Legislator Case Law & Legislation
741/2009 AI generated

Greek Supreme Court allows retrial due to forced eviction and admits appeal grounds regarding procedural errors.

Case Number 741/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a second-instance eviction judgment. The appellants argued for procedural errors and requested a retrial, while the appellee opposed the appeal and the retrial request. The court accepted the appeal grounds regarding Article 559 of the Civil Procedure Code and granted the retrial because the eviction was proven to be forced.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code and 25(3) of the Constitution; Article 579(2) of the Civil Procedure Code: The Supreme Court may order a retrial in rem if the execution of the appealed decision was proven to be voluntary or forced, thereby restoring the parties to the pre-execution status.

Keywords

AI generated
forced eviction retrial in rem procedural error civil procedure code supreme court appeal tenant rights property restitution

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 25(3) of the Constitution
Article 559 of the Civil Procedure Code
Article 579(2) of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 741 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 741/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Γιαννατσή και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Σαμψών και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος του αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι δεν του έχει κοινοποιηθεί η από 30/1/2009 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτεραία της εκτέλεσης κατάσταση και ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υποθέσεως ούτως ώστε να την αντικρούσει μέσω των προτάσεών του. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1314/2004 μη οριστική και 2289/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 912/2006 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/4/2008 αίτησή τους και την από 30/1/2009 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτεραία κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου, ανέγνωσε την από 22/1/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία έχει έντονο τον χαρακτήρα κανόνος δημοσίας τάξεως, απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, τούτο δε διακηρύσσεται και με την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρεται αδιακρίτως σε κάθε δικαίωμα. Ειδικότερα, κατά την διάταξη αυτή "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Εξ άλλου, ο προβλεπόμενος, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία έκρινε επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου - υπεκμισθωτού περί αποδόσεως της χρήσεως του εις αυτή μισθίου καταστήματος, προς απόκρουση της οποίας οι ήδη αναιρεσείοντες - μισθωτές είχαν προτείνει ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας της (υπο)μισθώσεως, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, τα κατωτέρω: "Ο ενάγων Ψ, δυνάμει του από 24.4.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού, υπεκμίσθωσε και παρέδωσε κατά χρήση τους εναγομένους ...

το μισθωμένο από τον ίδιο ... μίσθιο κατάστημα, που βρίσκεται στο ισόγειο πολυκατοικίας ... για το χρονικό διάστημα από 1.2.2002 έως 30.4.2011, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν ως καφενείο ... . Ως μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε το ποσό των "2.495" ευρώ, πλέον χαρτοσήμου (3,6%), το οποίο έπρεπε να καταβάλλεται μέσα στο πρώτο τριήμερο.

Οι εναγόμενοι, όμως, μολονότι έκαναν ανενόχλητη χρήση του μισθίου, εν τούτοις καθυστερούσαν επανειλημμένα την καταβολή του μισθώματος. Για τον λόγο αυτό ο εναγόμενος διαμαρτυρήθηκε ... . Περαιτέρω, αυτός, με την από 17.11.2003, επικαλούμενος καθυστέρηση από δυστροπία των εναγομένων, όσον αφορά την καταβολή των μισθωμάτων για τους μήνες Σεπτέμβριο - Οκτώβριο και Νοέμβριο 2003, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των ... "7754,46" ευρώ, κατήγγειλε, ως υπεκμισθωτής ...

την επίδικη μίσθωση. Η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους κατά την 12.1.2004 ... . Πλην όμως, οι εναγόμενοι, μετά πάροδο μηνός από την επίδοση της αγωγής ώφειλαν στον ενάγοντα μέρος του μισθώματος του μηνός Σεπτεμβρίου 2003, ανερχόμενο σε 34,82 ευρώ. Με τα δεδομένα αυτά, συνδυαζόμενα με τις διατάξεις των άρθρων 597 ΑΚ, η περιεχόμενη στην, ως άνω, αγωγή δήλωση καταγγελίας της επίδικης (υπο)μίσθωσης, είναι έγκυρη και επέφερε τις συνέπειές της, δηλαδή την λύση της μισθώσεως στην 12.12.2004, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης μηνιαίας προθεσμίας από την επίδοση αυτής, όσα δε υποστηρίζουν οι εκκαλούντες ...

τυγχάνουν απορριπτέα ... . Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε η εξόφληση του ποσού των 34,82 ευρώ. ... Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων περί ανοχής του υπεκμισθωτή, ως προς την καθυστέρηση καταβολής του μηνιαίου μισθώματος ... Τέλος, το νόμιμο δικαίωμα του ενάγοντος εκμισθωτή αφ' ενός μεν να καταγγείλει την επίδικη σύμβαση (υπο)μισθώσεως, αφ' ετέρου δε να επιδιώξει την είσπραξη του υπολοίπου (34,82 ευρώ), από το οφειλόμενο μίσθωμα του μηνός Σεπτεμβρίου, δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός τούτου.

Επομένως η προβληθείσα από τους εκκαλούντες ... νόμιμη ένσταση (ΑΚ 281) περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος - εφεσιβλήτου τυγχάνει αβάσιμη και απορριπτέτα ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την προταθείσα από τους εναγομένους - αναιρσείοντες ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος και εδέχθη την αγωγή επικυρώνοντας (κατά τούτο) την πρωτόδικο απόφαση, η οποία είχε εκδοθεί ερήμην τούτων.

Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο παρεβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις, που απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, διότι δεν περιέλαβε με πληρότητα και σαφήνεια αιτιολογία περί του, ως άνω, ζητήματος ήτοι της υπάρξεως ή όχι προφανούς υπερβάσεως των αρχών και σκοπών, που διαλαμβάνονται στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή όχι εφαρμογής των αυτών διατάξεων.

Ειδικότερα, δεν εκθέτει στην προσβαλλομένη απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά, από εκείνα που πρότειναν οι ενιστάμενοι - αναιρεσείοντες, με βάση τα οποία κρίθηκε νόμιμη η ένσταση αυτών περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από τον ενάγοντα, δεν απεδείχθησαν, με αποτέλεσμα η άσκηση του δικαιώματος να μην υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και να αιτιολογείται έτσι η περί τούτου κρίση της.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που παραδεκτώς εξετάζεται ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου αυτού καθώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από την τελευταία αυτή πλημμέλεια, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το προαναφερόμενο μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

Αναιρουμένης δε της αποφάσεως, παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που αφορά στο αυτό κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο 'Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".

Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση εκουσίας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση, αφού, συνεπεία της επικυρώσεώς της, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρεθείσα. Στην παρούσα περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ...

έκθεση Βίαιης Αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Πειραιά, ..., αποδεικνύεται προαποδεικτικώς, ότι εκτελέστηκε αναγκαστικώς η υπ' αριθμ. 2289/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία επικυρώθηκε με την αναιρουμένη απόφαση του Εφετείου Πειραιά, κατά την διάταξή της περί αποδόσεως του μισθίου ακινήτου (επί του ισογείου πολυκατοικίας επί της ...

αριθμ. ... στον ...), στον ενάγοντα. Επομένως, η αίτηση των αναιρεσειόντων, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, η οποία υποβάλλεται με αυτοτελές δικόγραφο που κατετέθη την 3-2-2009 και επεδόθη στον αναιρεσίβλητο την 4-2-2009 (όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, ...), πρέπει να γίνει δεκτή

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 912/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιά κατά το αναφερόμενο το σκεπτικό της παρούσας μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αυτό μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που δίκασαν.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα της αναγκαστικής εκτελέσεως κατάσταση, με την επανεγκατάσταση των αναιρεσειόντων στο μίσθιο ακίνητο (επί ισογείου πολυκατοικίας, η οποία κείται επί της ... αριθμ. ... στον ...).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ