Supreme Court dismisses appeal against termination of employment contract citing good faith and economic reasons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the labor contract termination decision. The employer terminated the employee for economic and technical reasons, specifically citing her lower performance, speed, and error rate compared to colleagues. The court held that the termination was not abusive because it was based on objective performance metrics rather than arbitrary motives.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669 and 281 of the Civil Code; The termination of an indefinite-term employment contract is a unilateral voidable act that does not require a cause, but must not exceed the limits of good faith or social purpose, and is not considered abusive merely because the employer hires a replacement with lower wages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 742 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 742/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Φ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νικολάου Παπαπέτρου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Β. ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γαλάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2007 αγωγή του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 340/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-10-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου, διάβασε την από 24-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κατά το άρθρο 669 ΑΚ καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι` αυτό η έλλειψη γι’ αυτή αιτίας ή η αναλήθεια τυχόν εκ περισσού επικληθείσας δεν την καθιστά άκυρη. Αποτελεί όμως άσκηση δικαιώματος και κατά συνέπεια υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή δεν πρέπει να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, διότι διαφορετικά είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρ. 174, 180 ΑΚ).
Τέτοια όμως υπέρβαση δεν υπάρχει εκ μόνου του λόγου ότι ο εργοδότης απολύει τον μισθωτό χωρίς άλλο αποχρώντα λόγο, αλλά μόνον για να προσλάβει στην θέση του άλλο πρόσωπο έστω και με μικρότερες αποδοχές. Απαιτείται στην περίπτωση αυτή η συνδρομή και άλλων περιστάσεων, οι οποίες σε συνδυασμό με το άνω γεγονός να θεμελιώνουν, ως προς την καταγγελία, προφανή υπέρβαση των άνω ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ.
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει για αυτή κάποια αιτία, αφού, εν όψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε για αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ ΑΠ 10/2011, 2/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (κατ’ άρθρ. 561 § 2 του ΚΠολΔ.), του δικογράφου της ένδικης αγωγής η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ιστορούσε ότι προσλήφθηκε στις 17-11-1994 από την εταιρία "ΠΑΝΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΩΝ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως ταμίας-πωλήτρια στο κατάστημα αυτής στο Βόλο.
Ότι το έτος 2003, η εναγομένη απορρόφησε δια συγχωνεύσεως την προαναφερόμενη εταιρία, υπεισελθούσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και ότι αυτή προσέφερε έκτοτε τις αυτές ως άνω υπηρεσίες στο κατάστημα SUPER MARKET της εναγομένης επί της οδού ... και ... στο Βόλο, μέχρι τις 2-3-2007 οπότε η τελευταία (εναγομένη) κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση, καταβάλλοντάς της την ανάλογη αποζημίωση απολύσεως.
Ότι η καταγγελία αυτή είναι καταχρηστική και συνεπώς άκυρη διότι αυτή έγινε χωρίς να συντρέχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος, δεν έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, αλλά στόχος της εναγομένης ήταν με τις απολύσεις των μονίμων εργαζομένων πλήρους απασχόλησης, να προσλάβει νέους εργαζομένους μερικής απασχόλησης.
Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της παραπάνω καταγγελίας, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της, γ) να της καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας 8 μηνών, ύψους 9204,16 ευρώ και δ) να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 3.000 ευρώ, επειδή από την άκυρη απόλυσή της προσβλήθηκε η τιμή και η προσωπικότητά της.
Το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή (κύρια βάση) με την εξής αιτιολογία : "Το κύριο αίτημα της αγωγής δεν είναι νόμιμο και έπρεπε να απορριφθεί διότι, και αν ακόμη υποτεθούν αληθινά τα αποδιδόμενα στην εναγομένη - εργοδότιδα κίνητρα για την ένδικη απόλυση, μόνο το γεγονός αυτό δεν στοιχειοθετεί προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφει το άρθρο 281 ΑΚ για την άσκηση ενός δικαιώματος.
Όπως προαναφέρθηκε, τέτοια υπέρβαση δεν υπάρχει από μόνο το λόγο ότι ο εργοδότης απέλυσε το μισθωτό χωρίς κάποιο άλλο λόγο, αλλά μόνο και μόνο για να προσλάβει στην θέση του τρίτο πρόσωπο, έστω και με μικρότερες αποδοχές. Απαιτείται στην περίπτωση αυτή η συνδρομή και άλλων περιστάσεων, οι οποίες σε συνδυασμό με το ανωτέρω γεγονός να θεμελιώνουν, ως προς την καταγγελία, προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ.
Η ενάγουσα όμως δεν επικαλείται άλλες τέτοιες περιστάσεις". Κρίνοντας το Εφετείο μη νόμιμη την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 669 και 281 του ΑΚ, διότι δεν στοιχειοθετείται προφανής υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ για την άσκηση ενός δικαιώματος από μόνο το λόγο ότι ο εργοδότης απέλυσε το μισθωτό χωρίς κάποιο άλλο λόγο, αλλά μόνο και μόνο για να προσλάβει στην θέση του τρίτο πρόσωπο, έστω και με μικρότερες αποδοχές ή έστω και με μερική απασχόληση, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή απαιτείται η συνδρομή και άλλων περιστάσεων, οι οποίες σε συνδυασμό με το ανωτέρω γεγονός να θεμελιώνουν, ως προς την καταγγελία, προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που πλήττει την ως άνω κρίση του Εφετείου (αναφορικά με την απόρριψη της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 2.Κατά το άρθρο 669 ΑΚ η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού από τον εργοδότη δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη. Καταχρηστική κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, (και επομένως άκυρη) είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου.
Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ. Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να αντεπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Ελέγχεται, όμως, αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχειρήσεως και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητος, προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητος, η οποία, ως αντικειμενικό κριτήριο, εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχόλησης του εργαζομένου στη συγκεκριμένη επιχείρηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητας και τη δυνατότητα εξεύρεσης απ` αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ’ αυτή.
Θεωρείται δε ότι υφίσταται κατάχρηση δικαιώματος επί απολύσεως υπαλλήλου, όταν αποδειχθεί ότι αυτή έγινε για λόγους άσχετους με την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας και από τους οποίους δυσαρεστήθηκε ο εργοδότης. Όταν δηλαδή γενικά η γενόμενη απόλυση δεν δικαιολογείται από το καλώς εννοούμενο επαγγελματικό συμφέρον του εργοδότη ή από άλλες αντισυμβατικές ενέργειες του εργαζόμενου, από τις οποίες τυχόν επηρεάζεται ο κανονικός ρυθμός της εργασίας.
Αντίθετα, δεν θεωρείται καταχρηστική η απόλυση όταν γίνεται για λόγους πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του μισθωτού, καθώς και λόγω μη εκπληρώσεως των συμβατικών του υποχρεώσεων. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 134/2013).
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.19, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα τρων διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα προσλήφθηκε στις 17-11-1994 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εταιρία "ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ ΠΑΝΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΩΝ", για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως ταμίας- πωλήτρια, στο κατάστημα που διατηρούσε η εταιρία αυτή στο Βόλο στη συμβολή των οδών ...
και Σπ. .... Το έτος 2003, η εναγομένη απορρόφησε δια συγχωνεύσεως την παραπάνω επιχείρηση, διατηρώντας το σύνολο του προσωπικού, το οποίο ενέταξε στο δικό της προσωπικό. Τα καθήκοντα της ενάγουσας ως ταμία- πωλήτριας ήσαν τα ακόλουθα: Χειρισμός ταμιακής μηχανής, κλείσιμο ταμείου και απόδοση λογαριασμού, καθαριότητα και έλεγχος τομέα προθηκών και ραφιών καταστήματος των ειδών κομπόστας, κονσέρβας και τυποποιημένων ειδών ετοίμου φαγητού και των ξυδιών, τοποθέτηση νεοεισερχόμενων ειδών και απομάκρυνση ληγμένων ή φθαρμένων ειδών, έλεγχος ημερομηνίας λήξης και ερχομένων παραγγελιών και αντικατάσταση πινακίδων τιμών των παραπάνω ειδών.
Από το έτος 2005 και εντεύθεν η εναγομένη άρχισε να μειώνει το προσωπικό της με την ειδικότητα του ταμία - πωλητή, κατά ένα έως δύο άτομα ετησίως, αφενός μεν γιατί η νέα τεχνολογία της απολύτως αυτόματης χρεοπίστωσης των πωλουμένων αγαθών μείωσε τις ανάγκες σε υπαλληλικό προσωπικό καταγραφής των εισερχομένων και εξερχόμενων από τις αποθήκες και τα ταμεία ποσοτήτων, αφετέρου δε γιατί η νομοθεσία μεταβλήθηκε και δεν ήταν αναγκαίο πλέον να τιμολογείται κάθε συσκευασία προϊόντος, κα η επισήμανση επί των προθηκών ραφιών.
Έτσι ενώ η εναγομένη το έτος 2004 απασχολούσε 16 ταμίες - πωλήτριες, το έτος 2006, απασχολούσε 14, ήτοι δύο λιγότερες. Το έτος 2007 έπρεπε να μειωθεί το προσωπικό με την ανωτέρω ειδικότητα του ταμία - πωλητή, κατά ένα ακόμα άτομο. Στο συγκεκριμένο κατάστημα, με την ανωτέρω ειδικότητα, του ταμία - πωλητή, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, εργάζονταν κατά το Φεβρουάριο του 2007, α) η ενάγουσα, ηλικίας τότε 43 ετών, έγγαμη, με τρία τέκνα, δύο ενήλικα και ένα ανήλικο, συνολική προϋπηρεσία 13 ετών και μηνιαίο μισθό 1.150,52 ευρώ, β) η Α.
Τ., έγγαμη, με ένα ανήλικο και ένα ενήλικο τέκνο, συνολική προϋπηρεσία 14 ετών και μηνιαίο μισθό 1.179,51 ευρώ, γ) η Ι. Ρ., έγγαμη με δύο ανήλικα παιδιά, συνολική προϋπηρεσία 9 έτη και μηνιαίο μισθό 1.031,43 ευρώ, δ) η Κ. Π., έγγαμη, με δύο ανήλικα τέκνο, συνολική προϋπηρεσία 17 έτη και μηνιαίο μισθό 1.212,34 ευρώ, ε) η Λ. Ε., έγγαμη με δύο ενήλικα τέκνα, συνολική προϋπηρεσία 12 έτη και μηνιαίο μισθό 1.137,65 ευρώ, στ) η Λ.
Κ., έγγαμη, με ένα ανήλικο και ένα ενήλικο τέκνο, συνολικό χρόνο προϋπηρεσίας 12 έτη και μηνιαίο μισθό 1090,24 ευρώ, ζ) η Ζ. Ν., έγγαμη, με δυο ανήλικα τέκνα, συνολική προϋπηρεσία 10 έτη και μηνιαίο μισθό 1.098,05 ευρώ, η) η Λ. Τ., έγγαμη, με δύο ανήλικα τέκνα, συνολική προϋπηρεσία 11 έτη, αλλά με μερική απασχόληση και θ ) η Α.
Σ., έγγαμη, με δύο ανήλικα τέκνα, συνολική προϋπηρεσία 9 έτη και μηνιαία μισθό 1.031,43 ευρώ. Η εναγομένη επέλεξε να απολύσει στις 2-3-2007, την ενάγουσα, χωρίς να χρησιμοποιήσει τα παραπάνω κριτήρια, κρίνοντας ότι από όλες τις ανωτέρω υπαλλήλους της με την αυτή ειδικότητα, έπρεπε να απολυθεί η ενάγουσα, επειδή η παρουσία της ήταν ιδιαίτερα προβληματική.
Τα ανωτέρω κριτήρια χρησιμοποιούνται εφ’ όσον πρόκειται περί μισθωτών της ιδίας κατηγορίας και ειδικότητος και έχουν την ίδια ιεράρχηση από άποψη, ικανότητας, εμπειρίας, προσόντων και αποδόσεως. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως, Χ. Γ., διευθυντή του συγκεκριμένου καταστήματος της εναγομένης, σε συνδυασμό με την ένορκη κατάθεση στον ειρηνοδίκη Βόλου, της Β.
Α., Διευθύντριας περιοχής των καταστημάτων της εναγομένης στο Βόλο, για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας λήφθηκαν υπόψη, η αποδοτικότητά της και η ταχύτητα εξυπηρέτησης των πελατών. Στα στοιχεία αυτά η ενάγουσα υστερούσε έναντι όλων των άλλων συναδέλφων της ταμιών-πωλητών, καθόσον α) καθυστερούσε να πληκτρολογήσει στα ταμεία, με αποτέλεσμα στο δικό της ταμείο να σημειώνονται ουρές, β) δεν πήγαινε αμέσως στο ταμείο της, όταν καλούνταν από το μικρόφωνο, με αποτέλεσμα και πάλι να δημιουργείται ουρά, γ) έκανε συχνό σφάλματα στην απομάκρυνση των προϊόντων με ληγμένη ημερομηνία ανάλωσης, γεγονός που περιήγαγε την εναγομένη σε κίνδυνο επιβολής προστίμου και δ) καθυστερούσε πολλές φορές να αντικαθιστά τις ενδεικτικές πινακίδες τιμών, με κίνδυνο καταγγελίας (άλλες τιμές στο ράφι - άλλες.
στο ταμείο) ή έκανε λάθη στην τοποθέτηση των ενδεικτικών πινακίδων τιμών στα ράφια από απροσεξία. Από μια παρόμοια παράλειψη της ενάγουσας να αντικαταστήσει έγκαιρα την πινακίδα της τιμής στο ράφι, επιβλήθηκε πρόστιμο 20.000 ευρώ, από το Νομάρχη Μαγνησίας, σε βάρος της εναγομένης, μετά από καταγγελία καταναλωτή, διότι υπήρχε διαφορά μεταξύ της πινακίδας και της ταμειακής μηχανής (βλ.
σχετική απόφαση επιβολής προστίμου του Νομάρχη Μαγνησίας). Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που συνέβαιναν συχνά τα δυο τελευταία χρόνια εργασίας της ενάγουσας στο συγκεκριμένο κατάστημα, ετέθησαν από τη Διεύθυνση του καταστήματος (μάλιστα από δυο διαφορετικούς διευθυντές), υπόψη της Κεντρικής Διεύθυνσης προσωπικού, η οποία αποφάσισε ομόφωνα, για τους παραπάνω λόγους να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, για οικονομικοτεχνικούς λόγους.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της είναι καταχρηστική, επειδή έπρεπε να απολυθούν άλλοι συνάδελφοί της με λιγότερα προσόντα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, και αν ακόμα θεωρηθεί ότι αυτή υπερτερούσε σε προσόντα των λοιπών ως άνω συναδέλφων της, δεν υπάρχει κατάχρηση όταν η απόλυση αρχαιότερου μισθωτού γίνεται για να διατηρηθεί νεότερος αλλά αποδοτικότερος.
Όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα είχε τη μικρότερη απόδοση και ταχύτητα εξυπηρέτησης, καθώς και τα περισσότερα λάθη, στη συγκεκριμένη εργασία της, έναντι όλων των λοιπών συναδέλφων της ταμιών. Έτσι, η καταγγελία είναι έγκυρη, επέφερε τη λύση της ένδικης σύμβασης και η εναγόμενη, ως μη υπερήμερη περί την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας, δεν οφείλει πλέον σ’ αυτή μισθούς υπερημερίας για το μετέπειτα της καταγγελίας (μετά τις 2-3-2007) χρονικό διάστημα.
Κατ’ επέκταση από την καταγγελία δεν προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια η προσωπικότητά της και δεν δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση". Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η επικουρική βάση της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κρίνοντας το Εφετείο ότι η ενάγουσα απέλυσε την εναγομένη για οικονομικοτεχνικούς λόγους και γιατί αυτή είχε τη μικρότερη απόδοση και ταχύτητα εξυπηρέτησης των πελατών και έκανε τα περισσότερα λάθη, στη συγκεκριμένη εργασία της, έναντι όλων των λοιπών συναδέλφων της ταμιών, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ,λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών για το εν λόγω ουσιώδες ζήτημα, αφού έθεσε σ’ αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα ,με βάση τα οποία καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 669 και 281 του ΑΚ, τα οποία και εφάρμοσε.
Ειδικότερα, σαφείς και πλήρεις είναι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας για οικονομικοτεχνικούς λόγους της επιχείρησής της και ότι επέλεξε να απολύσει την ενάγουσα (χωρίς να χρησιμοποιήσει κοινωνικά κριτήρια μεταξύ των εργαζομένων της), γιατί είχε τη μικρότερη απόδοση και ταχύτητα εξυπηρέτησης των πελατών και γιατί έκανε τα περισσότερα λάθη, στη συγκεκριμένη εργασία της, έναντι όλων των λοιπών Είναι, συνεπώς, αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω ,πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν’ απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-10-2011 αίτηση για αναίρεση της 340/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ,τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια(1.800) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ