Supreme Court allows appeal regarding abusive dismissal of employee with fixed-term contracts due to illness.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the fourth ground of appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of the plaintiff's claim. The plaintiff argued that his successive fixed-term contracts were abusive because he was hospitalized and unable to work due to an accident, yet the employer renewed them to extract money. The court found the lower court failed to examine these fundamental circumstances of abuse independently. Consequently, the appeal was granted, the case remitted for retrial, and the defendant ordered to pay the plaintiff's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 651, 361, 648 of the Civil Code; Articles 20-26 of Law 2956/2001: Successive fixed-term employment contracts concluded by an employer when the employee is unable to work due to illness or accident, with the sole purpose of extracting funds, constitute an abuse of right that justifies the annulment of the lower court's dismissal of the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 742 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 742/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SHELL GAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΓΡΑΕΡΙΟΥ", που εδρεύει στον ..., και διατηρεί γραφεία στο ..., όπως εκπροσωπείται νομίμως, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Φανό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο-Δημήτριο Καλαμίδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2019/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3943/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-9-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 27-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του τελευταίου και την παραδοχή των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 651 του ΑΚ, κατά την οποία "αν κάτι άλλο δεν προκύπτει από τη συμφωνία ή από τις περιστάσεις, ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελέσει αυτοπροσώπως την υποχρέωσή του και η αξίωση του εργοδότη στην εργασία είναι αμεταβίβαστη", σε συνδυασμό και προς τα αρθρ 361 και 648 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι είναι έγκυρη η συμφωνία με την οποία ο εργοδότης παραχωρεί σε άλλον εργοδότη την υπηρεσία του συνδεόμενου με αυτόν με τη σύμβαση εργασίας μισθωτού κατόπιν συναινέσεως του τελευταίου, οπότε η σχέση αυτή στηρίζεται στη βούληση των τριών μερών και ο παραχωρήσας εργοδότης, εκτός διαφορετικής ειδικής συμφωνίας, είναι ο μόνος υπόχρεος προς καταβολή του μισθού λόγω της μη μεταβολής της συμβάσεως εργασίας ως προς την υποχρέωση αυτή έναντι του μισθωτού.
Περαιτέρω, με τα αρθρ. 20 έως 26 του Ν. 2956/2001 "αναδιάρθρωση ΟΑΕΔ και άλλες διατάξεις" ρυθμίσθηκαν το πρώτον τα σχετικά με την λειτουργία των εταιρειών προσωρινής απασχολήσεως (ΕΠΑ) θέματα, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή εργασίας από μισθωτούς τους σε άλλον εργοδότη (έμμεσο εργοδότη) με την μορφή της προσωρινής απασχόλησης.
Ειδικότερα διαλαμβάνοντα: Άρθρο 20: "1. ... 2. Ως προσωρινή απασχόληση νοείται η εργασία, η οποία παρέχεται σε άλλον εργοδότη (έμμεσος εργοδότης) για περιορισμένο χρονικό διάστημα από μισθωτό, ο οποίος συνδέεται με τον εργοδότη του (άμεσος εργοδότης) με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου και επιτρέπεται μόνον από τους όρους και προϋποθέσεις των διατάξεων του παρόντος. 3. ... 4. ... 5.
Συμβάσεις που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του νόμου και προβλέπουν την παροχή υπηρεσιών σε έμμεσο εργοδότη πρέπει να αναπροσαρμοσθούν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων του Κεφαλαίου αυτού μέσα σε τέσσερις μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου. Νομικά πρόσωπα που έχουν ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή εργασίας από μισθωτούς τους σε έμμεσους εργοδότες πρέπει μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση του νόμου να υποβάλλουν αίτηση προκειμένου να λάβουν άδεια Εταιρείας Προσωρινής Απασχόλησης που προβλέπεται στο άρθρο 21.
Η απόφαση χορήγησης ή μη της αδείας λαμβάνεται εντός μηνός από την υποβολή της αίτησης. Αν δεν υποβληθεί εμπροθέσμως η αίτηση ή δεν ληφθεί άδεια, απαγορεύεται να λειτουργούν". Άρθρο 21: "1. Εταιρεία Προσωρινής Απασχόλησης μπορεί να συσταθεί μόνο με τη μορφή της Ανώνυμης Εταιρείας με μετοχικό κεφάλαιο τουλάχιστον εξήντα εκατομμυρίων (60.000.000) δραχμών. 2.
Για την ίδρυση και λειτουργία Εταιρείας Προσωρινής Απασχόλησης απαιτείται ειδική άδεια η οποία παρέχεται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, έπειτα από γνώμη της Επιτροπής Ελέγχου Προσωρινής Απασχόλησης ...". Άρθρο 22: " 1. Για παροχή εργασίας με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης απαιτείται προηγούμενη έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου.
Η σύμβαση συνάπτεται μεταξύ της Εταιρείας Προσωρινής Απασχόλησης (άμεσος εργοδότης) και του μισθωτού 2. Με την κατά την προηγούμενη παράγραφο σύμβαση προσδιορίζεται επίσης το ύψος των αποδοχών του μισθωτού ... 3. Απασχόληση του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη επιτρέπεται μόνο μετά τη σύναψη της σύμβασης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο. 4.
Η διάρκεια της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από οκτώ μήνες. Επιτρέπεται η έγγραφη ανανέωση για τον ίδιο έμμεσο εργοδότη με την προϋπόθεση ότι η συνολική διάρκεια της ανανέωσης δεν θα υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, χωρίς να επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης εργασίας σε σύμβαση αορίστου χρόνου. 5.
Σε περίπτωση συνέχισης της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη μετά τη λήξη της διάρκειας της και της τυχόν ανανέωσής της για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο μήνες, η σύμβαση εργασίας θεωρείται ότι μετατρέπεται αυτοδίκαια σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη ...".
Και στο άρθρ. 26: "Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζονται: α) Οι ειδικότεροι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για τη σύσταση Εταιρείας Προσωρινής Απασχόλησης καθώς και για την χορήγηση της ειδικής άδειας λειτουργίας της, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την ανάκληση της άδειας της, τα προσόντα που απαιτούνται για το στελεχιακό δυναμικό της, η αναγκαία υλικοτεχνική υποδομή της και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
β) Τα τυχόν επί πλέον στοιχεία που πρέπει να περιέχουν οι συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης που συνάπτονται μεταξύ των Εταιρειών Προσωρινής Απασχόλησης και των μισθωτών, ο τρόπος και η διαδικασία γνωστοποίησης αυτών στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ), γ) Η τήρηση στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μητρώου Εταιρειών Προσωρινής Απασχόλησης, ο τρόπος και η διαδικασία τήρησης του μητρώου αυτού, καθώς και η διαδικασία εγγραφής στο μητρώο των εταιρειών αυτών και δ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των άρθρων του παρόντος κεφαλαίου".
Κατ' εξουσιοδότηση του τελευταίου αυτού άρθρου εκδόθηκε η 30342/6/20-3-2002 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία ρυθμίζονται αναλυτικά ο τρόπος συστάσεως των εν λόγω εταιρειών, οι όροι, οι προϋποθέσεις και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη χορήγηση ειδικής άδειας, καθώς και η διαδικασία ανάκλησης της άδειας αυτής και ακόμη τα στοιχεία των συμβάσεων προσωρινής απασχόλησης και ο τρόπος και η διαδικασία γνωστοποίησης αυτών στις αρμόδιες αρχές.
Τέλος, κατά τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 της υπουργικής αυτής αποφάσεως, "τα νομικά πρόσωπα με αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή εργασίας από τους μισθωτούς τους σε έμμεσους εργοδότες, τα οποία υπέβαλαν εμπροθέσμως κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 20 του Ν. 2956/2001 αίτηση για άδεια Εταιρείας Προσωρινής Απασχόλησης, πρέπει να υποβάλουν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας.
Αν δεν υποβληθούν εμπροθέσμως τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ή αν δεν χορηγηθεί η άδεια Εταιρείας Προσωρινής Απασχόλησης, τα νομικά αυτά πρόσωπα απαγορεύεται να ασκούν τη δραστηριότητα της παροχής εργασίας από μισθωτούς σε έμμεσους εργοδότες". Η ισχύς του Ν. 2956/2001 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας ως άνω υπουργικής αποφάσεως αρχίζουν από τη δημοσίευση εκατέρου στην ΕτΚ, δηλαδή από 6-11-2001 και 20-3-2002 αντίστοιχα.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του νόμου 2956/2001 νομικά πρόσωπα, που έχουν ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή εργασίας από μισθωτούς τους σε έμμεσο εργοδότη, οφείλουν εντός προθεσμίας τριών μηνών από τη δημοσίευση του νόμου να υποβάλουν αίτηση για να λάβουν την άδεια εταιρείας, προσωρινής απασχόλησης, και στη συνέχεια, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο των έξι μηνών από τη δημοσίευση της υπουργικής αποφάσεως, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη χορήγηση της άδειας.
Επομένως, εφόσον τηρήθηκε η παραπάνω διαδικασία, τα νομικά αυτά πρόσωπα εξακολουθούν να ασκούν τις δραστηριότητές τους μέχρι να ληφθεί η άδεια από την αρμόδια αρχή, εκτός και αν η τελευταία αρνήθηκε η χορήγησή της. Ακόμη, οι συμβάσεις που ίσχυαν κατά τη δημοσίευση του νόμου 2956/2001 (6-11-2001) και πρόβλεπαν την παροχή υπηρεσιών σε έμμεσο εργοδότη, έπρεπε να αναπροσαρμοσθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού μέσα σε τέσσερις μήνες από την έναρξη ισχύος του, θα έπρεπε δηλαδή να καταρτισθούν εγγράφως και με το περιεχόμενο που ορίζει ο νέος νόμος.
Πάντως, η κατά την παρ. 5 του άρθρ. 22 του Ν. 2956/2001 μετατροπή κατά τα άνω της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ αυτού και του έμμεσου εργοδότη, στην περίπτωση που ο πρώτος απασχολήθηκε διαδοχικά στον δεύτερο για μεγαλύτερο από τα προβλεπόμενα στον νόμο σχετικά διαστήματα, επέρχεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η τυχόν διαφορά του προσώπου του άμεσου εργοδότη.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η αμφιβολία αν εφαρμόσθηκε ορθά ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου μπορεί να προκύπτει είτε διότι στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν διαλαμβάνεται καθόλου πραγματικές παραδοχές είτε διότι οι υπάρχουσες δεν καλύπτουν, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, όλες οι προϋποθέσεις του κανόνα δικαίου, οι ελλείψεις δε αυτές της αποφάσεως πρέπει να αφορούν σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης και να ανάγονται στο πραγματικό του κανόνα δικαίου και όχι στην εκτίμηση και στάθμιση των αποδείξεων και τα επιχειρήματα, βάσει των οποίων καταλήγει το δικαστήριο στην κρίση περί μη συνδρομής ή μη των όρων του πραγματικού.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε στην εταιρεία "SHELL HELLAS ΑΕ " από το έτος 1988 μέχρι το έτος 1996 με αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ως βοηθός λογιστή. Τον Μάιο του 1996 συνεβλήθη με την εταιρεία "ISS SERVICE SYSTEM ΑΕ", η οποία είχε ως αντικείμενο δραστηριότητας της διάθεση σε άλλους (έμμεσους) εργοδότες προσωπικού που προσλάμβανε η ίδια προκειμένου να απασχοληθεί στους έμμεσους εργοδότες για περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Ειδικότερα, συνήψε με την πιο πάνω εταιρεία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και η τελευταία τον δάνεισε στην προαναφερθείσα εταιρεία "SHELL HELLAS ΑΕ", η οποία ήταν έμμεσος εργοδότης του και απασχολήθηκε σε αυτήν με τα ίδια καθήκοντα μέχρι το τέλος του 2001. Τη 17-1-2002 η "ISS SERVICE SYSTEM ΑΕ" τον δάνεισε με μορφή προσωρινής απασχόλησης στην αναιρεσείουσα, προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος γραφείου με πενθήμερο εβδομαδιαίας εργασίας και πλήρης ωράριο.
Απασχολήθηκε έτσι στον έμμεσο εργοδότη με την εν λόγω ειδικότητα με αδιάκοπες οκτάμηνες ή τετράμηνες συμβάσεις δανεισμού μέχρι την 27-2-2004, οπότε η αναιρεσείουσα έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με την αιτιολογία ότι έληξε ο χρόνος δανεισμού του. την 1-7-2003 είχε καταγγελθεί από την "ISS SERVICE SYSTEM ΑΕ" η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσίβλητου με την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, αλλά ο τελευταίος επαναπροσλήφθηκε αμέσως (αυθημερόν) από την ίδια ΕΠΑ που ανασυστάθηκε πληρούσα τους όρους του Ν. 2956/2001 και λειτούργησε με την επωνυμία "ISS HUMAN RESOURCES ΑΕ" με σύμβαση δανεισμού προς την αναιρεσείουσα ορισμένης, τετράμηνης διάρκειας που ανανεωνόταν εκάστοτε και έτσι συνεχίσθηκε αδιάκοπα ο δανεισμός του στην αναιρεσείουσα.
Έτσι, η απασχόληση του αναιρεσιβλήτου υπερέβη το χρονικό όριο των 18 μηνών που επιτρέπει ο Ν. 2956/2001 χωρίς να επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας δανειστικής σύμβασης εργασίας σε σύμβαση αορίστου χρόνου και επομένως η σύμβαση εργασίας του μετετράπη αυτοδικαίως σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας.
Η αναιρεσείουσα, ως άμεση πλέον εργοδότρια του αναιρεσιβλήτου, εφόσον δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης με αυτόν, όφειλε την 27-2-2004 να καταγγείλλει τη σύμβαση εγκύρως, δηλαδή εγγράφως καταβάλλοντας τη νόμιμη αποζημίωση. Ήταν δε άνευ έννομης επιρροής ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου ότι ασχολήθηκε στην αναιρεσείουσας εταιρεία με διαδοχική σύμβαση δανεισμού εργασίας δύο εταιρειών, εκ των οποίων η πρώτη δεν λειτούργησε με άδεια του Ν. 2956/2001, διότι για την αυτοδίκαιη μετατροπή της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού με την εταιρεία προσωρινής απασχόλησης σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη αρκεί το γεγονός ότι απασχολήθηκε σε αυτήν δανειστικά για χρόνο μεγαλύτερο των 18 μηνών.
Συνεπώς, κατέληξε το Εφετείο, η αναιρεσείουσα, μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες του μισθωτού περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει να του καταβάλει τους αντίστοιχους μισθούς από τον χρόνο της άκυρης καταγγελίας μέχρι την άρση της υπερημερίας της. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ.20 παρ. 5 και 2 παρ. 4 και 5 του Ν. 2956/2001, καθόσον σημείο αναφοράς για τη μετατροπή της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού είναι η απασχόλησή του στον έμμεσο εργοδότη για χρονικά διαστήματα μεγαλύτερα από τα προβλεπόμενα από τον νόμο και όχι οι τυχόν περισσότερες συμβάσεις παραχώρησης με διαφορετικές εταιρείες προσωρινής απασχόλησης, αφού άλλως θα ήταν ευχερής η καταστρατήγηση των σχετικών διατάξεων που αποβλέπουν στον περιορισμό της προσωρινής απασχόλησης εκ μέρους του έμμεσου εργοδότη.
Η ίδια λύση προσήκει για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην περίπτωση που ο εργαζόμενος παραχωρήθηκε διαδοχικά στον έμμεσο εργοδότη από δύο διαφορετικές εταιρείες, εκ των οποίων η μία είχε ιδρυθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2956/2001, όπως στην ένδικη υπόθεση και η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ανασυστάθηκε κατά τους όρους του Ν. 2956/2001 με άλλη επωνυμία.
Επομένως, οι από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, δεν είναι βάσιμοι.
Επειδή η δια της ως άνω διατάξεως του άρθρ. 22 παρ. 5 του Ν. 2956/2001 υποχρεωτική μετατροπή της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού με την εταιρεία προσωρινής απασχόλησης σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του πρώτου με τον έμμεσο εργοδότη, στον οποίο απασχολήθηκε επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 18 μηνών, δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρ. 22 παρ. 4 του Συντάγματος, που απαγορεύει την απαίτηση παροχής εργασίας από κάποιον χωρίς τη θέλησή του, διότι δεν πρόκειται περί επιβολής αναγκαστικής εργασίας αλλά περί χαρακτηρισμού μιας εν τοις πράγμασι υπάρχουσας εργασιακής σχέσης μεταξύ μισθωτού και έμμεσου εργοδότη, η οποία είχε αναπτυχθεί στα πλαίσια της τριμερούς συμβατικής σχέσεως, που συνέδεε τον άμεσο εργοδότη, τον μισθωτό και τον έμμεσο εργοδότη και εξ αυτής, πριν ακόμη και ανεξαρτήτως από τη μετατροπή, γεννώνται υποχρεώσεις εις βάρος του έμμεσου εργοδότη και δικαιώματα υπέρ του εργαζομένου.
Ετέρωθεν, δεν επέρχονται ανεπίτρεπτη δέσμευση και περιορισμοί στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας και δη ως προς την οικονομική και επαγγελματική της ελευθερία, διότι είναι γνωστοί και σαφώς καθορισμένοι εκ των προτέρων οι κανόνες που ρυθμίζουν τη σχέση αυτής ως έμμεσης εργοδότριας με τους υπ' αυτής απασχολούμενους μισθωτούς και ιδίως τα ανώτατα χρονικά όρια παροχής της εργασίας τους, η εφαρμογή και τήρηση ή μη των οποίων εναπόκειται στην απόλυτη συμβατική της ευχέρεια, ώστε να μην επέλθουν οι έννομες συνέπειες.
Η περιεχόμενη ρύθμιση δεν συνιστά υπέρβαση των ακραίων ορίων που επιβάλλονται από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως από το αρθρ 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι οι παραπάνω διατάξεις του Ν. 2956/2001 που εφάρμοσε αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρ. 22 παρ. 4, 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντ., δεν είναι βάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρ. 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των θεσπιζόμενων με αυτή αντικειμενικών κριτηρίων να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ (ολ) 19/1998).
Εξάλλου, όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά της υποθέσεως έγγραφα, η αναιρεσείουσα πρόβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο εφέσεως ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δια της αγωγής ασκούμενου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου. Συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκε ότι α) αν και ο αναιρεσίβλητος είχε απολυθεί και αποζημιωθεί πλήρως την 30-6-2003, για λόγους αποκλειστικώς κοινωνικούς η αναιρεσείουσα την 1-7-2003 δέχθηκε να τον προσλάβει για ένα τετράμηνο.
Και αυτό, διότι την ημέρα εκείνη ο αναιρεσίβλητος τραυματίσθηκε σε ατύχημα και παρότι ήταν βέβαιο ότι δεν θα μπορούσε να προσφέρει οποιαδήποτε εργασία, θέλησε να του συμπαρασταθεί σε μια δύσκολη κατάσταση και λόγω του ότι και μετά τη λήξη του τετραμήνου εξακολούθησε να έχει προβλήματα, ανανέωσε τον "δανεισμό του" για ένα ακόμη τετράμηνο, β) ο αναιρεσίβλητος, αν και δέχθηκε την απόλυσή του την 30-6-2003 από την προηγούμενη εργοδότρια εταιρεία "ISS SERVICE SYSTEM AE", με την οποία είχε συνάψει σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 17-1-2002 και εισέπραξε ως αποζημίωση το ποσό των 2.799,84 ευρώ με χρήματα της αναιρεσείουσας, όταν οι αποδοχές του ανέρχόνταν σε 1200 ευρώ μηνιαίως και υπέγραψε τις προαναφερθείσες δύο τετράμηνης διάρκειας συμβάσεις καθόν χρόνο ήταν στο νοσοκομείο και αδυνατούσε να προσφέρει την εργασία του, με σκοπό να αποσπάσει από την αναιρεσείουσα επιπλέον χρήματα που δεν δικαιούται, άσκηση την ένδικη αγωγή προκειμένου να την εξαναγκάσει να τον επαναπροσλάβει και γ) και αν ακόμη η εργασία του ήταν συνεχής από 17-1-2002 έως 28-2-2004 και είχε συνεπώς, μετατροπή σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την αναιρεσείουσα, η νόμιμη αποζημίωση που θα εδικαιούντο να λάβει λόγω καταγγελίας από την τελευταία θα ανερχόταν σε μισθούς δύο μηνών, ποσό που είχε ήδη λάβει, όπως ελέχθη, δια χρημάτων της την 30-6-20036.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένσταση καταχρήσεως με την αιτιολογία ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, έστω και αν ο αναιρεσίβλητος δέχθηκε ανεπιφύλακτα την απόλυσή του από την "ISS SERVICE SYSTEM AE" την 30-6-2003 και εισέπραξε την αποζημίωση, διότι πρόκειται για άλλη σύμβαση, ενώ η αναιρεσείουσα δεν του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση για τον μεταγενέστερο χρόνο εργασίας μέχρι την απόλυσή του, δηλαδή από 1-7-2003 έως 28-2-2004.
Το Εφετείο παρέλειψε όμως να εξετάσει τα λοιπά θεμελιωτικά της ενστάσεως καταχρήσεως αυτοτελή περιστατικά, που αναφέρονται στην αιτία πρόσληψης του αναιρεσιβλήτου με διαδοχικές τετράμηνης διάρκειας συμβάσεις εργασίας, αν και ήταν βέβαιο ότι λόγω του ατυχήματος και της νοσηλείας του στο νοσοκομείο κατά τον χρόνο συνάψεως των εν λόγω συμβάσεων αδυνατούσε να προσφέρει οποιαδήποτε εργασία στην αναιρεσείουσα και τα οποία περιστατικά, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, πράγματι από τον αρ. 8 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3943/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ