183, 191§2, 495§3 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-10-2018 αίτηση της Π. Β. περί αναιρέσεως της 140/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ