Supreme Court dismisses appeal for vague grounds of insufficient and contradictory reasoning without citing specific laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final judgment awarding damages for moral injury. The appellant argued the lower court lacked a legal basis due to insufficient and contradictory reasoning but failed to specify the violated statutes or the exact nature of the error. The court ruled that appeals must clearly identify the specific legal provisions breached and the precise judicial mistake to be admissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging insufficient or contradictory reasoning is inadmissible unless it specifies the violated substantive law provisions and details the exact judicial error regarding interpretation or application.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 742 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 742/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κοτσώνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Περιβολάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7813/2000 μη οριστική, 5866/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5996/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-5-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 23-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 5996/2013 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κατ’ αποδοχή της εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχη απόρριψη της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος και μετ’ εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου προς καταβολή των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσών, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία του τραυματισμού του πρώτου, οφειλόμενου στην συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των διαδίκων.
2.- Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα ή μη, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19), πρέπει να μνημονεύονται οι επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων παραδοχές της απόφασης ή να γίνεται μνεία ότι εκείνη στερείται παντελώς αιτιολογίας, στην πρώτη δε περίπτωση να γίνεται εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου και ειδικότερα αν μεν αφορά ανεπαρκείς αιτιολογίες σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών και το ουσιώδες ζήτημα στο οποίο αυτές ανάγονται, αν δε αφορά αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει (ολομΑΠ 27/1998 και 32/1996).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως επίσης δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ’ επιλογή αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες γιατί το Εφετείο με το να δεχθεί κατά ένα μόνο μέρος την αγωγή του, στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σε σχέση με ζητήματα που ωστόσο δεν προσδιορίζει.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, ο μεν πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι δεν προσδιορίζονται οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που παραβιάσθηκαν ούτε καθορίζεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή τέτοιων διατάξεων, ο δε δεύτερος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι (ανεξαρτήτως του ότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές) σχετικά με την επικαλούμενη ανεπάρκεια, δεν προσδιορίζονται ποια επί πλέον στοιχεία ήταν απαραίτητα για την πληρότητα των αιτιολογιών, ενώ σχετικά με την αντίφαση δεν προσδιορίζονται ούτε σε τι συνίσταται η αντίφαση ούτε από ποιες αντιτιθέμενες παραδοχές προκύπτει αυτή.
3.- Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (ο οποίος κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Μαΐου 2015 αίτηση του Γ. Π. για αναίρεση της 5996/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ