Legislator Case Law & Legislation
741/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding absent defense and invalid force majeure claim.

Case Number 741/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against a first-instance judgment. The appellant argued that the lower court erred in rejecting a claim of force majeure preventing his legal representation and in failing to consider medical certificates. The court found the force majeure claim invalid as it occurred after the relevant hearing and the medical evidence was insufficient to justify non-appearance. Consequently, the appeal was rejected without a ruling on costs due to the appellant's waiver of legal aid obligations.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 C.Pol.D.; Art. 559 C.Pol.D.: The Supreme Court examines ex officio whether a summoned party appeared; a claim of force majeure must be proven by timely medical evidence and cannot justify absence from a hearing scheduled after the alleged incident.

Keywords

AI generated
cassation appeal force majeure defense legal representation absence medical certificates validity procedural default legal aid waiver supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 C.Pol.D.
Art. 559 C.Pol.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 741 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 741/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Γ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζερβό.

Ο ως άνω δικηγόρος διορίστηκε σύμφωνα με το ν.3226/2004 και την 142/2015 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Μ. του Ε., πρώην συζύγου Δ. Γ., κατοίκου δημοτικού διαμερίσματος ..., ως ασκούσης την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους Π. και Θ. Γ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό .../03-06-2008 αγωγή που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και εκδόθηκε η 134/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 25-6-2010 ανακοπή ερημοδικίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και επί της οποίας εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 373/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2014 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-6-2015 αίτησή του και τους από 15-2-2016 προσθέτους λόγους του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης, ανέγνωσε την από 7-3-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κράνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30-6-2015 αίτησης αναίρεσης και των από 15-2-2016 πρόσθετων λόγων της.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ’ αριθ. .../20.10.2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Μυτιλήνης Ο. Μ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (21.12.2015), κατά την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο για την 28.3.2016, στη συνέχεια για την 16.5.2016 και τέλος για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής δικάσιμο, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στην αναιρεσίβλητη Ε.

Μ.. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε στην τελευταία μετ’ αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, δεδομένου ότι κατά τα άρθρα 226 παρ. 4 και 575 ΚΠολΔ η από το πινάκιο αναβολή επέχει θέση κλήτευσης για όλους τους διαδίκους. 2.- Με την υπ’ αριθ. 134/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, που εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Β’ ΚΠολΔ, έγινε εν μέρει δεκτή η από 30.5.2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης (εν διαστάσει τότε συζύγου του αναιρεσείοντος) και αφενός μεν ανατέθηκε σ’ αυτή η επιμέλεια των ανήλικων παιδιών τους, αφετέρου δε υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να της καταβάλει για λογαριασμό των παιδιών τους μηνιαία διατροφή ποσού 290 ευρώ για τον Π.

και 230 ευρώ για την Θ.. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 25.6.2010 ανακοπή ερημοδικίας η οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την υπ’ αριθ. 373/2012 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Κατά της τελευταίας ο αναιρεσείων άσκησε την από 5.10.2012 έφεση, η οποία επίσης απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την υπ’ αριθ. 27/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Με την υπό κρίση από 30.6.2015 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η ανωτέρω απόφαση. Η δε αναίρεση είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρα 577§3 ΚΠολΔ).

3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 569§2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και ως προς εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντίγραφο του δικογράφου αυτού, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ως χρόνος συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι, θεωρείται η δικάσιμος που αρχικά ορίσθηκε κατά το άρθρο 568§2 ΚΠολΔ και όχι η τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, που ορίσθηκε ύστερα από ματαίωση ή αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης κατά το άρθρο 575 ΚΠολΔ.

Γι’ αυτό αν δεν τηρηθεί η ως άνω θεσπισμένη προθεσμία ως προς την κατάθεση, αλλά και ως προς την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, αυτοί απορρίπτονται κατά το άρθρο 577 ΚΠολΔ ως απαράδεκτοι για έλλειψη προδικασίας (ΑΠολομ 143/1984). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι με την από 24.2.2012 πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 21.12.2015, κατά την οποία όμως αναβλήθηκε οίκοθεν η συζήτησή της για τη δικάσιμο της 28.3.2016.

Μετά την αναβολή αυτή ο αναιρεσείων άσκησε με ιδιαίτερο δικόγραφο τους από 15.2.2016 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 22.2.2016 και προσδιορίστηκαν να συζητηθούν από κοινού με την αίτηση αναίρεσης κατά την ως άνω μετ’ αναβολή δικάσιμο της 28.3.2016. Σύμφωνα όμως με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, το δικόγραφο των πρόσθετων αυτών λόγων δεν κατατέθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της 21.12.2015, και συνεπώς οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

4.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 673§1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στην ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Β’ ΚΠολΔ κατά παραπομπή από το άρθρο αυτό και είναι όμοια με τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στην τακτική διαδικασία, όπως τα δύο πρώτα είχαν πριν τροποποιηθούν από το ν. 4335/2015, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

Ως ανώτερη βία νοείται κάθε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠολομ 29/1992). Τέτοια γεγονότα μπορεί να είναι πλην άλλων και η αιφνίδια ασθένεια του διαδίκου ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, εφόσον συνέβαλε στην επέλευση της ερημοδικίας.

Με την έννοια αυτή η ανώτερη βία, αξιολογούμενη στο χώρο του δικονομικού δικαίου, ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία διαφοροποιείται μόνον κατά τις συνέπειες: Η δικονομική ανώτερη βία οδηγεί σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αντίστοιχη ανατροπή της κύρωσης που προκάλεσε η παραβίαση συγκεκριμένου δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο η ανώτερη βία λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη.

Επομένως στο χώρο του δικονομικού δικαίου συνιστά ανώτερη βία η κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξιδιασμένης) προσοχής και επιμέλειας, μ’ αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη τους να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη.

Ως προς αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως η συνδρομή αυτής καθαυτής της ανώτερης βίας, δηλαδή η εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο υπόψη δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανώτερη βία στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (ΑΠ 219/2016, ΑΠ 490/2009).

Συνεπώς με τους λόγους αντίστοιχα από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που λαμβάνονται συνδυαστικά, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη αρχικά ανώτερης βίας και ακολούθως ως προς την κήρυξη ή μη κήρυξη -εξαιτίας αυτής- ακυρότητας ή απαραδέκτου. Έτσι η απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας, μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την παραδοχή της που τάσσονται από τα άρθρα 501 και 673 ΚΠολΔ, συνιστά μεν σφάλμα υπό την έννοια της παράλειψης του δικαστηρίου να κρίνει άκυρη την προηγηθείσα ερημοδικία του διαδίκου και συνεπώς θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ωστόσο η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη λόγου ανώτερης βίας, εφόσον σ’ αυτή στηρίζεται η ανακοπή ερημοδικίας, ελέγχεται προηγουμένως αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου ή ενδεχομένως από τον αριθμό 19 αυτού.

Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση εκτιμώντας την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, δέχθηκε ότι -κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτή- ζητείται η εξαφάνιση της υπ’ αριθ. 134/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, επειδή ο ανακόπτων-εναγόμενος και ήδη ήδη αναιρεσείων, ερήμην του οποίου εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση, δεν μπόρεσε να παραστεί στη συζήτηση της εναντίον του αγωγής κατά τη δικάσιμο της 12.6.2009 από λόγο ανώτερης βίας συνιστάμενος στο ότι ο ίδιος προσωπικά εμφάνιζε ήδη από τις 8.6.2009 σοβαρά προβλήματα υγείας με έντονο άλγος και ειδικότερα την ημέρα της δικασίμου εισήχθη στη νευροχειρουργική κλινική του νοσοκομείου "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", με αναφερόμενη από εβδομάδος υπαισθησία στο περίνεο, ακράτεια ούρων και κοπράνων, οσφυαλγία δεξιά και αδυναμία βάδισης χωρίς βακτηρία.

Ωστόσο, όπως έκρινε το Εφετείο, η επικαλούμενη ασθένεια του αναιρεσείοντος "ούτε απρόβλεπτη ήταν ούτε και αναπότρεπτη, αφού, κατά τα ιστορούμενα στην ανακοπή, ο ανακόπτων τη γνώριζε μια τουλάχιστον εβδομάδα πριν από τη δικάσιμο της 12.6.2009, η οποία ήταν μάλιστα μετά από πρώτη αναβολή, τίποτα δε δεν τον εμπόδιζε να αναθέσει την εκπροσώπησή του σε πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως και κατά την πρώτη εκφώνηση της υπόθεσης, όταν και αναβλήθηκε και εν τέλει να παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου και να αρνηθεί την σε βάρος του αγωγή".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο ως προς την έννοια της ανώτερης βίας ως λόγο ανακοπής ερημοδικίας και ορθά συνεπώς έκρινε απορριπτέα ως μη νόμιμη την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας, κατά την κυριαρχική από αυτό εκτίμηση του δικογράφου της, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει με τον ίδιο τρόπο, αφού πράγματι η επικαλούμενη ασθένεια του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Εφετείο ότι ιστορούνται στην ένδικη ανακοπή και δεν αμφισβητούνται από τον αναιρεσείοντα, δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας, εξαιτίας της οποίας αυτός δεν είχε τη δυνατότητα να εκπροσωπηθεί κατά τη δικάσιμο της 12.6.2009 από πληρεξούσιο δικηγόρο, η συνεννόηση με τον οποίο ασφαλώς και θα έπρεπε να έχει προηγηθεί της εν λόγω δικασίμου, κατά την οποία ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι εισήχθη στη νευροχειρουργική κλινική του νοσοκομείου "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ".

Η ορθότητα της προαναφερόμενης κρίσεως του Εφετείου δεν επηρεάζεται από την εν μέρει εσφαλμένη παραδοχή της απόφασής του ότι όλα τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα ιατρικά πιστοποιητικά και η σχετική μ’ αυτά επιβάρυνση της υγείας του αναφέρονται εξ ολοκλήρου "σε χρόνους μετά τη συζήτηση της εναντίον του αγωγής και ουδόλως στηρίζουν την επίκληση ανώτερης βίας κατά το χρόνο της συζήτησής της", ενώ πράγματι ορισμένα από αυτά, όπως εξειδικεύονται στο αναιρετήριο, αφορούν την πορεία της υγείας του και κατά το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα.

Και τούτο διότι το Εφετείο δεν αρνήθηκε την κακή πορεία της υγείας του κατά το διάστημα αυτό, αλλά έκρινε ότι δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας, που δικαιολογεί την ερημοδικία του κατά τη δικάσιμο της 12.6.2009. Τα αντίθετα, λοιπόν, που υποστηρίζονται με την αίτηση αναίρεσης, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αυτής από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση ότι εσφαλμένα έκρινε ότι υπό τα εκτιθέμενα στην ένδικη ανακοπή, όπως αυτά ιστορούνται στην εν λόγω απόφαση, δεν συνιστά η ασθένειά του περίπτωση ανώτερης βίας, που τον εμπόδισε να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο της 12.6.2009. 5.- Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από αυτόν με επίκληση στο Εφετείο ιατρικά πιστοποιητικά, όπως αυτά εξειδικεύονται στο αναιρετήριο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος αφού στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο ερεύνησε στην ουσία την ένδικη ανακοπή, πράγμα όμως που δεν είναι αληθές αφού η ανακοπή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ ο από τον αριθμό 11γ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ή την ανακοπή, αλλά ερεύνησε πράγματι την ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε σχετικό αποδεικτικό πόρισμα.- 6.- Επομένως, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ενώ διάταξη α) περί δικαστικής δαπάνης δεν θα περιληφθεί αφού η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε και β) για την τύχη του παραβόλου διότι τέτοιο δεν καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα που ως δικαιούχος νομικής βοήθειας απηλλάγη νομίμως από τη υποχρέωση αυτή με την υπ’ αριθ. 142/2015 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.6.2015 αίτηση του Δ. Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 27/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ