Supreme Court dismisses appeal against labor dispute verdict due to inadmissible arguments and failure to prove work stoppage.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Atti-Kat ATE against the Court of Appeal's decision in a labor dispute. The appellant argued that the court failed to consider specific documents proving a work stoppage and that the dismissal was unjustified. The court rejected these claims as inadmissible or unfounded, noting that the lower court had already considered the submitted evidence and that the appeal arguments did not constitute a valid legal challenge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 556, 558, 562(2), 340, 559(11), 559(9) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it relies on a claim not properly presented in the court of first instance, unless it concerns a non-presentable violation, a defect in the judgment itself, or public order, and the appeal petition must explicitly state that the claim was validly presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 742 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 742/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ ΑΤΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρούζο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: ....(αναφέρονται 10 ονόματα). Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 8ος και 9ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ντάλλα βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ. Οι 7ος και 10ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2005 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-4-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 20-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των υπολοίπων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά του εβδόμου και δεκάτου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι στην πρωτόδικη δίκη παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής τους και η κατ' αυτών έφεση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) Για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων της αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο, πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Η απόδειξη της προβολής αυτού γίνεται με την προσκόμιση στον Αρειο Πάγο των πρακτικών της πρωτόδικης συζήτησης, του εφετηρίου και των προτάσεων, ώστε από την επισκόπηση των δικογράφων αυτών να διαπιστωθεί το παραδεκτό της προβολής του, το ορισμένο της βάσεως αυτού και το νομικά βάσιμο του. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη την 7/2004 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων ....
ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ηγουμενίτσας, χωρίς την νόμιμη κλήτευση της αναιρεσείουσας, καθόσον η κλήση για την παράσταση κατά την εξέταση του ως άνω μάρτυρα επιδόθηκε την 16.1.2004 στο δικηγόρο Θεσπρωτίας Μιχαήλ Μπέζα, ως πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητό της, ο οποίος όμως διορίστηκε ως πληρεξούσιος δικηγόρος για την εκπροσώπησή της στη δίκη που αφορούσε η εν λόγω ένορκη βεβαίωση με το μεταγενέστερο 2136/21.1.2004 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών .....
Από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως και των προτάσεων της αναιρεσείουσας προκύπτει, ότι αυτή προέβαλε την έλλειψη της κλητεύσεώς της να παραστεί κατά τη δόση της ένορκης αυτής βεβαίωσης, χωρίς όμως να διευκρινίζει, για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός της αυτός, και το λόγο που θεμελιώνει την ανυπαρξία της κλητεύσεως της και για πρώτη φορά με το αναιρετήριο προβάλλει ότι ο ανωτέρω δικηγόρος, κατά την επίδοση της κλήσης να παραστεί στη δόση της ένορκης βεβαίωσης, δεν είχε διορισθεί νομίμως ως πληρεξούσιος δικηγόρος και αντίκλητος και δεκτικός της κλήτευσης αυτής.
Επομένως, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε ορισμένως στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί αυτό να διατυπώνεται σαφώς. Ελλείψεις, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής : Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εργοληπτική εταιρεία, που είχε αναλάβει την εκτέλεση τμήματος της Εγνατίας οδού στο ... και απασχολούσε 150 εργαζομένους, προσέλαβε τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν από 17.1.2002 - 1.11.2002, ως χειριστές μηχανημάτων, οδηγούς αυτοκινήτων και τεχνίτες οικοδόμους.
Τις συμβάσεις αυτές κατήγγειλε στις 6.3.2003 για τους δύο πρώτους, στις 4.4.2003 για τον τρίτο, στις 20.3.2003 για τον τέταρτο, στις 20.3.2003 για τον πέμπτο, στις 18.3.2003 για τον έκτο, στις 18.3.2003 για τον όγδοο και στις 21.3.2003 για τον ένατο: Η απόλυση των αναιρεσιβλήτων έγινε εξαιτίας της νόμιμης συνδικαλιστικής τους δράσης που ανέπτυξαν τους τελευταίους μήνες πριν την απόλυσή τους, προκειμένου να αντιμετωπισθούν διάφορα εργασιακά θέματα (συνθήκες εργασίας, ασφάλειας, υγιεινής), διότι ήταν από τα ιδρυτικά μέλη του εργοταξιακού σωματείου με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων Έργου Εγνατίας οδού τμήματος .... ", το οποίο αναγνωρίστηκε με την 60/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
Την απόφαση αυτή γνωστοποίησαν στην αναιρεσειούσα στις 19.3.2003, ενώ για την συνδικαλιστική δράση των αναιρεσιβλήτων είχαν ενημερωθεί οι εκπρόσωποί της και προσπάθησαν να αποτρέψουν τις εξελίξεις με την απειλή της απόλυσής τους. Οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ότι την περίοδο εκείνη προέβη σε ομαδικές απολύσεις για οικονομοτεχνικούς λόγους, διότι διέκοψε προσωρινώς τις εργασίες της μέχρι να εξασφαλιστεί η καταλληλότητα αδρανών υλικών, επικαλούμενη σχετική αλληλογραφία με την Νομαρχία Θεσπρωτίας και το Δήμο ...
είναι αβάσιμοι. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η διακοπή των εργασιών του τμήματος της Εγνατίας οδού που είχε αναλάβει η αναιρεσειούσα. Αντίθετα, μετά την απόλυση των αναιρεσιβλήτων, αυτή προέβη στην πρόσληψη νέου προσωπικού, αντιστοίχων ειδικοτήτων, με το οποίο συνέχισε τις εργασίες, ο δε νόμιμος εκπρόσωπός της με την 860/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας κηρύχθηκε ένοχος για τις παράνομες απολύσεις των αναιρεσιβλήτων.
Ενδεικτικό της συμπεριφοράς της αναιρεσειούσας αποτελεί και το γεγονός ότι, ενώ τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο του έτους 2003, που έλαβε χώρα η συνδικαλιστική δράση των αναιρεσιβλήτων για την ίδρυση σωματείου, τους επόμενους επανεπροσέλαβε επιλεκτικά όσους εργαζομένους δεν ήταν ιδρυτικά μέλη του σωματείου.
Οι ομαδικές απολύσεις που επικαλείται η αναιρεσειούσα αποτελούσαν πρόσχημα προς κάλυψη του σκοπού που επεδίωκε, δηλαδή όπως απαλλαγεί από εργαζομένους με συνδικαλιστική δράση ή συνδικαλιστικά στελέχη, όπως ήταν ο πρώτος και ο έκτος των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκλέχτηκαν ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου του εργοταξιακού σωματείου.
Έτσι η καταγγελία των αναιρεσιβλήτων θεωρείται ότι έγινε για τη συνδικαλιστική δράση των αναιρεσιβλήτων και είναι άκυρη. Με τις παραδοχές αυτές επεκύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία αναγνώρισε την ακυρότητα της απόλυσης και υποχρέωσε την αναιρεσειούσα να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους μισθούς υπερημερίας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο στο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι οι αναιρεσίβλητοι απολύθηκαν λόγω της συνδικαλιστικής δράσεως για την ίδρυση του ως άνω εγοταξιακού σωματείου, την οποία οι εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας γνώριζαν πριν την καταγγελία των συμβάσεων και όχι για οικονομοτεχνικούς λόγους και οι από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αντίθετοι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι, ότι δεν αιτιολογείται με ποιο τρόπο και από ποια αποδεικτικά στοιχεία το Εφετείο κατέληξε στις ανωτέρω παραδοχές του, ως αφορώντες την εκτίμηση των αποδείξεων και την αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, είναι απαράδεκτοι.
Πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν και επομένως στηρίζουν τη βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Δεν είναι πράγματα οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ένστασης. Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό, ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων οφείλεται στην αδυναμία απασχολήσεώς τους, λόγω προσωρινής διακοπής του έργου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός αποτελεί άρνηση της αγωγής, και δεν φέρει το χαρακτήρα του "πράγματος". Η ίδια αιτίαση που προβάλλεται με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αναίρεσης είναι αόριστη, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται ποιοι ήταν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που παραδεκτώς προτάθηκαν και παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ΄ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.
Επομένως οι περί του αντιθέτου και από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος, τέταρτος, και πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.
Όπως προκύπτει από τα άρθρα 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Πάντως, καμία διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική αναφορά και τη χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ΄ αυτά. Η επιταγή του άρθρου 340 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του, δεν σημαίνει ότι αυτός υποχρεούται να επικαλείται ιδιαιτέρως και να αναλύει διεξοδικά τα αποδεικτικά μέσα που έχουν προσαχθεί από τους διαδίκους ή τα επιχειρήματα που έχουν προβάλλει αυτοί.
Με τους δεύτερο και πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφα τα οποία η αναιρεσειούσα προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων λόγω προσωρινής διακοπής των εργασιών του έργου που εκτελούσε και η πρόσληψη νέου προσωπικού μετά τις απολύσεις αφορούσε ειδικότητες που δεν κάλυπταν οι αναιρεσίβλητοι, ήτοι: 1) το από 2.10.2002 έγγραφο της προς τη Νομαρχία για την έκδοση άδειας εκμίσθωσης λατομικής ζώνης για εξόρυξη αδρανών υλικών, 2) το από 13.1.2003 έγγραφο της προς τη Δ/νση Δασών της Νομαρχίας Αχαΐας για χορήγηση άδειας απόληψης αδρανών υλικών 3) τα από 6.12.2002 και 21.1.2003 έγγραφα της εταιρίας "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ" περί διακοπής των εργασιών σκυροδέτησης μέχρι την διασφάλιση της καταλληλότητας των αδρανών υλικών 4) τις καταγγελίες των συμβάσεων και άλλων εργαζομένων 5) φύλλα του ημερολογίου του έργου της ίδιας, από τα οποία προκύπτει ότι υπήρχε πλήρης παύση εργασιών ή σπανίως πραγματοποιούνταν εργασίες συντήρησης, 6) την 1040/ 16.4.2003 προσωρινή άδεια απόληψης αδρανών υλικών της Δ/σης Δασών Θεσπρωτίας, 7) την από 21.5.2003 βεβαίωση του κυρίου του έργου περί υποχρεώσεως παράδοσης του έργου μέχρι 30.6.2003, 8) τιμολόγια αγοράς γεωτεχνικών μηχανημάτων για την εκτέλεση του έργου με γρηγορότερους ρυθμούς.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία αναφέρεται ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε και " τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν", σε συνδυασμό προς τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, κατά τις οποίες δεν αποδείχθηκε η διακοπή των εργασιών του έργου που εκτελούσε η αναιρεσίβλητη, μέχρι να εξασφαλισθεί η καταλληλότητα των αδρανών υλικών από την επικαλούμενη αλληλογραφία με τη Νομαρχία Θεσπρωτίας και το Δήμο ...
και ότι μετά την απόλυση των αναιρεσίβλητων προέβη στην πρόσληψη νέου προσωπικού, προκύπτει αναμφίβολα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα. Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ.9 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο τον ισχυρισμό περί διακοπής των εργασιών του έργου, η οποία αποτέλεσε την αιτία της απόλυσης των αναιρεσιβλήτων και όχι η συνδικαλιστική τους δράση.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν αφορά κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αίτηση για παροχή έννομης προστασίας.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 19.4.2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΤΙ - ΚΑΤ ΑΤΕ" για αναίρεση της 45/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ