Supreme Court dismisses appeal against first instance judgment upholding statute of limitations defense in public debt case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Public Fund against the First Instance Court's decision to uphold the employee's statute of limitations defense. The employee argued that a five-year limitation period applied to his claims, while the Fund contended that a specific law required a tax certificate to start the limitation clock. The court ruled that the employee's claims had already expired under the previous legal regime before the new certificate requirement took effect, making the First Instance judgment correct.
Legislator headnote
AI generatedArticles 250(5) of the Civil Code; Article 137(1) of Law 3655/2008: The statute of limitations for public fund claims begins upon the issuance of a tax certificate when required by law, and claims expiring under the prior regime remain barred even if a certificate is issued later.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 741 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 741/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ" (Ε.Τ.Α.Α.) ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ" (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσιλιώτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Κουφάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 5049/2014 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 6/11/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 28/12/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης της 5049/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ.5049/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 12-2-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου και ακυρώθηκε α)η από 12-11-2012 και με αριθμό πρωτοκόλλου ... βεβαίωση οφειλών του ήδη αναιρεσείοντος και β)η από 12-11-2012 και με αριθμό πρωτοκόλλου ... ατομική ειδοποίηση και πρόσκληση του τελευταίου, για τα αναγραφόμενα σε αυτές ποσά.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (Ολ.ΑΠ 5/1995). Ο λόγος δε αυτός ιδρύεται, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, που, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας, (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της, παρά το νόμο, κήρυξης απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/1999, ΑΠ 487/2011, ΑΠ 309/2002).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ.1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ.1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ.2), και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ.3).
Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές.
Επιτρέπει όμως σε αυτόν, σε αντίθεση με το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως (Α.Ε.Δ.18/2009). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ.1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ.2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων, περιελήφθησαν στα εδάφια i και iα αυτής οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά τις διοικητικές συμβάσεις, δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση, καθώς και την είσπραξη των δημοσίων εσόδων (Ν.Δ.356/1974 ΦΕΚ 90).
Ειδικότερα, η σύμβαση είναι διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψή της επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, βρίσκεται βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση ή βάσει ρητρών κανονιστικής ισχύος, που έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στο συμβατικό δεσμό που ρυθμίζουν οι διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου.
Έτσι, συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικού δικαίου και οι διαφορές που απορρέουν από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 19/2010, 28/2011, Ολ.ΑΠ 8/2000, 7/2001 ΑΠ 1649/2007, 1671/2008, 901/2011, 1523/2013). Παράλληλα, οι διατάξεις του άρθρου 73 ν.δ. 356/1974 "Περί κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (ΚΕΔΕ), ρυθμίζουν λεπτομερώς την άσκηση από το θιγόμενο ιδιώτη, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, ανακοπής, τόσον πριν, όσο και μετά την έναρξη διοικητικής εκτέλεσης.
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση, κατά την οποία ο τίτλος του άρθρου 2 παρ.2 ΚΕΔΕ, που αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης, αποδεικνύει ιδιωτική απαίτηση του Δημοσίου, η διαφορά, που δημιουργείται με την άσκηση της απορρέουσας από τη διάταξη του άρθρου 73 ιδίου Κώδικα ανακοπής του θιγόμενου ιδιώτη, φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιωτικής διαφοράς, η φύση της οποίας δεν μεταβάλλεται με την παρεμβολή της διοικητικής βεβαιωτικής διαδικασίας από όργανα της διοίκησης και την είσπραξη της απαίτησης από το Δημόσιο Ταμείο.
Επομένως, δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής έχουν, σύμφωνα με τα ανωτέρω και με την ισχύ του ν.1406/1983, τα Πολιτικά Δικαστήρια (ΑΕΔ 8/1989, 23/1999, ΑΠ 1320/2002, 1523/2013). Εξ’ άλλου, με το άρθρο 17 Εισ.Ν.ΑΚ καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες, με τις οποίες είχε επεκταθεί σε ΝΠΔΔ η εφαρμογή των διατάξεων για παραγραφή, που αφορούσαν το Δημόσιο.
Έτσι, μετά την εισαγωγή του Α. Κ., καθόσον αφορά τα ΝΠΔΔ, εφαρμόζονται για την παραγραφή κατά κανόνα μεν οι κοινές διατάξεις του Α.Κ., εξαιρετικώς δε οι διατάξεις που αφορούν το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται για Νομικό Πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, που αφορούν το Δημόσιο ή τυχόν μεταγενέστερες του Α,Κ ειδικές διατάξεις (ΟλΑΠ 84/4, ΟλΑΠ 132/62, ΑΠ 307/62, ΑΠ 404/62, ΑΠ 26/60, σχετ.
Ολ ΑΠ 73/58). Επακολούθησε το Ν.Δ. 321/1969, "περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού", με το άρθρο 101 του οποίου οριζόταν ότι: "Δια Β.Δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεώς των, επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου".
Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή, εκδόθηκε το Β.Δ. 776/72, με το οποίο επεκτάθηκαν στα ΝΠΔΔ οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του άνω Ν.Δ/τος, όπως συγχρόνως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Σημειωτέον ότι και κατά το άρθρο 101 Ν.Δ. 321/1969, καθόσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ΝΠΔΔ, εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Εκδόθηκε όμως το Ν.Δ. 496/74, το οποίο με τα άρθρα 44 επ. ρυθμίζει τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ ΝΠΔΔ και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1 Ιανουαρίου 1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευση του, οι οποίες όμως δεν αφορούν την παραγραφή. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρο 44 του ν.δ. 496/1974, περί Λογιστικού των ν.π.δ.δ., ορίζει ότι: "Παν χρέος προς το ν.π.
παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη" (παρ. 1 εδ. α’ )..... "Χρέη προς το ν.π. α).., β).., γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν" (παρ.2).
Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου ν.δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 578/1977, ορίζει ότι: "Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977, δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα Ν.Π.Δ.Δ." (πλήν των αναφερομένων στην παρ.1)..... "Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι’ ούς ταύτα εξεδόθησαν".
Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση εξαίρεσης ΝΠΔΔ από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του ν.δ.496/1974, δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής αυτού και συνεπώς, καθόσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ’ αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού, ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 54. Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεώς του εν ισχύι γεννωμένων αξιώσεων. Άρθρο 55. Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι".
Στη συνέχεια, κατ’ εφαρμογή της παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974 εξουσιοδότησης, εκδόθηκε το Π.Δ. 437/1977, το άρθρο μόνο του οποίου ορίζει ότι" εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν.Δ 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξαίρεση είναι καθολική και επομένως καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής ως άνω διατάξεις του ν.δ. 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το όρθρο μόνο του Π.Δ, 305/1985 (Α.Π. 1645/2010, Α.Π 1831/2006, Α.Π.663/2011).
Με τον ν. 2326/1940 ιδρύθηκε το ταμείο συντάξεως μηχανικών και εργοληπτών δημοσίων έργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.), του οποίου ήδη αποτελεί καθολικό διάδοχο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 25 και 38 του ν.3655/2008, το αναιρεσείον ενιαίο ταμείο ανεξάρτητα απασχολούμενων (ΕΤΑΑ), υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικών Υπηρεσιών.
Συνεπώς, κατ’ εφαρμογή του άρθρου μόνου του Π.Δ. 437/ 1977, εξαιρέθηκε τούτο ολοσχερώς της εφαρμογής των διατάξεων του ν δ 496/1974 και επομένως και εκείνης του άρθρου 44, που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων Ν.Π. Δ.Δ., δεδομένου δε ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεών του, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του Α.Κ.
Κατά το άρθρο 249 του κώδικα αυτού, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, όπως στην περίπτωση του άρθρου 250 περ.5, που αναφέρεται στις αξιώσεις εκείνων, που ασκούν κατ’ επάγγελμα την παροχή υπηρεσιών, για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους οι οποίες παραγράφονται σε πέντε χρόνια, από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 251-253 του Α.Κ.
Με τo άρθρο 7 του Α.Ν. 440/1945 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των αφορωσών το Ταμείον Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων διατάξεων" ορίζονται, πλήν άλλων, τα εξής: Οι κατά τις κείμενες γενικές ή ειδικές διατάξεις εγγυοδοτικές επιστολές για τη συμμετοχή σε δημοπρασίες εκτέλεσης έργων ή προμηθειών του Δημοσίου όλων των Υπουργείων και κάθε αρμοδιότητας, όπως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και κάθε Οργανισμού, για τα οποία απαιτείται κατά το νόμο δημοπρασία για την εκτέλεση τους, εκδίδονται απεριόριστα και από τo Ταμείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων.
Οι εγγυοδοτικές επιστολές του Ταμείου γίνονται υποχρεωτικά δεκτές, έστω και αν δεν αναφέρεται αυτό στη διακήρυξη. Με το άρθρο δε 2 του Ν. 1019/1949 ορίστηκε ότι, προκειμένου για Δημόσια κ.λπ έργα, που εκτελούνται στις επαρχίες, οι υπέρ των μετόχων του ΤΣΜΕΔΕ εκδιδόμενες από αυτό μετά το Ν 440/1945 εγγυοδοτικές επιστολές για τη συμμετοχή στις δημοπρασίες, χορηγούνται είτε από το Κεντρικό Γραφείο του Ταμείου είτε από τα ιδρυόμενα επαρχιακά Γραφεία.
Τέλος, κατά το άρθρο 2 του Ν. 2326/1940 σκοπός του ΤΣΜΕΔΕ είναι η παροχή συντάξεως ή εφάπαξ βοηθήματος στους μετόχους, οι οποίοι παύουν να εξασκούν επάγγελμα, όπως και στις οικογένειες τους, με το άρθρο 7 δε του ίδιου νόμου ορίστηκαν οι πόροι του Ταμείου, και στην παράγραφο 4 του άρθρου αυτού ορίζονται τα εξής: "Πάσα απαίτησις του Ταμείου εξ οιασδήποτε αιτίας προερχόμενη, μετά των προσθέτων επιβαρύνσεων, εισπράττεται βάσει των δικονομικών διατάξεων της εκάστοτε ισχυούσης δια την αναγκαστικήν είσπραξιν των Δημοσίων εσόδων, νομοθεσίας...Τίτλον δια την τοιαύτην αναγκαστικήν είσπραξιν αποτελεί απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου, του ΤΣΜΕΔΕ, καθορίζουσα το εισπρακτέον ποσόν εκ καθυστερουμένων εν γένει απαιτήσεων και προσθέτων επιβαρύνσεων, την αιτίαν της οφειλής, ως και την περίοδον εις ην ανάγεται αύτη.
Δια της επιδόσεως της ατομικής ειδοποιήσεως εις οφειλέτην διακόπτεται η παραγραφή. Το Ταμείον δύναται να επιδιώξει την είσπραξιν των απαιτήσεων του και κατά την τακτικήν διαδικασίαν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το ΤΣΜΕΔΕ έχει διφυή χαρακτήρα, αφενός συνιστά ασφαλιστικό οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης και με την ιδιότητα αυτή αποτελεί φορέα δημόσιας εξουσίας και αφετέρου ενεργεί ως οικονομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου (FISCUS), όπως ακριβώς δρούν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα και στο πλαίσιο της δραστηριότητας του αυτής παρέχει στους μετόχους του ασφαλισμένους πιστωτικές υπηρεσίες, εγγυόμενο υπέρ των μελών του, τα οποία επιδίδονται έτσι απρόσκοπτα στην ανάληψη και εκτέλεση δημοσίων έργων, καταβάλλοντας στο Ταμείο ορισμένη προμήθεια, Η καταβολή προμήθειας γενικά για την έκδοση εγγυητικών επιστολών συνιστά ανταποδοτικό αντάλλαγμα (αμοιβή) για την παροχή εγγύησης ή την έκδοση εγγυητικής επιστολής και η αξίωση για την καταβολή αυτής (αμοιβής) υπόκειται στη πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ.5 του Α.Κ.
Επομένως, το ΤΣΜΕΔΕ ανήκει στην κατηγορία των προσώπων της περ 5 του άρθρου 250 Α.Κ, κατά το μέρος που ασκεί κατ’ επάγγελμα την παροχή υπηρεσιών χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα, με την παροχή εγγυήσεων υπέρ των εργοληπτών δημοσίων έργων, δια της εκδόσεως εγγυητικών επιστολών και οι αντίστοιχες αξιώσεις του από προμήθειες για την έκδοση εγγυητικών επιστολών υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή της περ.5 του αρθρ.250 ΑΚ (ΑΠ 663/2011, ΑΠ 1601/2014, 1645/2010).
Ήδη με το άρθρο 26 παρ.11 του ν.4075/2012 (ΦΕΚ Α’ 89/11-4-2012), στο τέλος της παραγράφου 1 του Α Τμήματος του άρθρου 137 του ν.3655/2008 (Α 58), προστέθηκε νέο εδάφιο, που έχει ως εξής: "Απαιτήσεις του ΤΣΜΕΔΕ κατά ασφαλισμένων του από προμήθειες εγγυητικών επιστολών, που έχουν εκδοθεί προ της ενάρξεως ισχύος του ν.3655/2008 (Α’ 58), παραγράφονται εντός πενταετίας, αρχής γενομένης από την πρώτη ημέρα του επόμενου οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες".
Με βάση δε τα ανωτέρω δεδομένα, εφόσον η παραγραφή των προαναφερομένων απαιτήσεων του ΤΣΜΕΔΕ είχε συμπληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν.4075/2012 (11-4-2012), υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, που προεκτέθηκε, η βεβαίωση της αντίστοιχης οφειλής και η εντεύθεν εφαρμογή του άρθρου 137 παρ.1, εδάφιο τελευταίο του ν.3655/2008, όπως προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ.11 του ν.4075/2012, για την κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής είσπραξης, αποτελούν διαδικασίες ακυρωτέες, αν ο οφειλέτης υποβάλλει σχετική ένσταση παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Με την ένδικη από 12-2-2013 ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε, για τους επικαλούμενους σε αυτή λόγους, να ακυρωθούν η υπ’ αριθμ.πρωτ..../12-11-2012 βεβαίωση οφειλών του Προϊσταμένου της Δ/νσης Εγγυοδοσίας και Πιστοδοσίας του ΕΤΑΑ και η υπ’ αριθμ.πρωτ..../12-11-2012 ατομική ειδοποίηση και πρόσκληση του Α’ Αντιπροέδρου του Δ.Σ.
του ΕΤΑΑ και Προέδρου της Διοικούσας Επιτροπής του ΕΤΑΑ (Τομείς Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων), με τις οποίες το καθού η ανακοπή βεβαίωσε σε βάρος του οφειλή και τον κάλεσε να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 45.970,86 ευρώ, όπως τα επιμέρους ποσά λεπτομερώς εξειδικεύονται στο συνημμένο στο δικόγραφό της από 12-11-2012 πίνακα και προέρχεται από παροχή προμήθειας και τόκους για την έκδοση από το καθού η ανακοπή επτά (7) εγγυητικών επιστολών υπέρ του ιδίου (ανακόπτοντος), για ιδιωτικά έργα, τα οποία είχε αναλάβει ο τελευταίος.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφασή του, δέχτηκε ότι: "Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση ανακοπή παραδεκτώς από άποψη δικαιοδοσίας πολιτικών δικαστηρίων εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του....,δοθέντος ότι..... η επικαλούμενη οφειλή του ανακόπτοντος προς το καθ’ ου η ανακοπή έχει παραχθεί από σχέση ιδιωτικού δικαίου και δη από τη δράση του τελευταίου ως οικονομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου (fiscuς), αφού η συμφωνία για την καταβολή προμήθειας για την έκδοση εγγυητικών επιστολών από μέρους του καθ’ ου η ανακοπή, δεν διέπεται από εξαιρετικές ρήτρες, που προσδίδουν στο καθ’ ου υπερέχουσα θέση, με αποτέλεσμα αυτές οι συμβάσεις να μην έχουν το χαρακτήρα διοικητικής σύμβασης, αλλά σύμβασης ιδιωτικού δικαίου, αφορούν δε ιδιωτικά έργα, όπως ρητώς και σαφώς αναφέρεται στο ένδικο δικόγραφο".
Η κρίση αυτή του ως άνω Δικαστηρίου, με βάση την οποία απέρριψε ακολούθως την ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ως προς την ένδικη διαφορά, που πρότεινε το αναιρεσείον, είναι ορθή, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η δυνατότητα εκτέλεσης προς είσπραξη της επίδικης απαίτησης μόνο κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, δεν αρκεί για να καταστήσει διοικητική την ένδικη διαφορά, εφόσον κατά τα λοιπά, η υποκείμενη έννομη σχέση δεν εμφανίζει στοιχεία υπεροχής του καθ’ ού η ανακοπή αναιρεσείοντος έναντι του ανακόπτοντος αναιρεσιβλήτου, αλλά είναι ιδιωτικού δικαίου, οπότε τον ίδιο χαρακτήρα έχει και η ένδικη διαφορά.
Συνεπώς, εφόσον δεν πρόκειται για διοικητική διαφορά ουσίας, δεν υπέπεσε τελικά το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στην πλημμέλεια από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά ούτε σε εκείνη από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, που επικαλείται το αναιρεσείον, αφού, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου της, η ως άνω ανακοπή είναι πλήρως ορισμένη, διαλαμβάνουσα όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για τη θεμελίωση δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και όσα αντίθετα υποστηρίζει με τον πρώτο λόγο της αίτησής του είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατά το αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005 7/2006 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ’ αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν, κατά τα λοιπά, δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την περαιτέρω παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση του πρώτου λόγου της ένδικης ανακοπής, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το καθ’ ου η ανακοπή, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, εξέδωσε κατόπιν σχετικών αιτήσεων του ανακόπτοντος, τις κάτωθι εγγυητικές επιστολές:
α) την υπ’ αριθμόν ... εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης, ποσού 52.140.000 δραχμών και ήδη 153.015,00 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 08.08.2000, β) την υπ’ αριθμόν ... εγγυητική επιστολή προκαταβολής, ποσού 25.000.000 δραχμών και ήδη 73.367,57 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 08.08.2000, γ) την υπ’ αριθμόν ... εγγυητική επιστολή προκαταβολής, ποσού 25.000.000 δραχμών και ήδη 73.367,57 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 20.02.2001, δ) την υπ’ αριθμόν ...
εγγυητική επιστολή ανάληψης κρατήσεων, ποσού 14.480,000 δραχμών και ήδη 42.494,50 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 05.04.2001, ε) την υπ’ αριθμόν ... εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης, ποσού 1.500,000 δραχμών και ήδη 4.402,05 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 22.11.2001, στ) την υπ’ αριθμόν ... εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης, ποσού 1.650,000 δραχμών και ήδη 4.842,26 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 26.11.2001 και ζ) την υπ’ αριθμόν ...
εγγυητική επιστολή προκαταβολής, ποσού 4.125,000 δραχμών και ήδη 12.105,65 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 26.11.2001. Δυνάμει του υπό στοιχείο 1.0 όρου των επιμέρους συμφωνητικών, που συνυπογράφησαν από αμφότερα τα διάδικα μέρη και συνοδεύουν τις ως άνω εγγυητικές επιστολές, ορίστηκε ότι το καθ’ ου η ανακοπή δικαιούται από τον ανακόπτοντα προμήθειας, η οποία χρεώνεται ανά τρίμηνο και αδιαίρετα σε όλο το ποσό της εγγύησης για όσο διάστημα είναι σε ισχύ η εγγυητική επιστολή, ήτοι από την ημερομηνία έκδοσης εκάστης εγγυητικής επιστολής μέχρι την επιστροφή ή κατάπτωση αυτής, η οποία (προμήθεια) θα προκαταβάλλεται στην αρχή κάθε τριμηνίας, άλλως θα οφείλεται αυτοδίκαια και χωρίς καμία όχληση ο τόκος καταθέσεων ταμιευτηρίου, που καθορίζεται κάθε φορά από την Τράπεζα της Ελλάδος για τα διαθέσιμα του ταμείου του καθ’ ου η ανακοπή από τότε, που έπρεπε να καταβληθεί η προμήθεια.
Πλην όμως, ο ανακόπτων δεν εκπλήρωσε προσηκόντως τις συμβατικές του υποχρεώσεις και δεν κατέβαλε στο καθ’ ου η ανακοπή τις προμήθειες έναντι εκάστης εγγυητικής επιστολής, που αναγράφονται στον συνημμένο στο δικόγραφο της ανακοπής του πίνακα, με αποτέλεσμα να οφείλονται αυτές και οι αναλογούντες τόκοι.
Συγκεκριμένα, κατά τα αναφερόμενα στον από 12.11.2012 πίνακα χρεών για την πρώτη εγγυητική επιστολή και για το χρονικό διάστημα από 18.01.2001 έως 15.02.2005 όφειλε προμήθεια το ποσό των 7.991,68€ και τόκους το ποσό των 2.996/88€, για την δεύτερη εγγυητική επιστολή για το χρονικό διάστημα από 08.11.2000 έως 15.02.2005 όφειλε ως προμήθεια το ποσό των 10.519,71€ και τόκους το ποσό των 3.944,89€, για την τρίτη εγγυητική επιστολή για το χρονικό διάστημα από 20.05.2001
έως 15.02.2005 όφειλε ως προμήθεια το ποσό των 7.703,56€ και τόκους το ποσό των 2.888,84€, για την τέταρτη εγγυητική επιστολή για το χρονικό διάστημα από 05.07.2001 έως 15.02.2005 όφειλε ως προμήθεια το ποσό των 3.080,82€ και τόκους το ποσό των 1.155,31€, για την πέμπτη εγγυητική επιστολή για το χρονικό διάστημα από 22.02.2002 έως 15.02.2005 όφειλε ως προμήθεια το ποσό των 264,12€ και τόκους το ποσό των 99,05€, για την έκτη εγγυητική επιστολή για το χρονικό διάστημα από 26.02.2002 έως 14.02.2006 όφειλε ως προμήθεια το ποσό των 387,36€ και τόκους το ποσό των 145,26€ και τέλος για την έβδομη εγγυητική επιστολή για το χρονικό διάστημα από 26.02.2002 έως 14.02.2006 όφειλε ως προμήθεια το ποσό των 2.324,32€ και τόκους το ποσό των 871,62€ και συνολικά το ποσό των 32.271,57€ για προμήθειες, το ποσό των 12.101,85€ για τόκους, πλέον ποσού 1.331,20€ για χαρτόσημο και 266,24€ για ΟΓΑ, συνολικό ποσό 45.970,86€, όπως στον επισυναπτόμενο στην ανακοπή πίνακα αναφέρονται ο αριθμός, το είδος (Ε καλής εκτέλεσης, Δ δεκάτων και Π προκαταβολής), η ημερομηνία έκδοσης, το ποσό του κεφαλαίου, το ποσό προμήθειας τριμήνου, το διάστημα οφειλής των προμηθειών, οι συνολικά χρεωθείσες προμήθειες για όλα τα τρίμηνα, που έμεινε σε ισχύ και οι τόκοι, τα χαρτόσημα και ΟΓΑ επί του χαρτοσήμου.
Κατόπιν αυτών, το καθ’ ου η ανακοπή την 05.12.2012 (βλ. τις υπ’ αριθμούς ... και ... /05.12.2012 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας Ι. Α.) επέδωσε στον ανακόπτοντα την προσβαλλόμενη από 12.11.2012 και με αριθμό πρωτοκόλλου ... βεβαίωση οφειλών, με την οποία καθορίστηκε η ως άνω οφειλή του και βεβαιώθηκε ως έσοδο του ταμείου του και την από 12.11.2012 και με αριθμό πρωτοκόλλου ...
ατομική ειδοποίηση-πρόσκληση, με την οποία τον καλούσε να του καταβάλει το ως άνω συνολικά οφειλόμενο ποσό, νομιμοτόκως, πλην του κονδυλίου των τόκων, από την ημέρα της βεβαίωσης αυτού. Οι ανωτέρω, ωστόσο, αξιώσεις του καθ’ ου η ανακοπή για προμήθειες και τόκους αυτών έχουν υποπέσει σε παραγραφή, σύμφωνα με τους βάσιμους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος, καθώς από το τέλος του έτους 2001 έως 2006 κατά τα οποία γεννήθηκαν οι ως άνω αξιώσεις μέχρι και την 05.12.2012, οπότε επιδόθηκε στον ανακόπτοντα η προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση και πρόσκληση, ως πρώτο διακοπτικό γεγονός της παραγραφής, παρήλθαν πέντε και πλέον έτη.
Πλέον ειδικότερα, αφού οι επίδικες αξιώσεις έγιναν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές ανά τρίμηνο από την έκδοση εκάστης εγγυητικής επιστολής, η δε παραγραφή αυτών άρχιζε μόλις έληγε το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκαν, υποκείμενες στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 5 του ΑΚ, οι αξιώσεις του έτους 2001 παραγράφηκαν την 01.01.2007, του έτους 2002 την 01.01.2008, του έτους 2003 την 01.01.2009, του έτους 2004 την 01.01.2010, του έτους 2005 την 01.01.2011 και τέλος του έτους 2006 την 01.01.2012.
Εξ άλλου, με την ίδια πενταετή παραγραφή συμπαραγράφηκαν και οι παρεπόμενες από την ως άνω κύρια αξίωση του καθ’ ου η ανακοπή αξιώσεις για την καταβολή τόκων και λοιπών απαιτήσεων κατά την διάταξη του άρθρου 274 του Α.Κ. Αντιθέτως, αβάσιμοι τυγχάνουν οι ισχυρισμοί του καθ’ ου η ανακοπή ότι οι αξιώσεις του δεν έχουν παραγραφεί κατ’ εφαρμογή του τροποποιηθέντος άρθρου 137 παρ. 1 του νόμου 3655/2008 με το άρθρο 26 παρ. 11 του νόμου 4075/2012.
Ειδικότερα, διατείνεται ο καθ’ ου η ανακοπή ότι η τροποποιηθείσα αυτή διάταξη τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, καθώς οι αξιώσεις του προέρχονται από εγγυητικές επιστολές, οι οποίες εκδόθηκαν προ της έναρξης ισχύος του νόμου 3655/2008, και συνεπώς η έναρξη της παραγραφής των απαιτήσεων του εκκινά από την πρώτη ημέρα του επόμενου οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες αυτές.
Δοθέντος δε ότι στην προκείμενη περίπτωση η βεβαίωση έλαβε χώρα την 12.11.2012, δεν έχει εισέτι συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή αυτών. Ωστόσο, στην ένδικη περίπτωση δεν δύναται να τύχει εφαρμογής η τροποποιηθείσα διάταξη του άρθρου 137 του νόμου 3655/2008, αφού αυτό θα συνιστούσε, στην πραγματικότητα, ανεπίτρεπτη παράταση του χρόνου έναρξης της παραγραφής σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, με αποτέλεσμα ήδη παραγεγραμμένες απαιτήσεις προ της έναρξης ισχύος αυτού να θεωρούνται πλέον μη παραγεγραμμένες.
Φυσικά, ο νομοθέτης δύναται να παρατείνει εν γένει τον χρόνο παραγραφής, μη δεσμευόμενος κατά τούτο από το ..σύνταγμα, αλλά μόνο ως προς τις αξιώσεις εκείνες για τις οποίες ο χρόνος αυτός δεν έχει ακόμη συμπληρωθεί κατά την έναρξη ισχύος του νεότερου νομού. Η ως άνω διάταξη, λοιπόν, δεν καταλαμβάνει όλες ανεξαιρέτως τις απαιτήσεις του καθ’ ου η ανακοπή από προμήθειες εγγυητικών επιστολών, που έχουν εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου 3655/2008, αλλά μόνο εκείνες των οποίων ο χρόνος παραγραφής συμπληρώνεται μετά την έναρξη ισχύος της (11.04.2012).
Άλλως, η διάταξη αυτή θα προσέκρουε στην συνταγματική αρχή της ισότητας, αλλά και στις εκ της αρχής του κράτους δικαίου ευθέως συναγόμενες επί μέρους συνταγματικές αρχές της νομικής ασφάλειας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς επίσης και στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, οι οποίες παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί δικαιώματα, ακόμη και με την μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής......
Συνεπώς, δεν έχει επέλθει, με βάση την πιο πάνω επικαλούμενη από το καθ’ ου η ανακοπή διάταξη, παράταση της έναρξης παραγραφής των επίδικων απαιτήσεων του, εφ’ όσον ο χρόνος παραγραφής αυτών συμπληρώθηκε πριν από την θέση σε ισχύ της εν λόγω διάταξης, που έγινε μεταγενέστερα στις 11.04.2012 και η βεβαίωση της οφειλής από το καθ’ ου η ανακοπή έγινε στις 12.11.2012.
Να σημειωθεί για την πληρότητα των νομικών σκέψεων της παρούσας ότι απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεν θα μπορούσε εν γένει να τύχει εφαρμογής, διότι αυτή αφορά σε βεβαιωμένες ταμειακά και ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις και όχι στο κατά το ουσιαστικό δικαίωμα του ταμείου να βεβαιώσει τις ένδικες προμήθειες, καθώς μέχρι την ως άνω τροποποίηση του άρθρου 137 παρ. 1 του νόμου 3655/2008, με την εξαίρεση του καθ’ ου η ανακοπή από την εφαρμογή του άρθρου 44 του ν.δ/τος 496/1974, σύμφωνα με την οποία "πάν χρέος προς το ν.π.
παραγράφεται εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από την λήξεως του οικονομικού έτους του οποίου εβεβαιώθη", για την έναρξη της παραγραφής των απαιτήσεών του δεν απαιτείτο η βεβαίωση αυτών. Για τον λόγο αυτό από την γένεση τους μέχρι και την επίδοση της ατομικής ειδοποίησης, η οποία αποτελούσε το πρώτο διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, ήταν δυνατό να έχουν υποπέσει οι απαιτήσεις αυτές σε παραγραφή, όπως στην ένδικη περίπτωση.
Με την τροποποίηση, όμως, του νόμου 3655/2008, πλέον, για την έναρξη της παραγραφής απαιτείται, όπως συμβαίνει και στο δημόσιο, η ταμειακή βεβαίωση του χρέους, ενισχύοντας κστ’ αυτόν τον τρόπο την θέση του καθ’ ου η ανακοπή....Κατ’ ακολουθία τούτων πρέπει να γίνει δέκτη και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η ένδικη ανακοπή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη από 12.11.2012 και με αριθμό πρωτοκόλλου ...
βεβαίωση οφειλών και η από 12.11.2012 και με αριθμό πρωτοκόλλου ... ατομική ειδοποίηση και πρόσκληση του καθ’ ου η ανακοπή για τα αναγραφόμενα οε αυτές ποσά, ήτοι για το συνολικό ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (45.970,86€)". Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και δέχτηκε ότι οι αξιώσεις του καθ’ ου η ανακοπή - αναιρεσείοντος για προμήθειες και τόκους αυτών από τις ανωτέρω εγγυητικές επιστολές, υπάγονται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ.5 ΑΚ, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την τελευταία αυτή ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 250 περ.5 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη υπόθεση, αλλά ούτε τη διάταξη του άρθρου 137 Α’ Τμήμα, παρ.1, εδάφιο τελευταίο του ν.3655/2008, όπως προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ.11 του ν.4075/2012, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, εφόσον η παραγραφή των συγκεκριμένων απαιτήσεων του αναιρεσείοντος είχε ήδη συμπληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν.4075/2012 (11-4-2012), υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, που προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας και η βεβαίωση τούτων από το τελευταίο έγινε στις 12-11-2012.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται από το αναιρεσείον στο δεύτερο λόγο της αίτησής του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Κατ’ ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-11-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ.5049/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ