Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on landlord liability for fire in rented premises.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a fire in a rented commercial space. The lower court found the landlords not liable because they had taken sufficient maintenance and fire safety measures, shifting responsibility to the tenants. The court rejected the appeal on procedural grounds, citing vague arguments and the inapplicability of the error of law provision to the lower court's assessment of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may not review the lower court's evaluation of evidence or reject an appeal based on vague allegations regarding the violation of substantive law without specific citation of the violated provision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 741 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 741/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" πρώην "ΑΛΦΑ (ALPHA) ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Κονιδιτσιώτη, η οποία δήλωσε ότι παρίσταται στο ακροατήριο η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2) Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 3) Ε. χήρας Α. Κ., το γένος Γ. Κ., 4) Α. Α. του Α., κατοίκου ... και 5) Ν. Γ. του Α., κατοίκου ομοίως ως άνω. Οι πρώτος, δεύτερος και τρίτη αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Ταφλαμπά, ενώ οι τέταρτη και πέμπτος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαναστασόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 277/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-1-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της υπ' αριθ. ...-2020 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Ιθάκης και το υπ' αριθ. 267/2022 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Σαμαίων Κεφαλληνίας, περί δημοσίευσης διαθήκης, η τρίτη αναιρεσίβλητη Ε. χήρα Α. Κ., το γένος Γ. Κ., απεβίωσε στις ..., ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στις ...-2020, κατέλειπε δε, την υπ' αριθ. ...
δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβ/φου Ιθάκης Σ. Μ., η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθ. 83/19-11-2020 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Σαμαίων Κεφαλληνίας και με την οποία κατέστησε κληρονόμους της τους υιούς της Γ. Κ. του Α. και Κ. Κ. του Α., ήτοι τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους . Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι, κληρονόμοι της αποβιώσασας αρχικού διαδίκου Ε.
χήρας Α. Κ., δήλωσαν με τις προτάσεις τους, που κατατέθηκαν στις ...-2022, το θάνατο της εν λόγω αναιρεσίβλητης και την εκουσία, στο όνομά τους και, κατ' εκτίμηση, κατά το ποσοστό της κληρονομικής μερίδας εκάστου, επανάληψη της βιαίως εκ του λόγου τούτου διακοπείσης δίκης. Κατόπιν τούτου, και αφού δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα η ιδιότητα των ανωτέρω προσώπων ως κληρονόμων της θανούσης αναιρεσίβλητης, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από αυτούς, κατά τ` ανωτέρω.
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 112/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, με την από 5-6-2014 αγωγή της ισχυρίστηκε ότι με το υπ' αριθ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο κλάδου πυρός, είχε ασφαλίσει την εταιρία με την επωνυμία ''Α. Ν. & ΣΙΑ ΟΕ'', που εδρεύει στην ... και είχε ως αντικείμενο την εμπορία φωτοτυπικών μηχανημάτων, αναλώσιμων υλικών και προϊόντων XEROX καθώς και μηχανημάτων 3Μ και κινητών τηλεφώνων, για το χρονικό διάστημα από ...-2008 έως ...-2009, ως ασφαλιζόμενα δε αντικείμενα συμφωνήθηκαν α) το κτήριο αυτής αξίας 126.192 ευρώ, β) το περιεχόμενο αυτού αξίας 160.000 ευρώ και γ) η απώλεια κερδών με τη μορφή ημερήσιου επιδόματος ύψους 586,94 ευρώ για 150 ημέρες.
Ότι στις 19-6-2009, η ως άνω ασφαλισμένη σε αυτήν εταιρία, της ανήγγειλε ότι περί ώρα 12.40 μ.μ. της ίδιας ημέρας, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε όμορο αυτής κατάστημα ειδών αλιείας και κατασκευής σχοινιών, ιδιοκτησίας των τριών πρώτων εναγομένων, το οποίο είχαν μισθώσει για τη στέγαση της επιχείρησής τους οι τέταρτη και πέμπτος των εναγομένων, προκληθείσα, σύμφωνα με το δελτίο πρώτης αυτοψίας της πυροσβεστικής υπηρεσίας, από σπινθήρες που δημιουργήθηκαν σε ηλεκτρική μηχανή ύφανσης σχοινιών εν ώρα λειτουργίας του εν λόγω καταστήματος, η οποία πήρε γρήγορα μεγάλες διαστάσεις λόγω των υλικών εμπορίας (πλαστικά είδη) αυτού, απειλώντας τα όμορα καταστήματα, η οποία τελικά κατασβέστηκε από την πυροσβεστική υπηρεσία.
Ότι από την πυρκαγιά αναπτύχθηκαν καπνοί, οι οποίοι εισχώρησαν στο κατάστημα της ασφαλισμένης σε αυτήν εταιρίας, εξαιτίας των οποίων προκλήθηκαν ζημίες τόσο στο κτήριο στο οποίο είχε την έδρα της η ανωτέρω εταιρία, όσο και στα εμπορεύματά της (μηχανήματα, αναλώσιμα υλικά, χαρτικά, TONER κ.λ.π.), τα οποία ήταν ασφαλισμένα στην ενάγουσα, ενώ λόγω της αποκατάστασης των ζημιών που προκλήθηκαν, η ως άνω ασφαλισμένη στην ενάγουσα εταιρία τέθηκε εκτός λειτουργίας για 30 ημέρες, έχοντας αντίστοιχη απώλεια κερδών υπολογιζόμενη σύμφωνα με το ασφαλιστήριο σε 586,94 ευρώ την ημέρα.
Ότι η πρόκληση της πυρκαγιάς οφείλεται σε αμέλεια των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων), και ειδικότερα, αφενός όσον αφορά τους τρεις πρώτους των εναγομένων, διότι ως κύριοι του ακινήτου δεν έλαβαν τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα πυροπροστασίας της ιδιοκτησίας τους, προκειμένου να αποφεύγεται ο κίνδυνος εξάπλωσης της πυρκαγιάς, αφετέρου, όσον αφορά τους λοιπούς εναγόμενους διότι ως μισθωτές του καταστήματος και ιδιοκτήτες της λειτουργούσας σε αυτό επιχειρήσεως, δεν έλαβαν τα κατάλληλα κατασταλτικά μέτρα προς αντιμετώπιση των περιπτώσεων εκδήλωσης πυρκαγιάς και επιπλέον αμέλησαν να προβούν στη συντήρηση των ηλεκτρικών συσκευών, των οποίων έκαναν χρήση στην επιχείρησή τους, με αποτέλεσμα εξαιτίας σπινθήρων που δημιουργήθηκαν σε μία από αυτές να προκληθεί πυρκαγιά, η οποία λόγω των εύφλεκτων προϊόντων του καταστήματος, επεκτάθηκε γρήγορα στο όμορο κατάστημα της ασφαλισμένης στην ενάγουσα εταιρίας, με αποτέλεσμα την πρόκληση σ' αυτό ζημιών, οι οποίες ανήλθαν, με βάση το καταρτισθέν μεταξύ τους από 17-7-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφώνησαν στην συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς τους, στο συνολικό των 63.500 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την ενάγουσα στην ως άνω ασφαλισμένη σε αυτήν εταιρία και στη συνέχεια η τελευταία, εκχώρησε στην ενάγουσα όλα τα δικαιώματα, αξιώσεις και αγωγές της εν λόγω ασφαλισμένης εταιρίας κατά οποιουδήποτε τρίτου, ο οποίος υπέχει ευθύνη- υποχρέωση για τη ζημία που υπέστη αυτή και μέχρι του συνολικά καταβληθέντος ποσού .
Ότι έτσι η ενάγουσα υποκαταστάθηκε από το νόμο, αλλά και από τη σχετική με την ασφαλισμένη εταιρίας συμφωνίας της, στα δικαιώματα της τελευταίας έναντι των υπαίτιων εναγομένων. Με βάση τα ανωτέρω η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, το ποσό των 63.500 ευρώ που αυτή κατέβαλε, επειδή επήλθε ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος, στην ασφαλισμένη σε αυτήν εταιρία με την επωνυμία ''Α.
Ν. & ΣΙΑ ΟΕ'', ως ασφαλιστική της αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη το κατάστημά της από την πυρκαγιά που προκλήθηκε στο όμορο κατάστημα των εναγομένων ( κυρίων και μισθωτών), με τους νόμιμους τόκους. Επί της αγωγής αυτής, η οποία δικάσθηκε ερήμην των τριών πρώτων των εναγομένων και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 277/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 63.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, προσέβαλαν οι εναγόμενοι, οι τρεις πρώτοι από αυτούς με την από 27-9-2016 έφεσή τους και οι λοιποί εναγόμενοι με την από 13-9-2016 έφεσή τους. Οι εφέσεις αυτές συνεκδικάστηκαν και έγιναν δεκτές τυπικά και κατ' ουσίαν με την υπ' αριθ. 112/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την από 5-6-2014 αγωγή , απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Την απόφαση αυτή προσβάλλει η ενάγουσα - εφεσίβλητη- αναιρεσείουσα, με την κρινόμενη από 7-1-2020 αίτηση αναίρεσης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρξε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του -, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο της επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αμφότερες οι ως άνω προϋποθέσεις (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας") (ΑΠ 655/2019, ΑΠ 322/2018). Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1672/2014).
Ειδικότερα, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ορισμένης πράξεως ή παραλείψεως και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, εξαρτάται από το αν η πράξη ή παράλειψη αφενός μεν αποτέλεσε έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, που αν αυτός έλειπε αυτό δεν θα επερχόταν, αφετέρου δε μόνη της και αντικειμενικά λαμβανόμενη αν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό.
Το ζήτημα αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και μάλιστα από την άποψη της παραβιάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντιθέτως, το ζήτημα αν η πράξη ή παράλειψη υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και, συνεπώς, διαφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο περί όλων των ανωτέρω (ΑΠ 698/2021, ΑΠ 759/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 1382/2019).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: ''... Δυνάμει του από 5-6-1986 ιδιωτικού συμφωνητικού συστάσεως εταιρίας οι πέμπτος και τέταρτη των εναγομένων συνέστησαν ομόρρυθμη βιοτεχνική και εμπορική εταιρία με την επωνυμία ''Ν.
Γ. - Α. Α. ΟΕ'' και έδρα την πόλη των Πατρών, επί της οδού ..., έχουσα ως αντικείμενο την αγορά και κατασκευή νημάτων (στριπτήριο) και την εμπορία αυτών καθώς και την εμπορία ειδών αλιείας. Στη συνέχεια, δυνάμει του από 30-6-1988 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως ακινήτου που υπογράφηκε μεταξύ του Α. Γ. Κ. ως κυρίου (εκμισθωτή), σε ποσοστό 6/10 αδιαιρέτως, του ισογείου καταστήματος που βρίσκεται στην οδό ...
και του πέμπτου των εναγομένων, ως νόμιμου εκπροσώπου της προαναφερόμενης ομόρρυθμης εταιρίας (μισθώτρια), συμφωνήθηκε η συνέχιση της μίσθωσης από την ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρεία , η οποία συνέχισε την επιχείρηση που ασκούσαν οι προκάτοχοι της, Γ. Α. Α. και ακολούθως η θυγατέρα του Ε. συζ. Α. Θ., στο ανωτέρω μίσθιο κατάστημα, δηλαδή την εμπορία αγοραζομένων και κατασκευαζόμενων νημάτων καθώς και ειδών αλιείας.
Σύμφωνα με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό ο Α. Κ. αναγνώρισε την ομόρρυθμη εταιρεία ως μισθώτρια του καταστήματος και διάδοχο της Ε. Θ. από το χρόνο που εγκαταστάθηκε στο μίσθιο, δηλαδή από 5-6-1986 και εντεύθεν. Επίσης, οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι η μίσθωση θα διέπεται από τους όρους και τις συμφωνίες που ίσχυαν για τις προηγούμενες μισθώσεις.
Στη συνέχεια η ανωτέρω μίσθωση, με μεταγενέστερες συμφωνίες ανάμεσα στα συμβαλλόμενα μέρη παρατάθηκε διαδοχικά με ταυτόχρονες αναπροσαρμογές του μισθώματος μέχρι τις 30-11-2007 και ήδη προφορικά για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ισχύουσα και κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν της πυρκαγιάς.
Πρέπει να σημειωθεί δε, ότι σε όλες τις μεταγενέστερες συμφωνίες παράτασης της μισθώσεως που πραγματοποιήθηκαν ανάμεσα στα συμβαλλόμενα μέρη ορίζονταν ρητά, πλην της αναπροσαρμογής του μισθώματος, ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι ίδιοι λοιποί όροι και συμφωνίες της αρχικής μισθώσεως. Από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι το μίσθιο κατάστημα θα χρησιμοποιούνταν από τους μισθωτές για τη λειτουργία βιοτεχνίας κατασκευής νημάτων, τα οποία στη συνέχεια θα τα εμπορεύονταν όπως και λοιπά είδη αλιείας.
Το ανωτέρω γεγονός άλλωστε, το γνώριζε τόσο ο αρχικός εκμισθωτής, Α. Κ., όσο και διάδοχοι αυτού εκμισθωτές, πρώτος, δεύτερη και τρίτη των εναγομένων - εκκαλούντων της από 27-9-2016 εφέσεως, οι οποίοι υπεισήλθαν στην ανωτέρω μισθωτική σχέση μετά το θάνατο του δικαιοπάροχου τους το έτος 1996. Η ανωτέρω κρίση, ενισχύεται τόσο από την γραμματική διατύπωση του ως άνω από 30-6-1988 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως και των μετέπειτα συμφωνιών περί παρατάσεως της εν λόγω μισθώσεως και ιδίως του από 6-11-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως το οποίο υπογράφουν οι νυν τρεις πρώτοι εναγόμενοι ως εκμισθωτές και με το οποίο δηλώνουν ότι εξακολουθεί να ισχύει η αρχική προφορική συμφωνία μίσθωσης κατά τους λοιπούς όρους, όσο και από την ίδια την πραγματική κατάσταση που είχε από χρόνια παγιωθεί, χωρίς καμία αντίδραση από τον αρχικό αλλά και τους μετέπειτα εκμισθωτές- εναγόμενους , δεδομένου ότι και πριν την σύναψη του από 30-6-1988 ιδιωτικού συμφωνητικού με το οποίο υπεισήλθαν ως μισθωτές στο επί της οδού ...
μίσθιο κατάστημα οι τέταρτη και πέμπτος των εναγομένων , υπήρχε προϋφιστάμενη από 15ενταετίας μίσθωση με τον Γ. Α. και στη συνέχεια με τη θυγατέρα του Ε. Θ. , οι οποίοι λειτουργούσαν σε αυτό επιχείρηση εμπορίας νημάτων, τα οποία, είτε αγόραζαν, είτε τα κατασκεύαζαν ("αγοραζομένων και κατασκευαζομένων νημάτων") καθώς και λοιπών ειδών αλιείας .
Επομένως, ο ισχυρισμός των ανωτέρω πρώτου, δεύτερου και τρίτης των εναγομένων ότι οι μισθωτές, τέταρτη και πέμπτος εναγόμενος προέβησαν σε αλλαγή χρήσεως του μίσθιου καταστήματος προβαίνοντας σε λειτουργία εντός αυτού βιοτεχνίας κατασκευής σχοινιών με βάση πλαστικά υλικά και δεν αρκέστηκαν μόνο στην εμπορία των ανωτέρω προϊόντων και λοιπών ειδών αλιείας, σύμφωνα με όσα όριζε η μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως, δεν αποδεικνύεται βάσιμος στην ουσία του και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 19-6-2009 και περί ώρα 12.40 μ.μ. εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο επί της οδού ... ισόγειο κατάστημα συγκυριότητας των τριών πρώτων εναγομένων , το οποίο είχαν μισθώσει κατά τα προαναφερόμενα στους τέταρτη και πέμπτο των εναγομένων και στο οποίο λειτουργούσε επιχείρηση βιοτεχνίας κατασκευής νημάτων, τα οποία στη συνέχεια τα εμπορεύονταν όπως και λοιπά είδη αλιείας.
Το ανωτέρω κτίριο είναι παλαιό , γειτνιάζει με άλλες διπλοκατοικίες με κοινή μεσοτοιχία αριστερά και δεξιά στις οποίες στεγάζονταν επιχειρήσεις. Το ανωτέρω κατάστημα έχει είσοδο στην οδό Αγίου Ανδρέου και αποτελείται από δύο τμήματα, εμβαδού 40 τ.μ. έκαστο, ήτοι, το μπροστινό, στο οποίο λειτουργούσε τμήμα εμπορίας ειδών αλιείας και πλαστικών σχοινιών και το έτερο τμήμα στο πίσω μέρος, στο οποίο λειτουργούσε βιοτεχνία κατασκευής πλαστικών σπάγκων και σχοινιών.
Στο δεύτερο αυτό τμήμα υπήρχαν ηλεκτροκίνητες μηχανές περιέλιξης και στριψίματος σπάγκων, οι οποίες την ώρα εκδήλωσης της πυρκαγιάς βρισκόντουσαν σε λειτουργία.
Σύμφωνα δε, με την από 19- 6-2009 έκθεση απλής αυτοψίας των ανακριτικών υπαλλήλων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Πατρών, το σημείο έναρξης της πυρκαγιάς εντοπίζεται στο μοτέρ μηχανής περιέλιξης και στριψίματος σπάγκων που βρισκόταν πρώτη στο δεξιό μέρος του καταστήματος και στην ένωση των δύο τμημάτων αυτού.
Ειδικότερα, η αιτία της πυρκαγιάς είναι το βραχυκύκλωμα στο μοτέρ της μηχανής περιέλιξης που τη συγκεκριμένη στιγμή βρισκόταν σε λειτουργία από φθορά των ηλεκτρικών καλωδίων από τρωκτικά που υπήρχαν στο κτίριο λόγω της παλαιότητας αυτού. Από την εν λόγω πυρκαγιά καταστράφηκε το τμήμα της βιοτεχνίας ολοσχερώς και σοβαρές ζημίες υπέστη το τμήμα εμπορίας του καταστήματος.
Επίσης, σοβαρές ζημίες από τους καπνούς και την αιθάλη υπέστησαν και τα όμορα με αυτό καταστήματα , μεταξύ των οποίων ήταν και το ευρισκόμενο προς τα αριστερά, στο οποίο στεγάζονταν η επιχείρηση με την επωνυμία "Α. Ν. & ΣΙΑ Ο.Ε.", η οποία είχε ως αντικείμενο την εμπορία φωτοτυπικών μηχανημάτων, αναλώσιμων υλικών και προϊόντων ΧΕΚΟΧ καθώς και μηχανημάτων 3 Μ και κινητών τηλεφώνων και η οποία είχε ασφαλιστική κάλυψη μεταξύ άλλων και από πυρκαγιά, δυνάμει του υπ' αριθ. ...
ασφαλιστήριου συμβολαίου κλάδου πυρός που είχε συνάψει με την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία για το χρονικό διάστημα από ...-2008 έως ...-2009 και με ασφαλιζόμενα αντικείμενα τις κτιριακές εγκαταστάσεις, το περιεχόμενο αυτών και την απώλεια κερδών με τη μορφή ημερήσιου επιδόματος. Αποδείχθηκε εξάλλου, ότι για την εκδήλωση της πυρκαγιάς στο ανωτέρω μίσθιο κατάστημα ουδεμία υπαιτιότητα και δη αμέλεια βαρύνει τους μισθωτές, τέταρτη και πέμπτο των εναγομένων.
Ειδικότερα, προέκυψε ότι το κτίριο στο οποίο είχε την έδρα της η επιχείρηση των ανωτέρω μισθωτών ήταν παλαιό και εξ αυτού του λόγου υπήρχαν σε αυτό τρωκτικά, γεγονός που οι τελευταίοι δεν αμφισβήτησαν. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι ο πέμπτος εναγόμενος, ακριβώς επειδή γνώριζε την ύπαρξη τρωκτικών, τοποθετούσε κατά περιοδικά χρονικά διαστήματα ειδικό φάρμακο για την εξόντωσή τους.
Αποδείχθηκε επίσης, ότι αυτός καθημερινά και μετά το τέλος της εργασίας του τις μεσημβρινές ώρες , καθάριζε τις μηχανές της επιχειρήσεώς του από τα υπολείμματα των υλικών που αυτές επεξεργάζονταν (βαμβάκι, υπόλοιπα κλωστών, πετονιάς, κ.λ.π...) , όπως βεβαίωσε και ο εξετασθείς ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μάρτυράς του, Π.
Λ. του Θ., επιπλέον δε, οι ανωτέρω μηχανές επιθεωρούνταν τακτικά από ειδικευμένο τεχνίτη, γεγονός το οποίο επιβεβαιώθηκε εμμέσως από τη μη εκδήλωση βραχυκυκλώματος σε αυτές καθόλο το διάστημα της μισθώσεως του καταστήματος και της λειτουργίας σε αυτό της επιχείρησης του πέμπτου εναγομένου. Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της μισθώσεως του καταστήματος από τους τέταρτη και πέμπτο των εναγομένων, εκδηλώθηκε πυρκαγιά, επιβεβαίωσε στην από 28-7- 2009 προανακριτική του κατάθεση ενώπιον του Πυρονόμου, Β.
Ν. , ο Ν. Α. του Ι., ο οποίος τυγχάνει ιδιοκτήτης της στεγαζόμενης στο εξ αριστερών όμορο του μισθίου κατάστημα επιχείρησης πώλησης φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων - φαξ και λοιπών αναλώσιμων υλικών και ο οποίος ανέφερε ότι κατά τα 12 έτη που γειτνιάζει με το κατάστημα των μισθωτών δεν έχει συμβεί παρόμοιο περιστατικό.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο μίσθιο κατάστημα είχαν ληφθεί και μέτρα πυροπροστασίας, από τους μισθωτές, αφού υπήρχε εντός αυτού πυροσβεστική φωλιά με πυροσβεστήρες, τους οποίους ο πέμπτος εναγόμενος και ο παρευρισκόμενος τη στιγμή εκδήλωσης της πυρκαγιάς στο κατάστημα, Ε. Φ., τους χρησιμοποίησαν για την κατάσβεση της πυρκαγιάς μέχρι την έλευση της Πυροσβεστικής .......
Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι οι τέταρτη και πέμπτος των εναγομένων - μισθωτές, δεν παρέλειψαν αλλά αντίθετα είχαν καταβάλλει τη δέουσα επιμέλεια, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς τους, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα, όπως προεκτέθηκε, σύμφωνα με τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας αυτών, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων και δη των όμορων καταστημάτων μεταξύ των οποίων και αυτού στο οποίο στεγάζονταν η επιχείρηση "Α.
Ν. & ΣΙΑ Ο.Ε.". Πρέπει να σημειωθεί δε, ότι η εκδήλωση της πυρκαγιάς συνέβη κατά το χρόνο λειτουργίας της μηχανής περιέλιξης και ενώ ήταν παρόντες οι μισθωτές, εργαζόμενοι στη βιοτεχνία τους, γεγονός που δεν μπορούσε να προβλεφθεί, προκειμένου να γίνουν εκ μέρους τους πρόσθετες ενέργειες για την αποτροπή της.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι σύμφωνα με το αντίγραφο του αποσπάσματος από το βιβλίο συμβάντων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Πατρών (Διοίκηση Π.Υ. Πατρών) της 19η-6-2009, η αιτία της προκληθείσας πυρκαγιάς χαρακτηρίστηκε ως τυχαία. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με την από 10-6-2010 αναφορά κατ' άρθρο 43 του ΚΠΔ του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών προς τον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, η ποινική δικογραφία που σχηματίστηκε από την Π.Υ.
Πατρών για την εκδηλωθείσα στις 19-6-2009 πυρκαγιά στο ανωτέρω μίσθιο κατάστημα, τέθηκε στο αρχείο ως ουσία αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι, όπως προέκυψε από την διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, η εν λόγω πυρκαγιά προκλήθηκε από τυχαίο και απρόβλεπτο γεγονός, ενώ ουδεμία αμέλεια δεν μπορεί να αποδοθεί στον μισθωτή Ν.
Γ., ενέργεια, η οποία εγκρίθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. πρωτ. 1694/ 4-8-2010 έγγραφο του τελευταίου. Επίσης, ουδεμία αμέλεια βαρύνει και τους κυρίους, του μίσθιου καταστήματος - εκμισθωτές, πρώτο, δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, οι οποίοι είχαν απεκδυθεί της διαχείρισης και επίβλεψης του μίσθιου καταστήματος ενόψει της μακροχρόνιας μίσθωσης αυτού από τους μισθωτές, οι οποίοι, εξ αυτού του λόγου, είχαν αναλάβει τη χρήση, συντήρηση και εν γένει διαχείριση του.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι η προκληθείσα πυρκαγιά οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια (από αμέλεια) συμπεριφορά της τέταρτης και του πέμπτου των εναγομένων , οι οποίοι δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα, ως όφειλαν, βάσει της γενικής υποχρέωσης ασφάλειας και προστασίας των άλλων, ώστε να αποτραπεί η εκδήλωση ή ακόμα και η επέκταση της πυρκαγιάς εντός της επιχείρησης που διατηρούσαν, μη επιδεικνύοντας την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ένας μέσος συνετός άνθρωπος που θα προέβαινε στα πλαίσια του κύκλου της επαγγελματικής του δραστηριότητας στην ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως , ο σχετικός υπό στοιχείο 3ος λόγος της από 13-9-2016 εφέσεως της τέταρτης και του πέμπτου των εναγομένων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγω της εφέσεως αυτής.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνουν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες, α) η από 13-9-2016 και με αριθ. εκθ. καταθ. 224/13-9-2016 έφεση των πέμπτου και τέταρτης των εναγομένων και β) η από 27-9-2016 και με αριθ. εκθ. καταθ. 249/27-9-2016 έφεση των πρώτου, δεύτερου και τρίτης των εναγομένων και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 277/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.....''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης αδικοπρακτικής ευθύνης των τετάρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον, ειδικότερα, αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν επέδειξαν αμέλεια αναφορικά με την εκδήλωση της πυρκαγιάς στο κατάστημά τους, αλλ' αντιθέτως ανταποκρίθηκαν, ενόψει και των περιστάσεων που συνέτρεξαν, στις επιβαλλόμενες από τις ρηθείσες διατάξεις και την συναλλακτική πρακτική υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, καταβάλοντας τη δέουσα επιμέλεια του μέσου συνετού και επιμελούς ατόμου του κύκλου της συναλλακτικής δραστηριότητάς τους για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων και δη των όμορων καταστημάτων, μεταξύ των οποίων και αυτού στο οποίο στεγαζόταν η ασφαλιζόμενη στην αναιρεσείουσα επιχείρηση, με τη λήψη κατάλληλων μέτρων και ειδικότερα α) με την τοποθέτηση περιοδικά ειδικών φαρμάκων για την εξόντωση των τρωκτικών που υπήρχαν στο κατάστημα λόγω της παλαιότητάς του, β) τον καθαρισμό καθημερινά των μηχανών της επιχείρησής τους από τα υπολείμματα των υλικών που αυτές επεξεργάζονταν και γ) την επιθεώρηση των μηχανών τακτικά από ειδικευμένο τεχνίτη ήτοι λήψη μέτρων, που ήταν επαρκώς ενδεδειγμένα για την συντήρηση των μηχανημάτων της επιχείρησής τους, και δ) τη λήψη μέτρων πυροπροστασίας με τοποθέτηση εντός του καταστήματος πυροσβεστικής φωλιάς με πυροσβεστήρες, ώστε να δικαιολογείται, με βάση τις παραδοχές αυτές, η έλλειψη αδικοπρακτικής ευθύνης των ως άνω αναιρεσιβλήτων και, συνακόλουθα, να καταφάσκεται η ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής.
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω αναιρετικού λόγου, αποδίδει, επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης αδικοπρακτικής ευθύνης των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων - εκμισθωτών- συγκυρίων του καταστήματος που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο χωρίς καμία αιτιολογία δέχθηκε την έλλειψη αδικοπρακτικής ευθύνης τούτων, στηρίζοντας το πόρισμά του μόνο στην ύπαρξη μακροχρόνιας μίσθωσης που είχε ως συνέπεια να απεκδυθούν της διαχείρισης, επίβλεψης και συντήρησης του μισθίου καταστήματος και να την αναλάβουν εξ αυτού του λόγου οι μισθωτές. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, ούτε εξειδικεύονται οι επιπλέον αιτιολογίες, που, κατά την αναιρεσείουσα, έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε οι αιτιολογίες της να είναι επαρκείς, σε κάθε δε περίπτωση οι σχετικές αιτιάσεις αναφέρονται σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και συνεπώς δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, εκ των οποίων κατέθεσαν προτάσεις μόνο οι δύο πρώτοι, θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει την από 7-1-2020 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ''ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ'' για αναίρεση της υπ` αριθμ. 112/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για τους δύο πρώτους Κ. Κ. του Α. και Γ. Κ. του Α. στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ και για τους τετάρτη και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων Α. Α. του Α. και Ν. Γ. του Α. στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ