Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence evaluation and document distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by three individuals and a partnership against a final court decision. The appellants argued for the admission of new evidence and the correction of a document's content, while the respondents maintained the lower court's assessment of the evidence was correct. The court ruled that the appellate court properly evaluated all submitted documents and that the appellants' claims regarding document distortion were unfounded, as the lower court relied on a combination of evidence rather than a single document.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(11)(b), (c), and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on violation of substantive law requires the lower court to have failed to apply a rule that was applicable, applied an inapplicable rule, or assigned a different meaning to the rule than the true one, and such violation must be linked to the uncontested factual findings of the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 741 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 741/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Α. του Λ., κατοίκου ..., 2.Ι. Α. του Λ., κατοίκου ... και προσωρινώς διαμενούσης στην ... και 3. της εδρευούσης στην ... ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. και Β. Α. ΟΕ", νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κουτσούκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. συζ. Ν. Θ., κατοίκου ..., 2. Ν. Θ., κατοίκου ..., 3. Χ. Θ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Μαργαρίτα Δαλαμάγκα - Καλογήρου και 4. της Εθνικής Αρχής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Αλεξάνδρα Καπώνη και Βασίλειο Κονδύλη.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων δεν συναίνεσαν στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Δεκεμβρίου 2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4877/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7728/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 92/2009).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του Β.Δ. της 25-11/7-12-1937 "... απαγορεύεται η χρησιμοποίησις του ιδίου τίτλου υπό δύο ή πλειόνων ξενοδοχείων εντός της αυτής πόλεως, λουτροπόλεως, θερινής διαμονής αρχαιολογικού τόπου, προσομοιαζόντων προς άλλους εγκεκριμένους". Η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει και από τη διατύπωσή της, είναι καθαρά διοικητικού χαρακτήρα και καθιερώνει την απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως του ιδίου τίτλου από περισσότερα του ενός ξενοδοχεία στους τόπους που καθορίζει, χωρίς να προσδιορίζει ούτε την έννοια του ξενοδοχείου, ούτε το κριτήριο της προτεραιότητας ή την έννοια του "εγκεκριμένου", τα οποία θα κριθούν με βάση τις οικείες διατάξεις περί διακριτικού τίτλου στα πλαίσια της νομοθεσίας περί αθεμίτου ανταγωνισμού.
Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι οι εναγόμενες και ήδη εφεσίβλητες διατηρούν επιχείρηση ενοικιαζομένων δωματίων στη νήσο ... (περιοχή "...") που λειτουργούσε από το 1988 (ημερομηνία έναρξης εργασιών φυσικού προσώπου 1-6-1988) και από τότε η τρίτη από αυτές χρησιμοποιούσε το διακριτικό τίτλο "ΙΚΙΩΝ" στην παραπάνω, εμφανιζόμενη σαν ατομική της επιχείρηση.
Είναι χαρακτηριστικές ως προς τα παραπάνω, πέραν των μαρτυρικών καταθέσεων, και οι σχετικές καταχωρήσεις σε τουριστικά φυλλάδια, από τα οποία ιδιαίτερη βαρύτητα έχει ο προσκομιζόμενος τουριστικός χάρτης της ..., γραμμένος σε γλώσσα καθαρεύουσα, που υποδηλώνει εποχή παλαιότερη των μέσων της 10ετίας του 1980, στο τέλος του οποίου, υπό μορφή τουριστικού οδηγού, στη σελ.3, αναφέρεται και η επιχείρηση-Ξενώνας του Ν.
Θ., δυναμικότητας 20 κλινών, στη θέση ..., ενώ και σε νεώτερους χάρτες του νησιού αναφέρεται η ένδειξη "WWW.IKION.GR". Η τρίτη εναγόμενη-εφεσίβλητη, μάλιστα, είχε καταθέσει στις 19-4-2001 δήλωση καταχώρησης σήματος στο Τμήμα Κατάθεσης Σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί ως σήμα (λεκτικό και απεικόνιση αρχαίου νομίσματος), με αριθμό 156551, ενώ με την 89/2002 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων έγινε δεκτό το λογότυπο "ΙΚΙΟΝ" για τις κλάσεις 41 και 42 στις οποίες περιλαμβάνονται και οι υπηρεσίες προσωρινής κατάλυσης.
Στη συνέχεια και μετά από αίτησή της της εκχωρήθηκε, με την 286/74/12-7-2003 απόφαση της τέταρτης εναγομένης-εφεσίβλητης ΕΕΤΤ, το Όνομα Χώρου "ikion.gr". Οι εκκαλούσες, από την πλευρά τους, είναι ιδιοκτήτριες ενός Ξενοδοχείου, επίσης στην ... (περιοχή "..."), που λειτουργεί από το 1990 και τους είχε παραχωρηθεί από τον ΕΟΤ και το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδος (Ξ.Ε.Ε.), σύμφωνα με τις διατάξεις του Β.Δ. 25-11/17-12-1937 η προσωνυμία "ΙΚΙΟΝ" με την 560/30-3-1993 πράξη έγκρισης τίτλου:
Στις 29-6-2005 οι τελευταίες υπέβαλαν στην ήδη εφεσίβλητη ΕΕΤΤ αίτηση ζητώντας τη διαγραφή του παραπάνω ονόματος χώρου της τρίτης εναγόμενης-εφεσίβλητης, επικαλούμενες ότι έχουν προγενέστερο δικαίωμα επι του διακριτικού τίτλου ΙΚΙΩΝ που απέκτησαν με βάση τη νόμιμη από το έτος 1993 χρήση της προσωνυμίας ΙΚΙΩΝ για τον προσδιορισμό του Ξενοδοχείου τους ύστερα από την ανωτέρω έγκριση του Ξ.Ε.Ε.
Η ως άνω Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, την παραχωρηθείσα από το Ξ.Ε.Ε. ανωτέρω προσωνυμία στις εκκαλούσες, την ως άνω κατάθεση σήματος από την τρίτη εφεσίβλητη, έκρινε ότι οι πρώτες χρησιμοποιούσαν πριν από την τελευταία την ένδειξη "ΙΚΙΩΝ" ως διακριτικό τίτλο του ως άνω Ξενοδοχείου τους, και επομένως είχαν προγενέστερο δικαίωμα επί του διακριτικού τίτλου "ΙΚΙΩΝ".
Με βάση την κρίση αυτή η ΕΕΤΤ εξέδωσε την 366/2005 απόφαση, με την οποία διέγραψε το ως άνω καταχωρημένο και εκχωρημένο στην προσφεύγουσα όνομα χώρου. Η τρίτη εναγομένη-εφεσίβλητη προσέφυγε στο Διοικητικό Εφετείο ζητώντας την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης διαγραφής, με το επιχείρημα ότι αυτή χρησιμοποιούσε από το 1988 τον τίτλο "ΙΚΙΩΝ" για τον προσδιορισμό των παρεχομένων από την επιχείρηση της υπηρεσιών προσωρινής κατάλυσης, επικαλούμενη τόσο την 3037/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), που απέρριψε αίτηση των εκκαλουσών με την οποία, εκτός των άλλων, ζητούσαν να αναγνωριστούν αυτές δικαιούχοι του διακριτικού τίτλου "ΙΚΙΩΝ", όσο και την 5521/2006 απόφαση της ΔΕΣ με την οποία απορρίφθηκε αίτηση διαγραφής του σήματος "ΙΚΙΟΝ" της τρίτης εναγομένης-εφεσίβλητης, που υπεβλήθη από την τρίτη ενάγουσα-εκκαλούσα "Α.
και Β. Α. ΟΕ", η οποία εκμεταλλεύεται το Ξενοδοχείο. Η επιχειρηματολογία των εναγουσών-εκκαλουσών, που επικεντρώνεται βασικά στο γεγονός της χορήγησης σ' αυτές, όπως προεκτέθηκε, από την αρμόδια Διοικητική Αρχή, του αποκλειστικού δικαιώματος (στο νησί αυτό) χρήσεως της ένδειξης "ΙΚΙΩΝ" για το Ξενοδοχείο τους, με αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, οι τρείς πρώτοι εναγόμενοι, σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερόμενου β.δ/τος, να απαγορεύεται να χρησιμοποιούν την ένδειξη "ΙΚΙΟΝ", και για το λόγο ότι η επιχείρησή τους δεν είχε ως αντικείμενο την εκμετάλλευση Ξενοδοχείου, αλλά την εκμετάλλευση ενοικιαζομένων δωματίων, είναι αλυσιτελής, καθώς το δικαίωμα χρήσεως επί της ενδείξεως "ikion", που αποτελεί μέρος του ενδίκου ονόματος χώρου "ikion.gr" ως διακριτικού γνωρίσματος στα πλαίσια των ηλεκτρονικών συναλλαγών, λόγω της προκύπτουσας από το περιεχόμενό του νομικής φύσης του, διέπεται από τις διατάξεις του ν. 146/1914, σύμφωνα με όσα λέχθηκαν στο σκεπτικό.
Έτσι, παρά το γεγονός ότι από το έτος 1993 που παραχωρήθηκε στις ενάγουσες-εκκαλούσες από το Ξ.Ε.Ε. το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της προσωνυμίας "ΙΚΙΩΝ" για το Ξονοδοχείο τους, η χρήση από τους τρεις πρώτους εναγομένους-εφεσίβλητους της ίδιας ένδειξης ως διακριτικού τίτλου της επιχείρησης τους, συνεπάγεται μόνο τις συνέπειες που προβλέπονται στο προαναφερόμενο β.δ/γμα, δηλ.
καθαρά διοικητικές, αλλά δεν επηρεάζει, κατ' αρχήν, την προστασία που απολαμβάνει το εν λόγω διακριτικό γνώρισμα, κατά τις διατάξεις του εμπορικού δικαίου, δηλαδή κατά το ουσιαστικό σύστημα. Δεν μπορεί να τεθεί λοιπόν, θέμα ούτε προσβολής της προσωπικότητας ή του ονόματος, ούτε εκ δόλου προσβολής των εναγουσών αντίθετης με τα χρηστά ήθη, και είναι απορριπτέο το αντίστοιχο αγωγικό αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι η τρίτη εναγομένη-εφεσίβλητη κατάθεσε ως σήμα την ένδειξη "ΙΚΙΟΝ" στις 13 Απριλίου 2001 και τουλάχιστον από τότε χρησιμοποιούσε την ένδειξη αυτή όχι μόνο ως διακριτικό τίτλο, αλλά και ως σήμα για τις παρεχόμενες απ' αυτή υπηρεσίες προσωρινής κατάλυσης. Οι ενάγουσες γνώριζαν το γεγονός αυτό τουλάχιστον από την ως άνω ημερομηνία, και σε κάθε περίπτωση, γνώριζαν τη χρήση της ενδείξεως αυτής από την προσφεύγουσα τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την κατάθεση της αίτησης διαγραφής ενώπιον της ΕΕΤΤ (26-9-2005), που προηγήθηκε της άσκησης της κρινόμενης αγωγής, λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η χρήση σήματος ως ένδειξης προσδιορισμού παρεχομένων υπηρεσιών από μία ατομική επιχείρηση που ασκείται σε ένα μικρό νησί καθίσταται ευχερώς γνωστή από τους ασκούντες παρόμοια επιχειρηματική δραστηριότητα (Ξενοδοχείο και ενοικιαζόμενα δωμάτια, αντίστοιχα) στο ίδιο νησί.
Σε κάθε όμως περίπτωση, ο χρόνος από την έναρξη της χρήσης από τους τρεις πρώτους εναγομένους του παραπάνω διακριτικού τίτλου είναι πολλαπλάσιος της τριετίας. Επομένως, και δεδομένου ότι ούτε οι παρεμβαίνουσες δεν επικαλούνται κάποιο λόγο διακοπής της παραγραφής του δικαιώματος τους, αυτό έχει υποπέσει στην προβλεπομένη από την ως άνω διάταξη του άρθρου 19 του Ν. 146/1914 παραγραφή, κατά τα προλεχθέντα στο σκεπτικό, κατ' αποδοχή της σχετικής ένστασης που πρόβαλαν πρωτόδικα και επαναφέρουν νόμιμα και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι εναγόμενοι.
Ενόψει τούτων, παρόλο ότι οι ενάγουσες είχαν αποκτήσει από το 1993, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, δικαίωμα επί της ενδείξεως "ΙΚΙΩΝ" ως προσωνυμίας του ξενοδοχείου τους, αυτό είχε παύσει να απολαμβάνει της παρεχομένης από τις διατάξεις του Εμπορικού Δικαίου προστασίας, ως διακριτικού γνωρίσματος, σε σχέση με το αντιστοίχου φύσεως δικαίωμα των τριών πρώτων εναγομένων, κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον της ΕΕΤΤ που έγινε στις 26-9-2005, και επομένως και κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης της τελευταίας.
Ακολούθως, αφού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την αντιθέτως ... υπ' αριθμό 4877/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς, ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 1,2, 3 παρ.1 και 2 του ΒΔ της 25-11/7-12-1937, 1, 93 Ν. 146/1914, 8 Ν. 1089/1980, 57, 59, 914, 919, 926, 932, 249, 937 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, από το αιτιολογικό της, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς τα περιστατικά που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, ο πρώτος και δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδονται στην προσβαλλομένη πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, και ειδικότερα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, διότι δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν δικαίωμα χρήσεως του διακριτικού τίτλου "ΙΚΙΟΝ", και με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως διότι έλαβε υπόψη ισχυρισμό περί παραγραφής, χωρίς αυτός να προταθεί νομίμως. Ο φερόμενος ως προταθείς ισχυρισμός είναι αρνητικός και δεν συνιστά "πράγμα" υπό την προδιαληφθείσα έννοια, ενώ ο ισχυρισμός περί παραγραφής προτάθηκε νομίμως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο Εφετείο.
Συνεπώς, ο τρίτος και τέταρτος, εκ του άρθρου 359 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 532/2008, ΑΠ 58/2008, ΑΠ 2191/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και μόνον αυτά, ενώ δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία δεν επικαλέσθηκαν νομίμως και δεν προσκόμισαν οι διάδικοι. Επομένως, ο πέμπτος , εκ του άρθρου 559 αρ.11, β, γ, ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και την 156551 δήλωση ημεδαπού σήματος της τρίτης αναιρεσίβλητης, καθώς και την από 26-9-2005 αίτηση διαγραφής προς την ΔΕΣ, υποβληθείσα εκ μέρους των αναιρεσειουσών και δεν στήριξε σε αυτά, αποκλειστικά η κατά κύριο λόγο την κρίση του. Επομένως, ο έκτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Οι αναιρεσείουσες, ως ηττώμενες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-9-2008 αίτηση των: Α. Λ. Α. κλπ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 7728/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για καθένα ή ομάδα από αυτούς που εκπροσωπήθηκε από ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ