Supreme Court dismisses appeal on appealable errors, upholding lower court's assessment of evidence regarding lease damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding lease damages. The appellants argued the lower court ignored technical reports detailing structural damage and repair costs, but the court found these documents were properly considered in the judgment's reasoning. Consequently, the appeal was dismissed, the security deposit was returned to the state, and the appellants were ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 528 of the Code of Civil Procedure; Art. 14 of Art. 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on erroneous assessment of evidence does not automatically invalidate the entire judgment if the lower court explicitly addressed and weighed the contested evidence in its reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 742 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 742/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Μ. χας Σ. Μ. το γένος Χ. Γ., κατοίκου ..., 2. Π. Μ. του Σ., κατοίκου ... και 3. Π. χας Χ. Γ., το γένος Σ., κατοίκου .... Εκ των ανωτέρω η 1η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Πήττα και η 2η παραστάθηκε μετά του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Λιάνας Μουμούτζη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1614/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1486/2013 του Μον/λούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-9-2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 29-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η διάταξη του άρθρου 528 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποίηση του από το άρθρο 44 παρ.2 ν.3994/2011 ορίζει ότι "Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε.
Ο εκκαλών δικαιούνται να προβάλλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Έτσι, αν ο εναγόμενος που δικάστηκε πρωτοδίκως ερήμην προβάλλει ως λόγο έφεσης την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων η απόφαση πλήττεται στο σύνολό της και πρέπει να εξαφανιστεί ως προς όλες τις διατάξεις της, ανεξάρτητα από τη διαδικασία έκδοσής της δίχως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να ερευνήσει αν ο λόγος έφεσης είναι ουσιαστικά βάσιμος.
Μετά την εξαφάνιση της απόφασης χωρεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου νέα συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο εκκαλών μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς τους οποίους και πρωτοδίκως είχε δικαίωμα να προτείνει, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ.
Εξ άλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο παρά το Νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα δεν απέρριψε ως μη νομίμως προταθείσα από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο με τις υποβληθείσες ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του (πρωτοβαθμίως ερημοδίκησε) την από το άρθρο 440 ΑΚ ένσταση συμψηφισμού στις ένδικες αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων της ανταπαίτησης του ποσού είκοσι ένα χιλιάδων (21.0000) ευρώ, που αντιπροσωπεύει το καταβληθέν υπ'αυτού ποσό ως εγγύηση κατά την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει κατά το ως άνω μέρος να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθώς όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 8.1.2013 και με αρ.κατ.154/2013 έφεσης του αναιρεσίβλητου μισθωτή, η από το άρθρο 440 ΑΚ ένσταση συμψηφισμού του καταβληθέντος υπ'αυτού κατά την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης ποσού των 21.000 ευρώ ως εγγύηση, προτάθηκε παραδεκτώς, κατ'εκτίμηση του δικογράφου της ως ανωτέρω έφεσης με τον πέμπτο λόγο αυτής, χωρίς στην περίπτωση αυτή να απαιτείται η προφορική ανάπτυξη της περιεχόμενης στο λόγο εφέσεως ενστάσεως.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, παρά το Νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα δέχθηκε ως νομίμως προταθέντα τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου μισθωτή περί μη καταβολής των οφειλόμενων αιτιολογημένα, καίτοι ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε κατά το διαγραφόμενο από τη διάταξη του άρθρου 591 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ τύπο, ήτοι με προφορική δήλωση κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και καταχώριση του στα πρακτικά συνεδριάσεως του Εφετείου.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον, ο με το προεκτεθέν περιεχόμενο ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου μισθωτή, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά άρνηση του διατυπούμενου σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο μισθωτήριο συμφωνητικό δωδέκατου (12ου) όρου βάσει του οποίου, "η αναιτιολόγητη καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος θα συνεπάγεται τη λύση αυτής και την αυτοδίκαιη κατάπτωση του ποσού της εγγύησης λόγω ποινικής ρήτρας προς όφελος των εκμισθωτών".
Επειδή, το χρηματικό ποσό που δίνεται από τον μισθωτή στον εκμισθωτή κατά την έναρξη της μίσθωσης και αποκαλείται στις συναλλαγές "εγγύηση", διέπεται ως προς τη λειτουργία του και ιδίως την τύχη του από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων (άρθρο 361 ΑΚ). Ο σκοπός δε για τον οποίο δίνεται η εγγυοδοσία είναι βασικά η εξασφάλιση του εκμισθωτή για την καλή εκτέλεση της σύμβασης εκ μέρους του μισθωτή.
Η εξασφάλιση αυτή περιλαμβάνει: α)ζημιές από φθορές στο μίσθιο, β)πληρωμή δαπανών τις οποίες υποχρεούται να καταβάλει ο μισθωτής γ)καταβολή μισθωμάτων, τόκων δ)πληρωμή τυχόν συμφωνημένων ποινών και γενικά οποιαδήποτε χρηματική αξίωση του εκμισθωτή κατά του μισθωτή που προέρχεται από τη λειτουργία της συγκεκριμένης μισθωτικής σύμβασης ε)ποινική ρήτρα για την περίπτωση μη εκπλήρωσης ή ατελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του μισθωτή.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το ποσό της καταπεσούσης ποινικής ρήτρας, δεν μπορεί κατά τη διάρκεια της μίσθωσης να προταθεί από το μισθωτή σε συμψηφισμό άλλης ζημίας που υπέστη ο εκμισθωτής, διότι η ανταπαίτηση του μισθωτή δεν είναι ληξιπρόθεσμη. Μετά τη λήξη της μίσθωσης, η εγγυοδοσία μπορεί να προτείνεται σε συμψηφισμό απαιτήσεως του εκμισθωτή, έστω και από μισθώματα.
Εξ άλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 440 και 441 ΑΚ, το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως συμψηφισμού δημιουργείται από τότε που δύο αντίθετες απαιτήσεις οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρχουν. Από το χρονικό αυτό σημείο, ο δικαιούχος της κάθε απαιτήσεως έχει δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτηση του σε συμψηφισμό.
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνων των άρθρων 262 παρ.1 και 222 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού, πρέπει μεταξύ άλλων, να αναφέρεται η απαίτηση του ενάγοντος δανειστή στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, το ποσό αυτής και ο χρόνος κατά τον οποίο γεννήθηκε.
Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως δηλ. εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα.
Η τυχόν δε ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα με βάση αυτά ώστε αυτό να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτών, σαφές, ελέγχεται ως παράβαση, με βάση τον από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν κατά την αξιολόγηση της αγωγής ή της ενστάσεως ως νομικά ή ποσοτικά αόριστη το δικαστήριο της ουσίας δε έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δικαιολογούσε το ορισμένο αυτών ή δέχθηκε ως νομικά ή ποσοτικά ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, λαμβάνοντας υπόψη ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται ωσαύτως στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα δεν απέρριψε ως αόριστη την προταθείσα από τον αναιρεσίβλητο μισθωτή ένσταση συμψηφισμού στις ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων καταβολής μισθωμάτων αναπροσαρμογής αυτών καθώς και αποζημίωσης αποκατάστασης των φθορών του μισθίου, του ποσού των 21.000 ευρώ που δόθηκε ως εγγύηση, καθόσον προς θεμελίωση του ορισμένου της συγκεκριμένης ενστάσεως δεν αναφέρει το λόγο για τον οποίο συμφωνήθηκε και δόθηκε η εγγύηση, την αιτία για την οποία υφίσταται υποχρέωση επιστροφής της καθώς και το χρόνο που γεννήθηκε η προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτηση.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά το ως άνω μέρος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ως ερειδόμενος, επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, δοθέντος ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η φερόμενη ως "εγγύηση" συμφωνήθηκε ως ποινική ρήτρα, την κατάπτωση της οποίας οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εκμισθωτής (ΑΚ 404 επ).
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 404, 405, 406 και 407 ΑΚ προκύπτει ότι στην περίπτωση που στη σύμβαση μισθώσεως το διδόμενο ποσό χρηματικής εγγυήσεως για την πιστή τήρηση των όρων της συμβάσεως έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, η κατάπτωσή της υπέρ του εκμισθωτή μπορεί να συμφωνηθεί λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα του άρθρου 406 ΑΚ για κάθε περίπτωση αντίστοιχης παραβιάσεως, ανεξαρτήτως, άλλης ζημίας του εκμισθωτή. Η αξίωση δε του μισθωτή για απόδοση της εγγυοδοσίας γίνεται ληξιπρόθεσμη με τη λήξη της μισθώσεως και επιστρέφεται αν ο εκμισθωτής δεν έχει απαιτήσεις για μισθώματα ή αποζημίωση για ζημίες στο μίσθιο και εφ'οσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, η αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε εκτός άλλων, τ'ακόλουθα: "Ο εναγόμενος, για λογαριασμό των εναγόντων κατά τη σύναψη της μίσθωσης εξέδωσε σε διαταγή του την υπ'.αρ.6658073558.3 επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία εισπράχθηκε αυθημερόν από την πρώτη ενάγουσα ποσού 21.000 ευρώ, έναντι του οποίου μόνο το ποσό των 7.000 ευρώ, κατ'απαίτησή τους αναγράφεται ως εγγύηση για την ακριβή τήρηση των όρων της μίσθωσης.
Το ποσό αυτό (21.000) ευρώ θα παρέμενε στα χέρια των εκμισθωτών ατόκως μέχρι τη λήξη της σύμβασης, οπότε και εφ'όσον υπήρχαν παραβάσεις του άνω συμφωνητικού, όπως αποχώρηση προ του συγκεκριμένου χρόνου, φθορές πέραν της συνήθους χρήσης και οφειλές μισθωμάτων, τελών χαρτοσήμου και κάθε άλλη δαπάνη που εβάρυνε το μισθωτή, θα κατέπιπτε υπέρ των εκμισθωτών, άλλως, θα αποδιδόταν ατόκως στο μισθωτή (3ος όρος του μισθωτηρίου).
Η αναιτιολόγητη καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος θα συνεπάγετο τη λύση αυτής και την αυτοδίκαιη κατάπτωση του άνω ποσού, λόγω ποινικής ρήτρας προς όφελος των εκμισθωτών (12ος όρος του μισθωτηρίου). Οι ενάγοντες ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για καθυστέρηση πληρωμής των μισθωμάτων ή των αναπροσαρμογών αυτών, ούτε κατά την τροποποίηση του μισθωτηρίου με το οποίο μείωσαν το αρχικό μίσθωμα από 3.500 ευρώ σε 2.900 αφού δεν αναφέρουν καν τις αναπροσαρμογές του.
Επίσης αναφέρουν ότι μετά τον Ιανουάριο του 2012 θα καταβάλλεται το μηνιαίο μίσθωμα που έχει σημειωθεί με το μισθωτήριο, χωρίς όμως να αναφέρουν τίποτα για αναπροσαρμογές. Να σημειωθεί επ'αυτού ότι ο 2ος ενάγων είναι δικηγόρος και θα επιδείκνυε ιδιαίτερη προσοχή και επιμέλεια σε κάθε έγγραφη αναφορά. Ένεκα τούτου και σε συνδυασμό με τη επιγενόμενη οικονομική κρίση, που οδήγησε τελικά, λόγω του ύψους του μισθώματος, στην αποχώρηση του ενάγοντα από το μίσθιο, συνάγεται, τουλάχιστον, ότι η μη καταβολή του ανωτέρω ποσού δεν ήταν αδικαιολόγητη που εξ αυτού να επιφέρει την κατάπτωση της εγγύησης, ως προς δε τη μη καταβολή των μισθωτικών αναπροσαρμογών, εύλογα δημιουργήθηκε η πεποίθηση στον εναγόμενο ότι δεν θα αναζητηθεί ενόψει και της ακολουθησάσης συμφωνημένης μείωσης του μισθώματος.
Συνεπώς από τη συνολική οφειλή του εναγομένου, όπως αναλυτικά εκτέθηκε, ύψους 22.544,40 (22.114,40 + 430), πρέπει να αφαιρεθεί, όπως βάσιμα ζητά ο εναγόμενος, το αρχικά δοθέν από αυτόν ποσό των 21.000 ευρώ, αφού δεν συντρέχει λόγος σπουδαίος που να δικαιολογεί τη σε βάρος του κατάπτωση υπέρ των εναγόντων".
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της παραβίασης του άρθρου 406 ΑΚ, καθόσον εξήρτησε την σε βάρος του μισθωτή κατάπτωση της εγγυοδοσίας και αληθώς ποινικής ρήτρας από την ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ'οσον, πρόκειται περί πλεοναστικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ενόψει της παραδοχής αυτής ότι δεν ήταν αδικαιολόγητη η καθυστέρηση καταβολής των μισθωμάτων και της αναπροσαρμογής αυτών η οποία και μόνη σύμφωνα με το 12ο όρο του μισθωτηρίου θα συνεπάγετο την αυτοδίκαιη κατάπτωση του ποσού της εγγυήσεως λόγω ποινικής ρήτρας.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 του ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του απέδωσε σ'αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό.
Παραμόρφωση όμως με την παραπάνω έννοια δεν υπάρχει, όταν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά το έγγραφο και αξιολογώντας το περιεχόμενό του οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων που εκφεύγει κατ'άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ τον αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα περί της αντικατάστασης της ελικοειδούς σιδερένιας κλίμακας που οδηγεί από το ισόγειο στον εξώστη του καταστήματος με τη συναίνεση της εκμισθώτριας Μ.
χας Σ. Μ., εσφαλμένα ανέγνωσε το ... έγγραφο του Α.Τ.Αγίας Παρασκευής με το ακόλουθο περιεχόμενο: "η ενάγουσα Μ. Μ. εξέφρασε παράπονα ότι ο εναγόμενος είχε προβεί σε εργασίες εντός του καταστήματος τις οποίες και αποδέχθηκε" καθώς εσφαλμένα δέχθηκε οι η φράση "τις οποίες και αποδέχθηκε" αφορούσε την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Μ.
Μ. ενώ σύμφωνα με τα αληθές περιεχόμενο του αφορούσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, καθώς δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου όταν το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό.
Επειδή, ο κατά το άρθρο 559 αρ.11γ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης για την ίδρυση αυτού του λόγου αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία αυτό, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που κατέστησαν αντικείμενο απόδειξης.
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ'ουσίαν όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως ή προκειμένου περί εγγράφων όταν έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία η αξιολόγηση καθενός από αυτά, εκτός αν παρά τη διαβεβαίωση αυτή από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε και μόνο είναι κατ'ουσίαν βάσιμος ο πιο πάνω λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 569 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο προκειμένου να απορρίψει το αγωγικό κονδύλιο που αντικείμενο έχει την αποκατάσταση των ζημιών που οι ενάγοντες εκμισθωτές υπέστησαν λόγω φθορών του μισθίου καταστήματος δεν έλαβε υπόψη τα ως κατωτέρω αποδεικτικά μέσα που μετ'επικλήσεως προσκόμισαν στην κατ'έφεση δίκη:
α)την από 17.1.2013 τεχνική έκθεση - πραγματογνωμοσύνη του πολιτικού μηχανικού Γ. Μ. από την οποία προκύπτει η διάνοιξη οπής από τον μισθωτή στον εξώστη του μισθίου καταστήματος, χωρίς την έκδοση της απαιτούμενης προς τούτο οικοδομικής αδείας και ότι το κόστος επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση απαιτεί δαπάνη ποσού 18.820 ευρώ και β)την από 18.5.2012 τεχνική έκθεση, πραγματογνωμοσύνη του πολιτικού μηχανικού Ν.
Σ. από την οποία προκύπτει ότι για την αποκατάσταση των λοιπών φθορών του μισθίου απαιτείται δαπάνη ποσού 1537 ευρώ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος σε σχέση με την υπό στοιχείο α αιτίαση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ενόψει και της αιτιολογίας της ότι η ελικοειδής κλίμακα που οδηγούσε, από το ισόγειο στο πατάρι αντικαταστάθηκε από άλλη που τοποθετήθηκε στο ίδιο σημείο από το ίδιο υλικό με τη διαφορά ότι από ελικοειδής κατασκευάστηκε γωνιακή σε ευθεία θέση, αφαιρεθέντων προς τούτο μικρών τμημάτων πλάκας σκυροδέματος χωρίς να μετατοπισθεί από την αριστερή στη δεξιά πλευρά του μισθίου, καθίσταται αδιαστάκτως βέβαιο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και το επικαλούμενο ως άνω αποδεικτικό μέσο.
Εξ άλλου, ο αναιρετικός αυτός λόγος σε σχέση και με την υπό στοιχείο β αιτίαση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθ'οσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδίως τις αιτιολογίες της ότι μετά την αποχώρηση του εναγόμενου το μίσθιο εκμισθώθηκε στη Γ. Σ. η οποία το βρήκε απολύτου αρεσκείας της (όρος 7 του μισθωτηρίου) χωρίς να ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι αποκατέστησαν τις αναφερόμενες στην αγωγή φθορές του μισθίου, ούτε προσκομίζουν οιαδήποτε έγγραφη απόδειξη δαπάνης, ότι με το από 16.1.2013 συμφωνητικό λύσης της σύμβασης με την μισθώτρια Γ.
Σ. είχαν συμφωνήσει να γίνουν στο μίσθιο εργασίες μερικής αποκατάστασης τις οποίες εκτίμησαν στο ποσό των 1.600 ευρώ που δαπανήθηκε από τη μισθώτρια προς όφελος των εκμισθωτών, καθίσταται αδιαστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για το επίμαχο ως άνω ζήτημα της απαιτούμενης δαπάνης για την αποκατάσταση των λοιπών φθορών του μισθίου, και την επικαλούμενη ως ανωτέρω τεχνική έκθεση.
Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 20.9.2013 και με αρ.κατ.717/2013 αίτηση αναιρέσεως, της 1486/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 183 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.9.2013 και με αρ.κατ.717/2013 αίτηση αναιρέσεως της 1486/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21 Μαρτίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ