Supreme Court dismisses appeal against eviction order, rejecting abuse of right and ECHR violation claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a First Instance Court eviction order. The appellants argued that the state's exercise of its right to recover property constituted an abuse of rights and violated their ECHR rights. The court held that the appellants' factual circumstances did not render the state's claim abusive and that the First Instance Court's decision did not violate the ECHR.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 6(1) of the ECHR and First Additional Protocol: The exercise of a right by the state to recover property is not an abuse of rights merely because the tenant claims hardship, and a domestic court's decision on such a claim does not violate the ECHR if the domestic remedy was properly exhausted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 740 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 740/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. - Σ. Τ. του Γ. και 2) Σ. Τ. του Γ., αμφοτέρων κατοίκων .... Ο πρώτος αναιρεσειών εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σ. Τ., ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και εκπροσωπήθηκε και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Ακριτίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ελληνικού δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 607/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2020 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-9-2020 αίτησή τους και τους από 14-7-2021 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με την από 11.11.2013 αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων 1) Α.-Σ. Τ. του Γ. και 2) Σ. Τ. του Γ., καθώς και της μη διαδίκου εν προκειμένω υπό εκκαθάριση τελούσης εταιρείας περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Τ.
Δ..Μ.. Ε.Π.Ε.", ισχυρίσθηκε ότι με την από 9.12.2004 σύμβαση μίσθωσης, καταρτισθείσα κατόπιν διενέργειας δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, εκμίσθωσε στον πρώτο εναγόμενο το λεπτομερώς περιγραφόμενο ακίνητο - ξενοδοχειακή μονάδα του κληροδοτήματος Χ. Γ., το οποίο βρίσκεται στη ... .... Ότι με την ίδια σύμβαση συνεβλήθη ως εγγυητής, εγγυόμενος την εκπλήρωση των όρων της μισθωτικής σύμβασης και ευθυνόμενος εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτης, ο δεύτερος εναγόμενος, ενώ την 28.12.2005 εγκρίθηκε με πράξη της αρμόδιας διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών η υπεκμίσθωση του ακινήτου από τον αρχικό μισθωτή στην τρίτη εναγόμενη, μη διάδικο πλέον, εταιρία.
Ότι η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για το χρονικό διάστημα από 09.12.2004 έως 09.12.2029 και το ετήσιο μίσθωμα καθορίστηκε στο ποσό των 17.000 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσό ανάλογο του ετήσιου τιμάριθμου προσαυξημένο κατά μία μονάδα και αρχομένης της καταβολής του από 1-6-2006, ήτοι με την παρέλευση 18 μηνών από την ημερομηνία παραλαβής του ακινήτου, τούτο δε, θα καταβαλλόταν, επιμεριζόμενο ανά μήνα, μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μισθωτικού μήνα.
Ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι παρέλαβαν το μίσθιο ανεπιφύλακτα την 9.12.2004, μολονότι πραγματοποίησαν ανενόχλητη χρήση αυτού, δεν κατέβαλαν: α) τα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 1-3-2007 έως 30-6-2012, συνολικού ποσού 76.455,18 ευρώ (πλέον χαρτοσήμου) και β) το ποσό των 5.378,19 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη συμφωνηθείσα τρίμηνη μισθωτική εγγύηση που ακολουθεί την ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 81.833,37 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους, κατά τα ανωτέρω, ποσό από την ημέρα που αυτό έπρεπε να καταβληθεί μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 607/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ως προς την τρίτη εναγομένη, υπομισθώτρια εταιρία, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτής, ενώ έγινε δεκτή και ως ουσία βάσιμη ως προς τους δύο πρώτους εναγόμενους, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στο ενάγον, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 81.833,37 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι άνω εναγόμενοι την από 10.1.2019 έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την υπ' αριθ. 61/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση από 23-9-2020 αίτηση αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση...". Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 23-9-2020 αίτησης των Α.-Σ.
Τ. και Σ. Τ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 61/2020 απόφασης του Εφετείου ..., ορίστηκε, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (30-1-2023), οι δε αιτούντες άσκησαν πρόσθετους λόγους αναίρεσης με το από 14-7-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 19-10-2022, δηλαδή τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.
Από την υπ' αριθ. .../2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ... Γ. Ξ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι και επέσπευσαν τη συζήτηση, προκύπτει ότι πιστό αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο στις 4-11-2022, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.
Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την άνω από 23-9-2020 αίτηση αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 109 παρ. 1 του Συντάγματος, "δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης, κωδικέλλου ή δωρεάς, ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού".
Η συνταγματική αυτή διάταξη αποβλέπει στην προστασία και κατοχύρωση της θέλησης των διαθετών και δωρητών και εναντίον των πράξεων της πολιτείας ακόμη που έχουν νομοθετικό περιεχόμενο και, σύμφωνα με αυτήν, δεν επιτρέπεται, κατ` αρχήν, η μεταβολή σκοπού περιουσίας που έχει ταχθεί υπέρ του Δημοσίου ή προς εξυπηρέτηση κοινής ωφέλειας, όχι μόνο με διατάγματα, αλλά ούτε και με νόμο (Ολ.
ΑΠ 1241/1979). Κατ` εξαίρεση, όμως, επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος, η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση, για τον ίδιο ή άλλο κοινωφελή σκοπό, εκείνου που καταλείφθηκε ή δωρήθηκε, στην περιοχή που καθόρισε ο δωρητής ή ο διαθέτης ή στην ευρύτερη περιφέρεια, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, καθώς και αν μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τη μεταβολή της εκμετάλλευσης, όπως νόμος ορίζει.
Η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση της περιουσίας που καταλείφθηκε ή δωρήθηκε αποτελεί νομική αξιολογική έννοια, η οποία πρέπει να προσδιορίζεται στην αίτηση ως προς τα προτεινόμενα προς υπαγωγή σε αυτήν πραγματικά περιστατικά, προκειμένου να κριθεί από το δικαστήριο αν αυτά πράγματι την συνιστούν, αφού συγκριθεί η προτεινόμενη λύση με την ήδη υπάρχουσα κατάσταση (ΑΠ 217/2021, ΑΠ 338/2020, ΑΠ 1355/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 του εκτελεστικού της ως άνω συνταγματικής διατάξεως ν. 455/1976, όταν η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο καθ` ολοκληρίαν ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, επιτρέπεται η διάθεση του καταληφθέντος ή δωρηθέντος προς τον αυτό σκοπό, στην περιοχή που όρισε ο διαθέτης ή ο δωρητής ή στην ευρύτερη αυτής περιοχή, ενώ κατά το άρθρο 3 του νόμου αυτού αρμόδιο για να βεβαιώσει τα ανωτέρω είναι το δικαστήριο που ορίζεται στο άρθρο 825 ΚΠολΔ, δηλαδή το Εφετείο ...
κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατόπιν αιτήσεως του Υπουργού των Οικονομικών, ή του αρμοδίου εκ του σκοπού Υπουργού ή του υπέρ η κοινωφελής περιουσία νομικού προσώπου ή παντός έχοντος έννομο συμφέρον. Με την ίδια δε απόφαση το δικαστήριο αποφαίνεται και για τον τρόπο της επωφελέστερης αξιοποιήσεως της περιουσίας ή του σκοπού για τον οποίο αυτή πρέπει να διατεθεί.
Οι ειδικότεροι όροι και λεπτομέρειες της επωφελέστερης αξιοποιήσεως ή διαθέσεως προς τον αυτόν ή άλλον κοινωφελή σκοπό του καταλειφθέντος ή δωρηθέντος ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωση Υπουργού, μετά γνώμη του Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων, τηρουμένων των διατάξεων του α.ν. 2039/1939.
Στον Α.Ν. 2039/1939 "Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ Κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών" μεταξύ των άλλων ορίζεται: Αρθρ. 1: " 1. Κοινωφελής σκοπός κατά την έννοιαν του παρόντος είναι κατ' αντίθεσιν πρός τον ιδιωτικόν πάς κρατικός θρησκευτικός, φιλανθρωπικός, έν γένει δ' επωφελής είς το κοινόν εν όλω η έν μέρει σκοπός..." Αρθρ. 19: "Η εκμίσθωσις των ακινήτων των περιερχομένων εκ κληρονομίας η κληροδοσίας η δωρεάς καταλειφθείσης είς το Δημόσιον ενεργείται διά δημοπρασίας κατά τά διά Β.
Δ/τος ορισθησόμενα. Εάν τα ακίνητα εμισθώθησαν ζώντος του κληρονομουμένου αί μισθώσεις αναγνωρίζονται, εφ' όσον εγγράφως αποδεικνύονται" Αρθρο 36: "1. Κληρονομίαι, κληροδοσίαι και δωρεαί υπέρ του Κράτους πρός εκτέλεσιν εφ' άπαξ η εφ' ωρισμένην διάρκειαν η είς το διηνεκές ωρισμένου κρατικού η άλλου ειδικού σκοπού η έργου και ών η εκκαθάρισις και η εκτέλεσις δεν ανατίθεται διά της συστατικής πράξεως είς άλλα φυσικά η νομικά πρόσωπα υπάγονται υπο την άμεσον διαχείρισιν του Υπουργείου των Οικονομικών και εκκαθαρίζονται κατά τάς διατάξεις του παρόντος Νόμου, εφαρμοζομένων κατ' αναλογίαν των διατάξεων του προηγουμένου Κεφαλαίου. 2... ".
Στο κατ' εξουσιοδότηση του Α.Ν. 2039/1939 εκδοθέν ΒΔ της 30-11-/4-12-1939 "Περί του τρόπου εκποιήσεως κινητών και ακινήτων και εκμισθώσεως ακινήτων καταλειπομένων κατά κληρονομίαν, κληροδοσίαν ή δωρεάν εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών ως και των ανηκόντων εις κοινωφελή ιδρύματα και περιουσίας", μεταξύ άλλων ορίζεται:
Άρθρο 19: "Εκμίσθωση ακινήτων. 1. Τα καταλειπόμενα εις το Δημόσιον κατά κληρονομίαν, κληροδοσίαν ή δωρεάν ακίνητα άνευ όρου, ών απεφασίσθη η διατήρησις των αυτουσίων κατά τας διατάξεις της παρ. 2 του άρθρ. 13 του Α.Ν. υπ' αριθ.2039Ι1939 παραδίδονται εις την Διεύθυνσιν Δημοσίων Κτημάτων και διαχειρίζονται και εκμισθούνται παρ' αυτής κατά τας σχετικάς διατάξεις του ν.δ/τος της 11/12 Νοεμ.1929 "περί διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων"... " Άρθρο 20: " 1.
Τα καταλειπόμενα εις το Δημόσιον ακίνητα προς εκτέλεσιν εκ των εισοδημάτων των ειδικού σκοπού εκμισθούνται δια δημοπρασίας κατά τας διατάξεις των άρθρ.30-59 του Δτος της 11/12 Νοεμ.1929 "περί διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων" ως ετροποποιήθησαν και αντικατεστάθησαν μεταγενεστέρως εφ' όσον άλλως δεν ορίζεται υπό των διατάξεων του παρόντος Β.ΔΙτος ή της συστατικής πράξεως.2..".
Άρθρο 58: " 1. Το μίσθωμα καταβάλλεται εις δόσεις, αίτινες καθορίζονται εκάστοτε εν τη διακηρύξει της δημοπρασίας και τω συμβολαίω αλλ' ουδέποτε το μίσθωμα εκάστου έτους η εκάστης ετησίας περιόδου δύναται να κατατμηθή εις πλείονας των 12 δόσεων. 2... 3. Αι δόσεις του μισθώματος καταβάλλονται παρά του μισθωτού άνευ ετέρας οχλήσεώς του κατά την πρός πληρωμήν εκάστης δόσεως τεταγμένην προθεσμίαν εις την Τράπεζαν παρ' ή είναι κατατεθειμένη και η λοιπή περιουσία της κληρονομίας, κληροδοσίας ή δωρεάς, υποχρεουμένην όπως ανακοινοί αμελλητί εις τον εκτελεστήν της διαθήκης πάσαν είσπραξιν μισθωμάτων...
Οί όροι της παρούσης παραγράφου αναγράφονται εκάστοτε εν τω συμβολαίω. 4...". Άρθρο 59: "1. Η καθυστέρησις δόσεώς τινος του μισθώματος συνεπάγετια διάλυσιν της μισθώσεως και έξωσιν του μισθωτού κατά την διαδικασίαν του Νόμ.ΒΧΗ' ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως. Τα αυτό αποτέλεσμα συνπάγεται και παράβασις εκ μέρους του μισθωτού όρου τινός της συμβάσεως ρητώς συνομολογηθέντος ως λόγου λύσεως της μισθώσεως και εξώσεως του μισθωτού. 2.
Εν ταίς περιπτώσεσι της προηγουμένης παραγράφου καταπίπτει υπέρ της κληρονομίας, κληροδοσίας ή δωρεάς η κατατεθείσα εγγύησις, ανεξαρτήτως της υποχρεώσεως του μισθωτού προς καταβολήν των δεδουλευμένων μισθωμάτων.". Άρθρο 61: " 1... 2. Ο μισθωτής δεν έχει δικαίωμα μειώσεως του μισθώματος δια βλάβην εκ θεομηνίας ή άλλης τυχαίας αιτίας επερχομένης από της εις αυτόν κατακυρώσεως της μισθώσεως και εφεξής".
Άρθρο 62: " 1... 2. Σιωπηρά αναμίσθωσις δεν χωρεί, αλλ' υποχρεούται ο μισθωτής άμα τη λήξει της μισθώσεως ή τη διαλύσει αυτής να αποδώση το μίσθιον, υποκείμενος άλλως εις έξωσιν κατά την διαδικασίαν του Νόμ.ΒΧΗ', ως ετροποποιήθη δια νεωτέρων Νόμων". Άρθρο 63: "Παράτασις της μισθώσεως εκ των διατάξεων του ενοικιοστασίου δεν ισχύει.
Ο μισθωτής υποχρεούται να παραιτηθή δια του μισθωτηρίου συμβολαίου πάσης προστασίας των Νόμων περί ενοικιοστασίου ή άλλων προστατευτικών των μισθωτών, των ισχυόντων κατά τον χρόνον της συνάψεως της μισθώσεως ή εν τω μέλλοντι κατά την διάρκειαν αυτής εκδοθησομένων. Ο όρος ούτος αναγράφεται και εν τη διακηρύξει".
Τέλος, στο ΠΔ της 11/12-11-1929 "Περί διοικήσεως δημοσίων Κτημάτων", μεταξύ των άλλων ορίζεται (άρθρα 30 επ.) ο τρόπος διενέργειας εκμισθώσεων των δημοσίων κτημάτων. Στις διατάξεις του περιέχονται, περαιτέρω, ρυθμίσεις ανάλογες με τις προπαρατεθείσες του ΒΔ της 30-11/4-12-1939, όπως α) περί ελλείψεως δικαιώματος του μισθωτή για μείωση του μισθώματος μετά την κατακύρωση της μίσθωσης (άρθρ. 48) και β) περί της δυνατότητας να διαλυθεί η μίσθωση και να επαναληφθεί η δημοπρασία σε βάρος του μισθωτή, εφόσον έχει παραβεί τις υποχρεώσεις του, που ρητά προσδιορίζονται στο άρθρο 57, μεταξύ των οποίων ορίζεται, ως λόγος διάλυσης της μίσθωσης, η καθυστέρηση και μιας των δόσεων του μισθώματος.
Από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι διατάξεις που ορίζουν το νομοθετικό πλαίσιο εκμίσθωσης ακινήτων καταλειπομένων κατά κληρονομιά, κληροδοσία ή δωρεά στο Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών, καθώς και των ανηκόντων σε κοινωφελή ιδρύματα και περιουσίες, με τη θέσπιση περιορισμών και διατυπώσεων χάριν προστασίας των διατιθεμένων περιουσιών δικαιολογούνται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και προστασίας του κοινωνικού συνόλου, υπερισχύουν των κοινών αντίστοιχων διατάξεων, οι οποίες εφαρμόζονται συμπληρωματικά και αναλογικά και δεν αντίκεινται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να καθιερώνει ευνοϊκότερη ή δυσμενέστερη ρύθμιση, όταν αυτό επιβάλλεται από σοβαρούς λόγους γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 1795/2008).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται (ΑΠ 1594/2022).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του ίδιου άρθρου αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά αυτό, που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, με αποτέλεσμα ώστε η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 468/2022, ΑΠ 350/2020).
Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".
Με το ανωτέρω άρθρο, καθ' ο μέρος θεσπίζεται, ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων, στα οποία αφορά η σύμβαση και τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή, καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως, όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 62/2022, ΑΠ 1142/2020, ΑΠ 100/2013).
Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που μαζί με την Σύμβαση κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγωσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους, προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Με τη διάταξη αυτή επιδιώκεται η προστασία της περιουσίας του φυσικού ή νομικού προσώπου από κάθε στέρηση, την οποία αποτελεί όχι μόνο η αφαίρεση της κυριότητας αλλά και ο ουσιώδης περιορισμός των εξουσιών του ιδιοκτήτη που απορρέουν από αυτήν, αφού χωρίς αυτές η ιδιοκτησία καθίσταται αδρανής και κενή ουσιαστικού περιεχομένου (Ολ.ΑΠ 9/2022, ΟλΑΠ 896/1985, ΟλΣτΕ 3521/1992).
Η προστασία αυτή αφορά και τις ενοχικές απαιτήσεις, είτε αυτές είναι αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, αρκεί να υπάρχει νόμιμη προσδοκία δικαστικής ικανοποίησής τους με βάση το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 40/1998, Ολ.ΑΠ 6/2007, ΑΠ 612/2019).
Τέλος, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία` αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί πρέπει να προτείνονται στην πρωτόδικη δίκη, ενώ στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνον εάν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτούς διάδικος (ΑΠ 468/2022, ΑΠ 961/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, αμυνόμενοι κατά της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου, προέβαλαν πρωτοδίκως α) την ένσταση συμψηφισμού αξίωσής τους ποσού 250.062,13 ευρώ, επικαλούμενοι ότι, σύμφωνα με την πραγματική βούληση του ενάγοντος, προέβησαν σε δαπάνες που αύξησαν την αξία του μισθίου, καταβάλλοντας εξ ιδίων το συνολικό ποσό των 250.062,13 ευρώ, και β) την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος για καταβολή των μισθωμάτων της περιόδου από 1.3.2007 έως 30.6.2012, επικαλούμενοι ότι οι εργασίες που εκτέλεσαν στο μίσθιο προσέθεσαν μεγαλύτερη αξία σ' αυτό και ότι με την επίδικη μίσθωση το ενάγον υπερέβη τον τρόπο διαχείρισης της διατεθείσας σ' αυτό περιουσίας, αφού το κληροδότημα δεν αξιοποιείται υπέρ κοινωφελούς σκοπού.
Οι ενστάσεις αυτές απορρίφθηκαν με την προαναφερθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δη η πρώτη ως ουσία αβάσιμη και η δεύτερη ως μη νόμιμη. Με την από 10.1.2019 έφεσή τους κατά της απόφασης αυτής παραπονέθηκαν οι εναγόμενοι για την απόρριψη των άνω ενστάσεών τους, ταυτόχρονα δε με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους ισχυρίστηκαν ότι η εκκαλούμενη εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό τους ότι το ελληνικό δημόσιο παραβίασε ευθέως το άρθρο 109 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 9728/1979 απόφαση του Εφετείου ..., η οποία καθορίζει τον τρόπο διαχείρισης της δωρηθείσης και καταλειφθείσης περιουσίας από τον διαθέτη Χ.
Γ., σε σχέση με την ανέγερση, τη συντήρηση και τη λειτουργία της επίδικης ξενοδοχειακής μονάδας, επικαλούμενοι εν τέλει ότι η από 9.12.2004 μισθωτική σύμβαση είναι παράνομη, διότι αντιβαίνει στο διατακτικό της άνω απόφασης του Εφετείου ... και στο άρθρο 109 του Συντάγματος, καθώς το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε το δικαίωμα να εκμισθώσει ούτε να αναθέσει σε τρίτον τις δαπάνες επισκευής, συντήρησης και εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών στην επίδικη ξενοδοχειακή μονάδα.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Ο αποβιώσας την 29.6.1957, στην Αθήνα, Χ. Γ., καταγόμενος από το χωριό ... του Νομού ..., προέβη σε δωρεά εν ζωή και δια διαθήκης κατέλειπε υπό μορφή κληροδοσίας την περιουσία του (9.174 μετοχές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, 32.000.000 δραχ.
και 2.500.000 δρχ) στο Ελληνικό δημόσιο, για την ανέγερση, εξοπλισμό και συντήρηση Νοσοκομείου στη γενέτειρά του ... και για την ίδρυση Γεωργικής Σχολής. Προκειμένου να αξιοποιήσει τη δωρεά και το κληροδότημα που απεδέχθη το Ελληνικό Δημόσιο, δια αιτήσεώς του ενώπιον του Εφετείου ... ( εκουσία διαδικασία), ζήτησε, επειδή η ειρημένη θέληση του ανωτέρω δωρητού και διαθέτου δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί για τους αναφερόμενους στην αίτηση αυτή λόγους, να βεβαιωθεί δικαστικώς υπό του ανωτέρω δικαστηρίου το γεγονός αυτό, ήτοι, ότι η θέληση του διαθέτου - δωρητού δεν δύναται να πραγματοποιηθεί και να αποφανθεί το δικαστήριο περί του τρόπου της επωφελέστερης αξιοποίησης της ανωτέρω δωρηθείσης και καταλειφθείσης περιουσίας.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ, 9728/1979 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου ..., με την οποία τούτο αποφάνθηκε: 1) ότι η θέληση του ανωτέρω δωρητού και διαθέτη, ως αυτή διαλαμβάνεται στο από 15.6.1953 δωρητήριο και στην από 29.5.1956 διαθήκη του, για την ανέγερση και λειτουργία Νοσοκομείου και την ίδρυση Γεωργικής Σχολής στην Κοινότητα ...ς δεν δύναται να πραγματοποιηθεί και 2) ότι για την επωφελέστερη αξιοποίηση και διάθεση της περιουσίας αυτής, εντός των γενικών πλαισίων και του πραγματικού σκοπού του διαθέτου συνίσταται α.
εις την ανέγερση και λειτουργία στο χωριό ... "ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ".... β) εις την ίδρυση και λειτουργία "ΠΡΟΤΥΠΟΥ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ" στο χωριό ...... γ) εις την ανέγερση στην περιοχή της Κοινότητας ... Ξενοδοχείου (ΜΟΤΕΛ) δυναμικότητας τουλάχιστον 50 κλινών με σκοπό την τουριστική ανάπτυξη της περιοχής ...ς, δ) εις την ίδρυση και λειτουργία στην αυτή κοινότητα Βιοτεχνιών σκοπουσών εις την αξιοποίηση των στην περιοχή ...
παραγομένων πρώτων υλών... υπό τον όρο ότι άπαντα τα ανωτέρω, κατ' εναλλαγή, θα είναι δωρεά-κληροδότητα του ανωτέρω δωρητού-διαθέτου και θα μνημονεύεται εις τα κτίρια των τούτο και ολόκληρον το ονοματεπώνυμό του και "ότι τυχόν υπόλοιπον της ως άνω δωρηθείσης και καταλειφθείσης περιουσίας θα είναι κατατεθειμένον παρ' ασφαλεί Τραπέζη εν τη ημεδαπή προς κάλυψιν των εκάστοτε παρουσιαζομένων αναγκών λειτουργίας των ανωτέρω μονάδων και έργων".
Προς αξιοποίηση της δωρεάς και του κληροδοτήματος του ανωτέρω δωρητού ανεγέρθη από το Ελληνικό δημόσιο σε ακίνητο 4.873 τ.μ., στο ανατολικό τμήμα της κοινότητας ... ..., επί κεκλιμένης πλευράς λοφώδους έκτασης με δομημένη επιφάνεια 1.637,83 τ.μ., ξενοδοχειακή μονάδα, δυναμικότητας 50 κλινών και με τους αναγκαίους βοηθητικούς χώρους για τη λειτουργία της μονάδας, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και 1ο όροφο, η οποία φέρεται ως "Κληροδότημα Χ.
Γ." και υπάγεται στην άμεση διαχείριση του Υπουργείου Οικονομικών. Με την από 22.8.2003 διακήρυξη πλειοδοτικού διαγωνισμού του Υπουργείου Οικονομικών (δια της Κτηματικής Υπηρεσίας ...) το ανωτέρω ακίνητο εκτέθηκε (το πρώτον) σε δημοπρασία προς εκμίσθωση, 25ετούς διάρκειας, κατά τις ειδικές διατάξεις του ΑΝ 2039/1939 και του ΒΔ 30/11-4/12/1939, ενώ με την υπ' αριθμ. .../2004 πράξη του Γενικού Γραμματέα Δημοσιονομικής Πολιτικής εγκρίθηκε η μακροχρόνια μίσθωση του ακινήτου στον πλειοδότη (βλ.
σχετ. τη διακήρυξη και την πράξη έγκρισης, σχετ. 4,5 του ενάγοντος-εφεσίβλητου), στους όρους δε της άνω διακήρυξης διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...1. Η Ξ/Μ εκμισθώνεται στην πραγματική κατάσταση που βρίσκεται σήμερα, ο δε εκμισθωτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να προβεί με δικά του έξοδα στον εξοπλισμό του ξενοδοχείου και στις συμπληρωματικές εργασίες τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού χώρου.
Για την ολοκλήρωση των συμπληρωματικών εργασιών δίνεται χρόνος δέκα οκτώ μηνών, ο οποίος θ' αρχίζει από την ημερομηνία παράδοσης - παραλαβής του ακινήτου. Το ύψος των δαπανών για τις συμπληρωματικές εργασίες λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό των μισθωμάτων. 2. Τα προβλεπόμενα στην προσφορά του μισθωτή έργα, θα γίνουν με αποκλειστική φροντίδα, ευθύνη και έξοδά του, χωρίς δικαίωμα συμψηφισμού τους με μισθώματα και σύμφωνα με τις προδιαγραφές που απαιτεί η ισχύουσα νομοθεσία, πάντοτε με άδεια, όπου απαιτείται, των αρμοδίων αρχών... 8..., Για την αξιολόγηση της προσφοράς θα ληφθεί υπόψη:
Α) το προσφερόμενο συνολικό πάγιο μίσθωμα διάρκειας είκοσι πέντε (25) ετών και Β) η συνολική προσφερόμενη δαπάνη για την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών εσωτερικά και εξωτερικά του κτιρίου... , 9.. 10. Η καταβολή των μισθωμάτων θ' αρχίζει μετά δέκα οκτώ μήνες από την ημερομηνία παράδοσης και παραλαβής του ακινήτου... 15.
Για την καλή εκπλήρωση των όρων της σύμβασης μίσθωσης ο πλειοδότης υποχρεούται κατά τον χρόνο έναρξης καταβολής των μισθωμάτων, δηλαδή δέκα οκτώ μήνες μετά την ημερομηνία κατάρτισης της σύμβασης μίσθωσης να καταθέσει εγγύηση στην ΕΤΕ στον λογαριασμό του κληρ/τος Γ. ίση προς τρία μηνιαία μισθώματα. Η εγγύηση αυτή θα ακολουθεί την ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος.
Η εγγύηση αυτή καταπίπτει υπέρ του ως άνω κληρ/τος Χ.Γ. εάν η μίσθωση διαλυθεί πρόωρα από οποιαδήποτε αιτία οφειλομένη σε υπαιτιότητα του μισθωτή. Επίσης καταπίπτει υπέρ του κληρ/τος Χ.Γ. και σε περίπτωση που, κατά τη λήξη της μίσθωσης και την αποχώρηση του μισθωτή από το μίσθιο, παραμείνει αυτός οφειλέτης οποιασδήποτε οφειλής του από τη μίσθωση... 20.
Το μίσθωμα προκαταβάλλεται μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μισθωτικού μήνα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στον λογαριασμό του κληροδοτήματος Χ.Γ. χωρίς όχληση από τον εκμισθωτή. 21. Ο μισθωτής δεν απαλλάσσεται από την πληρωμή του ενοικίου αν δεν έκανε χρήση του μισθίου χωρίς υπαιτιότητα της κληρονομίας. 22.
Ο μισθωτής δεν έχει δικαίωμα μείωσης του μισθώματος για βλάβη από θεομηνία ή άλλη οποιαδήποτε αιτία που τυχόν θα επέλθει μετά την κατακύρωση...23...30. Σιωπηρή αναμίσθωση δεν χωρεί, ούτε ισχύει παράταση κατά τις διατάξεις τυχόν ενοικιοστασίου ή κάποιου άλλου Νόμου. Ο μισθωτής είναι υποχρεωμένος να παραιτηθεί με το μισθωτήριο συμβόλαιο από κάθε προστασία των νόμων για ενοικιοστάσιο, ή οποιαδήποτε παράταση της μίσθωσης, ή από άλλες προστατευτικές των μισθωτών διατάξεις, που θα ισχύουν κατά το χρόνο σύναψης της μίσθωσης, ή που θα εκδοθούν στο μέλλον κατά τη διάρκεια της. 31..., 32.
Κατά τη λήξη ή τη διάλυση της μίσθωσης από υπαιτιότητα του μισθωτή, αυτός υποχρεώνεται να παραδώσει αμέσως το μίσθιο με πρωτόκολλο σε καλή κατάσταση. Αλλιώς θα αποβληθεί βιαίως και θα είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στο κληροδότημα ποσό ίσο προς το 1/10 του καταβαλλόμενου κατά τη λήξη ή διάλυση της μίσθωσης μηνιαίου μισθώματος, για κάθε μέρα παραμονής του στο μίσθιο, από την ημέρα της λήξης της μίσθωσης ή της διάλυσης της..".
Πλειοδότης του ανωτέρω διαγωνισμού ανακηρύχθηκε ο πρώτος εναγόμενος, προς τον οποίο κατακυρώθηκε ο πλειοδοτικός διαγωνισμός. Υπό το αυτό πλαίσιο, δυνάμει του από 9-12-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, το ενάγον δια του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας ... εκμίσθωσε στον πρώτο εναγόμενο το προπεριγραφέν ακίνητο - ξενοδοχειακή μονάδα, προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί ως ξενοδοχείο, απαγορευμένης οποιασδήποτε άλλης χρήσης, η δε διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για 25 έτη, με ημερομηνία έναρξης του συμβατικού χρόνου 9-12-2004 και λήξης 9-12-2029 (υπ' αριθμ. 7 όρος της μισθωτικής σύμβασης σε συνδυασμό με το αριθμ.
πρωτ. .../2004 πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής ξενοδοχειακής μονάδας κληροδοτήματος "Χ. Γ."). Το ετήσιο μίσθωμα καθορίστηκε στο ποσό των 17.000,00 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσό ανάλογο του ετήσιου τιμάριθμου προσαυξημένο κατά μία μονάδα, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβάλλεται, επιμεριζόμενο ανά μήνα, μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα, ενώ ο μισθωτής ανέλαβε την υποχρέωση να πληρώνει εξ ολοκλήρου και το αναλογούν στο μίσθωμα, κατά ποσοστό 3,6% τέλος χαρτοσήμου (βλ.
σχετ. υπ' αριθμ. 8 και 15 όρους της σύμβασης μίσθωσης). Επίσης, συμφωνήθηκε ότι η καταβολή του μισθώματος θα ξεκινούσε μετά την περάτωση των συμπληρωματικών εργασιών στο μίσθιο, σε κάθε, όμως, περίπτωση όχι μετά την παρέλευση 18 μηνών από την ημεροχρονολογία παράδοσης και παραλαβής του ακινήτου. Με το ίδιο ως άνω συμφωνητικό μίσθωσης συνεβλήθη ως εγγυητής και o δεύτερος εναγόμενος, ως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον συνυπεύθυνος με τον μισθωτή για όλες τις υποχρεώσεις του, στερούμενος του ευεργετήματος τη διζήσεως και της διαιρέσεως (βλ.
σχετ. υπ' αριθμ. 9 όρο της σύμβασης). Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. .../2005 πράξη της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας των Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών εγκρίθηκε η υπεκμίσθωση του ακινήτου στην τρίτη εναγόμενη και μη διάδικο εν προκειμένω εταιρία, με την επωνυμία "Τ.
Δ. Μ. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και δ.τ. "Τ. Δ..Μ.. Ε.Π.Ε.", που επρόκειτο να συσταθεί μεταξύ των δύο εκκαλούντων - εναγομένων και του Ι. Τ. (τρίτου μέλους), υπό την προϋπόθεση ότι θα ισχύουν οι όροι της από 9-12-2004 σύμβασης μίσθωσης, τους οποίους όφειλε να αποδεχθεί η υπομισθώτρια εταιρία και ότι οι πρώτος και δεύτερος εκκαλούντες εναγόμενοι (μισθωτής και εγγυητής) δεν απαλλάσσονταν από τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν απέναντι στο κληροδότημα με την από 22.8.2003 διακήρυξη της δημοπρασίας και την υπογραφή της αρχικής σύμβασης μίσθωσης.
Ο μισθωτής παρέλαβε το μίσθιο στις 9.12.2004, οπότε και συντάχθηκε και το αριθμ. πρωτ. …/2004 πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής ξενοδοχειακής μονάδας κληροδοτήματος "Χ. Γ." και έκανε ανενόχλητη χρήση αυτού έως και την 31.12.2012, οπότε οι εκκαλούντες-εναγόμενοι, δια της από 30.11.2012 εξώδικης καταγγελίας, κατήγγειλαν την ένδικη μίσθωση.
Και ενώ για το χρονικό διάστημα από την 1-3-2007 έως και τον Ιούνιο του έτους 2012 ο μισθωτής έκανε ανενόχλητη χρήση του μισθίου δεν υπήρξε συνεπής ως προς την καταβολή του οφειλόμενου μισθώματος και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε τα εξής ποσά: Για τη μισθωτική περίοδο από την 1-3-2007 έως την 31-5-2007 το ποσό των 153,00 ευρώ (αφορά οφειλόμενο χαρτόσημο), για τη μισθωτική περίοδο από 1-6-2007 έως 31-5-2008 το ποσό των 1.246,03 ευρώ και συγκεκριμένα ποσό 612 ευρώ για οφειλόμενα μισθώματα και ποσό 634,03 ευρώ για χαρτόσημο, για τη μισθωτική περίοδο από 1-6-2008 έως 31-5-2009 το ποσό των 10.954,22 ευρώ και συγκεκριμένα ποσό 10.282,78 ευρώ για οφειλόμενα μισθώματα και ποσό 671,44 ευρώ για χαρτόσημο, για τη μισθωτική περίοδο από 1-6-2009 έως 31-5-2010 το ποσό των 19.612,35 ευρώ και συγκεκριμένα ποσό 18.930,84 ευρώ για οφειλόμενα μισθώματα και ποσό 681,51 ευρώ για χαρτόσημο, για τη μισθωτική περίοδο από 1-6-2010 έως 31-5-2011 το ποσό των 20.867,48 ευρώ και συγκεκριμένα ποσό 20.142,36 ευρώ για οφειλόμενα μισθώματα και ποσό 725,12 ευρώ για χαρτόσημο, για τη μισθωτική περίοδο από 16-2011 έως 31-5-2012 το ποσό των 21.764,83 ευρώ και συγκεκριμένα ποσό 21.008,52 ευρώ για οφειλόμενα μισθώματα και ποσό 756,31 ευρώ για χαρτόσημο και για τον Ιούνιο του έτους 2012 το ποσό των 1.857,27 ευρώ και συγκεκριμένα ποσό 1.792,73 ευρώ για οφειλόμενο μίσθωμα και ποσό 64,54 ευρώ για χαρτόσημο, ποσά τα οποία επιδικάστηκαν με την εκκαλούμενη απόφαση με το νόμιμο τόκο από τους χρόνους που ειδικότερα για κάθε επιμέρους ποσό αναφέρονται σ' αυτή.
Οι εκκαλούντες - εναγόμενοι τους προαναφερόμενους όρους της μεταξύ αυτών και του εφεσίβλητου έγγραφης σύμβασης μίσθωσης δεν τους αμφισβητούν και δεν αρνούνται και τη μη καταβολή των ανωτέρω ποσών (μισθωμάτων και χαρτοσήμου), ωστόσο, όμως, με τον πρώτο λόγο της έφεσης τους για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ισχυρίζονται, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, ότι η ανωτέρω διακήρυξη δημοπρασίας προς εκμίσθωση της ένδικης ξενοδοχειακής μονάδας και η επακολουθήσασα μεταξύ του εφεσίβλητου και αυτών από 9-12-2004 σύμβαση μίσθωσης είναι άκυρες ως παράνομες, καθόσον δια αυτών παραβιάστηκε το νομικό πλαίσιο που καθορίζει την αξιοποίηση της δωρηθείσας και καταλειφθείσας περιουσίας του διαθέτη Χ.
Γ., όπως αυτή διατυπώθηκε στην πράξη δωρεάς και στην πράξη κληροδοσίας και επαναλαμβάνεται στο ΠΔ. .../1976, σύμφωνα με την οποία η περιουσία του ήταν να διατεθεί όχι μόνον για την ανέγερση των αναφερομένων σε αυτές κτιρίων (νοσοκομείο και γεωργική σχολή) αλλά και για τη συντήρηση και λειτουργία αυτών και ότι ναι μεν η βούληση αυτού ως προς την έγερση της ανωτέρω ξενοδοχειακής μονάδας δεν παραβιάστηκε, καθόσον αυτή ανεγέρθη σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 9728/1979 απόφαση του Εφετείου ..., πλην, όμως, παραβιάστηκε ως προς την ανέγερση και συντήρηση των αναφερομένων κτιρίων με δαπάνες τρίτων και την παραχώρηση της χρήσης τους έναντι ανταλλάγματος (εκμίσθωση), η οποία δεν προβλέφθηκε από την ανωτέρω απόφαση και συνεπώς η εκμίσθωση της επίδικης ξενοδοχειακής μονάδας, όσο και η ανάθεση σε αυτούς της συντήρησης των επισκευών και των συμπληρωματικών εργασιών στον εσωτερικό και εξωτερικό χώρο έγιναν κατά παράβαση αυτής, αντιβαίνει δε, αυτή στο διατακτικό της ανωτέρω δικαστικής απόφασης (9728/1979), καθώς και στο άρθρο 109 του Συντάγματος, που απαγορεύει τη μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων της διαθήκης ή δωρεάς κατά τις διατάξεις αυτής υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού, καθώς το εφεσίβλητο δεν είχε δικαίωμα ούτε να εκμισθώσει, ούτε να αναθέσει σε τρίτο τις δαπάνες επισκευής, συντήρησης και εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών στην επίδικη ξενοδοχειακή μονάδα, οι ίδιοι δε, εάν γνώριζαν τα ανωτέρω δεν θα συμμετείχαν στη διακήρυξη της δημοπρασίας και δεν θα κατάρτιζαν την επίδικη μίσθωση.
Ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλούντων, που ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προβλήθηκε από αυτούς ως περιεχόμενο της ένστασης τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του εφεσίβλητου, απαραδέκτως προβάλλεται, ως έχει ανωτέρω, το πρώτον ενώπιον του Παρόντος Δικαστηρίου, καθώς ήταν γεγεννημένος ήδη κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 527 ΚΠολΔ), ωστόσο, όμως, σε κάθε περίπτωση αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον η ανωτέρω ξενοδοχειακή μονάδα ανεγέρθη σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 9728/1979 απόφαση του Εφετείου ...
για την επωφελέστερη αξιοποίηση του κληροδοτήματος, ο δε ανωτέρω όρος της σύμβασης μίσθωσης ετέθη επ' ωφελεία του κληροδοτήματος, εξυπηρετώντας έτσι το σκοπό της διάταξης του άρθρου 109 παρ. 1 του Συντάγματος η οποία αποβλέπει στην προστασία της βούλησης του διαθέτη και όχι προς προστασία των τρίτων, οι δε εκκαλούντες, κατά την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνει το άρθρο 361 του ΑΚ, γνώριζαν από την αρχή της δημοπρασίας τον ανωτέρω όρο, ο οποίος δεν απαγορεύεται από το νόμο (ΑΚ 174) ούτε αντίκειται στα χρηστά ήθη και δεν προσκρούει γενικότερα σε κανόνα δημόσιας τάξης (ΑΚ3) και αποδέχτηκαν ανεπιφύλακτα αυτόν, κάνοντας ανενόχλητη χρήση του μισθίου και συνεπώς τα όσα επικαλούνται με τον ως άνω λόγο της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, και απέρριψε τον προβληθέντα με τον πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων ισχυρισμό, το μεν ως απαράδεκτο το δε ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, αφενός μεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα αυτόν ισχυρισμό, αφετέρου δε δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, καθόσον πράγματι οι αναιρεσείοντες δεν προέβαλαν πρωτοδίκως την ένσταση ακυρότητας της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, παρόλο που η ένσταση αυτή ήταν γεννημένη και μπορούσε να προβληθεί πρωτοδίκως.
Στα πλαίσια και μόνον της προβολής της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, ανέφεραν και ότι με την επίδικη μίσθωση το ενάγον υπερέβη τον τρόπο διαχείρισης της διατεθείσας σ' αυτό περιουσίας, αφού το κληροδότημα δεν αξιοποιείται υπέρ κοινωφελούς σκοπού, χωρίς όμως να συνδέσουν την αναφορά αυτή με ακυρότητα της μίσθωσης και του σχετικού πλειοδοτικού διαγωνισμού και συνακόλουθα με τον ισχυρισμό ότι δεν υποχρεούνται στην καταβολή των δεδουλευμένων μισθωμάτων λόγω της ακυρότητας της μίσθωσης.
Επομένως, απαραδέκτως προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός το πρώτον με την έφεσή τους, τη στιγμή που δεν συνέτρεχαν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις. Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, με επάλληλη σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασής του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό και ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι η ανωτέρω ξενοδοχειακή μονάδα ανεγέρθη σύμφωνα με την υπ' αριθ. 9728/1979 απόφαση του Εφετείου ...
για την επωφελέστερη αξιοποίηση του κληροδοτήματος και ο σχετικός όρος της σύμβασης μίσθωσης ετέθη επ' ωφελεία του κληροδοτήματος, εξυπηρετώντας έτσι το σκοπό της διάταξης του άρθρου 109 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία αποβλέπει στην προστασία της βούλησης του διαθέτη και όχι προς προστασία των τρίτων.
Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, με εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, καθόσον υπό τις παραδοχές αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες, ενώ, τέλος, η απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού ως αβάσιμου δεν έρχεται σε αντίφαση με την κατ' αρχήν απόρριψή του ως απαράδεκτου, αφού πρόκειται για επάλληλη αιτιολογία, η οποία δεν πάσχει από ασάφεια και ανεπάρκεια, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθ. 14, 8, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα οικεία σκέλη του οποίου οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με την απόρριψη από το Εφετείο του άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ως απαράδεκτου και πάντως ως αβάσιμου, καθόσον πρόκειται για κρίση από πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως της ΕΣΔΑ, η τυχόν εσφαλμένη εφαρμογή από το οποίο των άνω διατάξεων, ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα, όπως εν προκειμένω με το ένδικο μέσο της αίτησης αναιρέσεως, το οποίο και άσκησαν οι αναιρεσείοντες προβάλλοντας με τον πρώτο λόγο αυτής τις άνω επικαλούμενες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ με την κρίση αυτή του Εφετείου δεν θίγεται ούτε το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ.
Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα οικεία σκέλη του οποίου οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά την διάταξη του άρθρου 591 του ΑΚ "Ο εκμισθωτής αποδίδει στο μισθωτή τις αναγκαίες δαπάνες που αυτός έκανε στο μίσθιο.
Οι επωφελείς δαπάνες αποδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων. Ο μισθωτής έχει δικαίωμα να αφαιρέσει τα κατασκευάσματα που πρόσθεσε ο ίδιος στο μίσθιο". Από τις πιο πάνω διατάξεις, που έχουν εφαρμογή και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 π.δ. 34/1995), προκύπτει ότι η υποχρέωση της διενέργειας των αναγκαίων δαπα¬νών επί του μισθίου, ήτοι των δαπανών που γίνονται για τη διατήρηση και εξα¬σφάλιση του πράγματος, προκειμένου αυτό να είναι κατάλληλο για τη συμφω¬νημένη χρήση (βλ.
και άρθρο 1101 εδ α' ΑΚ) βαρύνει τον εκμισθωτή. Ο μισθωτής όμως έχει δικαίωμα να προβεί ο ίδιος, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, στις αναγκαίες δαπάνες, οπότε ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να τις αποδώσει στο μισθωτή (ΑΠ 65/2008). Επωφελείς θεωρούνται οι δαπάνες οι οποίες αυξάνουν την αξία του μισθίου. Τέτοιες δαπάνες είναι ενδεικτικά η κατασκευή κτίσματος, οι διασκευές, διαρρυθμίσεις, προσθήκες στο μίσθιο κ.λπ.
Οι δαπάνες αυτές αποδίδονται στον μισθωτή, εφόσον παραμένουν σε όφελος του μισθίου, με βάση τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων (ΑΠ 1095/2023, ΑΠ 119/2020, ΑΠ 1254/2017). Την αξίωσή του για απόδοση των αναγκαίων και επωφελών δαπανών ο μισθωτής μπορεί, ως εναγόμενος για ικανοποίηση αξίωσης του εκμισθωτή, να επιδιώξει και με την προβολή ένστασης συμψηφισμού, κατά τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ (ΑΠ 65/2008).
Αλλά, η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 591 ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου και επομένως μπορούν οι συμβαλλόμενοι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, να προβούν σε διαφορετικές συμφωνίες και ειδικότερα να συμφωνήσουν, ότι όλες οι δαπάνες επί του μισθίου θα βαρύνουν το μισθωτή (ΑΠ 1095/2023, ΑΠ 119/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες μισθωτές, αμυνόμενοι κατά της άνω αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, για επιδίκαση οφειλομένων μισθωμάτων του μισθίου, προέβαλαν την ένσταση συμψηφισμού ανταπαίτησής τους, ύψους 241.000 ευρώ, προερχόμενη από δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν συμβατικά για την ανακαίνιση και λειτουργία του μισθίου, ισχυριζόμενοι ότι οι δαπάνες αυτές αποτελούν επαύξηση του μισθώματος, λόγω δε του ότι η επίδικη σύμβαση μίσθωσης καταγγέλθηκε από αυτούς για σπουδαίο λόγο που δεν ανάγεται σε υπαιτιότητά τους, τα προκαταβληθέντα μισθώματα που αντιστοιχούν στο χρόνο από την καταγγελία της μίσθωσης (13.12.2012) μέχρι τη συμβατική της λήξη (9.12.2029), ανερχόμενα στο ποσό των 174.338,40 ευρώ, αποτελούν πλουτισμό του ενάγοντος, που επήλθε σε βάρος της περιουσίας τους, και συνεπώς υποχρεούται το ενάγον να τον αποδώσει σ' αυτούς, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 607/2018 απόφασή του απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ένσταση αυτή των αναιρεσειόντων, με την αιτιολογία ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί ρητά ότι όλες οι δαπάνες του μισθίου, αναγκαίες και επωφελείς, βαρύνουν τον μισθωτή. Με τους σχετικούς δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσής τους παραπονέθηκαν οι αναιρεσείοντες για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενοι ότι η προβληθείσα από αυτούς ένσταση συμψηφισμού έπρεπε να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους λόγους αυτούς ως αβάσιμους με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι με τους υπ' αριθμ. 1, 2, 10, 18 και 22 όρους της ένδικης σύμβασης μίσθωσης συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων σύμφωνα και με τους όρους της διακήρυξης της δημοπρασίας ότι: "...1.
Η Ξενοδοχειακή Μονάδα εκμισθώνεται στην πραγματική κατάσταση που βρίσκεται σήμερα, ο δε εκμισθωτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να προβεί με δικά του έξοδα στον εξοπλισμό του ξενοδοχείου και στις συμπληρωματικές εργασίες τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού χώρου. Για την ολοκλήρωση των συμπληρωματικών εργασιών δίνεται χρόνος δέκα οκτώ μηνών, ο οποίος θ' αρχίζει από την ημερομηνία παράδοσης- παραλαβής του ακινήτου. 2.
Τα προβλεπόμενα στην προσφορά του μισθωτή έργα, θα γίνουν με αποκλειστική φροντίδα, ευθύνη και έξοδά του, χωρίς δικαίωμα συμψηφισμού τους με μισθώματα και σύμφωνα με τις προδιαγραφές που απαιτεί η ισχύουσα νομοθεσία, πάντοτε με άδεια, όπου απαιτείται, των αρμοδίων αρχών. 10. Το συνολικό ύψος επένδυσης για εργασίες συντήρησης-επισκευών καθώς και συμπληρωματικών εργασιών για τη σωστή λειτουργία της Ξενοδοχειακής Μονάδας ανέρχεται στο ποσό των 241.000 ευρώ τουλάχιστον (διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες ευρώ). 18.
Το κληροδότημα Χ. Γ. δεν ευθύνεται απέναντι στο μισθωτή για την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται το ενοικιαζόμενο ακίνητο, ούτε υποχρεώνεται από το λόγο αυτό στην επιστροφή ή στην μείωση του μισθώματος, ούτε στη λύση της μίσθωσης. 22. Ο εκμισθωτής-κληροδότημα Χ. Γ. δεν υποχρεώνεται να κάνει οποιαδήποτε επισκευή του μισθίου, έστω και αναγκαία.
Κάθε επισκευή ή προσθήκη στο μίσθιο, όπως και οποιαδήποτε άλλη εγκατάσταση που θα γίνει από το μισθωτή, περιέρχεται στην κυριότητα του κληροδοτήματος αυτού μετά τη λήξη ή διάλυση της μίσθωσης, χωρίς καμία απολύτως αποζημίωση του μισθωτή, ο οποίος δεν δικαιούται να αφαιρέσει οικοδομικά υλικά". Από το ανωτέρω περιεχόμενο της ένδικης, από 9.12.2004, σύμβασης μίσθωσης, το οποίο είναι σαφές και δεν απαιτείται να γίνει ερμηνεία των όρων αυτού με βάση τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200ΑΚ, προκύπτει ότι ο μισθωτής δεν διατηρεί αξίωση εναντίον του εκμισθωτή για δαπάνες στις οποίες αυτός προέβη για την ανακαίνιση-εξωραϊσμό του μισθίου, δοθέντος ότι στην έννοια των δαπανών "για συμπληρωματικές εργασίες τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού χώρου" περιλαμβάνονται εκτός από τις επωφελείς, και οι δαπάνες που χαρακτηρίζονται από το νόμο (άρθρο 591 ΑΚ) ως αναγκαίες, καθόσον για άπασες τις εργασίες - δαπάνες (αναγκαίες - επωφελείς) ο μισθωτής συμφώνησε με το ενάγον σύμφωνα με τη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων που καθιερώνει το άρθρο 361 του ΑΚ..., να μην προβάλλει ουδεμία απαίτηση.
Μάλιστα, στον υπ' αριθμ. 2 όρο του μισθωτηρίου συμβολαίου αναφέρεται εξειδικευμένα ότι τα προβλεπόμενα στην προσφορά του μισθωτή έργα, θα γίνουν με αποκλειστική φροντίδα, ευθύνη και έξοδά του, χωρίς δικαίωμα συμψηφισμού τους με μισθώματα, ενώ η προσφορά του μισθωτή περιελάμβανε: α) εργασίες αποκατάστασης των ελλείψεων των εξωτερικών χώρων και συγκεκριμένα αποκατάσταση φθορών κεραμοσκεπής, αποκατάσταση-συντήρηση εξωτερικής τοιχοποιίας, αποκατάσταση-συντήρηση εξωτερικών κουφωμάτων, δημιουργία χώρων στάθμευσης, ανάπλαση και διαμόρφωση της νότιας πλευράς του ακινήτου, διαμόρφωση προκηπίων, ηλεκτροφωτισμό εξωτερικών χώρων, σύνδεση με τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, τοποθέτηση και επένδυση εξωτερικής καμινάδας, κατασκευή διαχωριστικών στους εξώστες και β) εργασίες αποκατάστασης των ελλείψεων στους εσωτερικούς χώρους και συγκεκριμένα συντήρηση συστήματος θέρμανσης, κατασκευή τζακιού στο σαλόνι του ξενοδοχείου, αποκατάσταση φθορών στα πατώματα των δωματίων της ξενοδοχειακής μονάδας, συντήρηση δαπέδων υπολοίπων χώρων, αποκατάσταση ελλείψεων κουζίνας αποκατάσταση φθορών - χρωματισμούς εξωτερικών χώρων, συντήρηση ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού μονάδας-πυρασφάλεια, αγορά πυροσβεστήρων για την πυρασφάλεια της μονάδας.
Σημειωτέον δε, ότι ο πρώτος εκκαλών-μισθωτής δια του υπ' αριθμ. πρωτ. .../2004 πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής της ξενοδοχειακής μονάδας παρέλαβε το μίσθιο χωρίς να διατυπώσει αντιρρήσεις ή οποιοδήποτε άλλο αίτημα, ενώ ο προσδιορισμός του χρόνου διενέργειας των αναγκαίων εργασιών των δέκα οκτώ μηνών που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, κατά τον οποίο ο μισθωτής δεν υποχρεούνταν στην καταβολή μισθώματος δεν προσαυξάνει, κατά τη συμφωνία των ανωτέρω, το καταβαλλόμενο ετήσιο μίσθωμα των 17.000 ευρώ όπως τούτο προκύπτει και από την διατύπωση του όρου 22 του ως άνω συμφωνητικού μίσθωσης, σύμφωνα με το οποίο "κάθε επισκευή ή προσθήκη στο μίσθιο, όπως και οποιαδήποτε άλλη εγκατάσταση που θα γίνει από το μισθωτή, περιέρχεται στην κυριότητα του κληροδοτήματος αυτού μετά τη λήξη ή διάλυση της μίσθωσης, χωρίς καμία απολύτως αποζημίωση του μισθωτή, ο οποίος δεν δικαιούται να αφαιρέσει οικοδομικά υλικά", από τον οποίο (όρο) και επιβεβαιώνεται ότι ο μισθωτής δεν διατηρεί καμία αξίωση εναντίον του ενάγοντος-εκμισθωτή για τις διενεργηθείσες δαπάνες, αφού στην αντίθετη περίπτωση θα περιλαμβανόταν σχετικός ειδικός όρος περί δικαιώματος αξίωσης δαπανών ή αφαίρεσης κατασκευών και εξοπλισμού από την πλευρά του μισθωτή.
Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, ο μισθωτής δεν δικαιούται αποζημίωση για τις εργασίες βελτίωσης, συντήρησης προσθηκών στο μίσθιο, στις οποίες ισχυρίζεται ότι προέβη, αφού τα διάδικα μέρη συνήψαν συμφωνία, κατά την οποία όλες οι δαπάνες επί του μισθίου, αναγκαίες και επωφελείς (καθ' ομολογία και των εκκαλούντων το μίσθιο δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς αυτές) βαρύνουν το μισθωτή, ο οποίος δεν έχει για αυτές δικαίωμα αποζημίωσης κατά του εκμισθωτή και ως εκ τούτου οι σχετικοί ισχυρισμοί των εκκαλούντων περί συμβατικών δαπανών που αποτελούν μίσθωμα που προσαυξάνει το καταβαλλόμενο συμφωνηθέν μίσθωμα των 17.000 ευρώ ετησίως και περί συμψηφισμού του ποσού αυτού, καθόσον τούτο αποτελώντας μίσθωμα ήδη αντιστοιχεί σε προκαταβληθέντα μισθώματα για το, μετά την καταγγελία για σπουδαίο λόγο από τους ιδίους και όχι από υπαιτιότητά τους της σύμβασης μίσθωσης, χρονικό διάστημα από 13-12-2012, οπότε κατήγγειλαν την σύμβαση μίσθωσης, έως και 9-12-2029 που αυτή έληγε, ποσού 174.338,40 ευρώ, ως προς το οποίο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο το εφεσίβλητο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ορθά ερμήνευσε το νόμο και έκρινε τις αποδείξεις και πρέπει οι σχετικοί 2ος και 3ος λόγοι έφεσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι. ...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, και απέρριψε τους άνω λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων ως αβάσιμους, κατ' αρχάς έλαβε υπόψη την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση συμψηφισμού, όπως αυτή προβλήθηκε πρωτοδίκως.
Κρίνοντας δε στη συνέχεια ότι η εν λόγω ένσταση είναι απορριπτέα κατ' ουσίαν, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 440 και 591 ΑΚ, με εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, καθόσον αυτές, υπό τις ως άνω παραδοχές, σύμφωνα με τις οποίες τα διάδικα μέρη συνήψαν συμφωνία, κατά την οποία όλες οι δαπάνες επί του μισθίου, αναγκαίες και επωφελείς βαρύνουν το μισθωτή, ο οποίος δεν έχει για αυτές δικαίωμα αποζημίωσης κατά του εκμισθωτή, σε συνδυασμό και με την παραδοχή ότι οι σχετικοί όροι της σύμβασης μίσθωσης είναι σαφείς και δεν απαιτείται να γίνει ερμηνεία τους με βάση τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν ήταν εφαρμοστέες, όπως δεν ήταν εφαρμοστέα και η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, αφού δεν έγινε δεκτό ότι οι δαπάνες στις οποίες προέβησαν οι αναιρεσείοντες ήταν συμβατικές και αποτελούσαν προκαταβολή των μισθωμάτων, ούτως ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για πλουτισμό του ενάγοντος, συνεπεία της εκ των υστέρων λύσεως της συμβάσεως μισθώσεως για σπουδαίο λόγο, και, επομένως, γεννήσεως, με βάση και τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, της προβληθείσας από του αναιρεσείοντες άνω ανταπαιτήσεώς τους εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Η επίδικη δε αξίωση του ενάγοντος αφορά δεδουλευμένα μισθώματα για το διάστημα μέχρι τη λύση της σύμβασης μίσθωσης, για τα οποία και οι αναιρεσείοντες δεν αμφισβήτησαν την οφειλή τους, προβάλλοντας μόνον σε συμψηφισμό την άνω αβάσιμη απαίτησή τους. Εξάλλου, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των άνω διατάξεων, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί απορρίψεως της άνω προβληθείσης από τους αναιρεσείοντες ένστασης συμψηφισμού.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα οικεία σκέλη του οποίου οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με την απόρριψη από το Εφετείο του άνω ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ως αβάσιμου, καθόσον πρόκειται για κρίση από πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως της ΕΣΔΑ, η τυχόν εσφαλμένη εφαρμογή από το οποίο των άνω διατάξεων, ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα, όπως εν προκειμένω με το ένδικο μέσο της αίτησης αναιρέσεως, το οποίο και άσκησαν οι αναιρεσείοντες προβάλλοντας με τον πρώτο λόγο αυτής τις άνω επικαλούμενες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ με την κρίση αυτή του Εφετείου δεν θίγεται ούτε το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ.
Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα οικεία σκέλη του οποίου οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 10/2012). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή ένσταση ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (Ολ. ΑΠ 9/2011, Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες μισθωτές, αμυνόμενοι κατά της άνω αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, για επιδίκαση οφειλομένων μισθωμάτων, προέβαλαν, επικουρικά, και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, επικαλούμενοι α) ότι το ενάγον είχε εισπράξει τα μισθώματα από 1.6.2006 έως 30.9.2008, β) ότι τα οφειλόμενα μισθώματα υπολείπονταν κατά πολύ της αξίας του μισθίου ακινήτου, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μετά τις διενεργηθείσες από αυτούς δαπάνες, ενώ επιπλέον δήλωσαν την πρόθεσή τους να δωρίσουν και όλο τον κινητό εξοπλισμό του και γ) ότι δεν τους βάρυνε καμία υπαιτιότητα για την πρόωρη λύση της μίσθωσης, καθώς αναγκάστηκαν να προβούν στην καταγγελία της σύμβασης, λόγω της οικονομικής κρίσης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 607/2018 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση αυτή των αναιρεσειόντων, με την αιτιολογία ότι η ενάσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος δεν μπορεί, με βάση τα επικαλούμενα περιστατικά, να εκτιμηθεί ως καταχρηστική. Με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους παραπονέθηκαν οι αναιρεσείοντες για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενοι ότι η προβληθείσα από αυτούς ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος ήταν νόμιμη και έπρεπε να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Περαιτέρω, οι εκκαλούντες προέβαλαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, την οποία επαναφέρουν και ενώπιον του Παρόντος Δικαστηρίου, ισχυριζόμενοι ότι το εφεσίβλητο καταχρηστικώς αιτείται την καταβολή των μισθωμάτων για το χρονικό διάστημα από 1.03.2007 έως 30.06.2012, καθώς οι εργασίες που αυτοί εκτέλεσαν στο μίσθιο προσέθεσαν μεγαλύτερη αξία σε αυτό και μάλιστα με την καταγγελία της σύμβασης, δωρίζοντας και τον εξοπλισμό αυτού αξίας τουλάχιστον 200.000 ευρώ πλέον των δαπανών των 241.000 ευρώ στις οποίες αυτοί υποβλήθηκαν, το τελευταίο (εφεσίβλητο) περιήλθε σε πλεονεκτική έναντι αυτών θέση, αφού πέραν των μισθωμάτων που εισέπραξε για την χρονική περίοδο από 1-6-2006 έως 30-9-2008 ύψους 42.368,42 ευρώ, κλήθηκε εκ μέρους τους να παραλάβει και το μίσθιο πλήρως εξοπλισμένο και έτοιμο προς χρήση, ενώ οι ίδιοι απώλεσαν οριστικά τα χρήματα που επένδυσαν όχι από δική τους υπαιτιότητα αλλά λόγω της μεταβολής των οικονομικών δεδομένων που ίσχυαν κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης και της οικονομικής κρίσης στην οποία περιήλθε στη συνέχεια η χώρα, η οποία και τους έπληξε ανεπανόρθωτα.
Τα ανωτέρω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του εφεσίβλητου, καθόσον το τελευταίο αιτείται την καταβολή των ανωτέρω μισθωμάτων όσο οι εκκαλούντες έκαναν χρήση του μισθίου, ενώ οι ίδιοι, μετέχοντας στη διαδικασία μίσθωσης της επίμαχης ξενοδοχειακής μονάδας προς εκμετάλλευση, ανέλαβαν και την ευθύνη και για τους συναφείς επιχειρηματικούς κινδύνους που εγκυμονεί κάθε επιχειρηματική προσπάθεια, στους οποίους εμπεριέχεται και η μεταβολή των οικονομικών συνθηκών κα δεδομένων.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε ως μη νόμιμη την ανωτέρω ένσταση, ορθώς ερμήνευσε το νόμο και έκρινε τις αποδείξεις και πρέπει ο σχετικός τέταρτος λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος ...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, και απέρριψε τον άνω λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων ως αβάσιμο, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, με εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, καθόσον, πράγματι, η προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, υπό τα άνω επικαλούμενα προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, ήταν μη νόμιμη και άρα απορριπτέα, διότι τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για επιδίκαση σ' αυτό των οφειλομένων μισθωμάτων.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο σκέλος οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την απόρριψη της άνω ένστασης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ως προς την ένσταση αυτή των αναιρεσιβλήτων δεν υπήρξε ουσιαστική κρίση του Εφετείου και συνακόλουθα αποδεικτικό πόρισμα, αλλά η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
Τέλος, δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με την απόρριψη από το Εφετείο της άνω ένστασης των αναιρεσειόντων ως μη νόμιμης, καθόσον πρόκειται για κρίση από πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως της ΕΣΔΑ, η τυχόν εσφαλμένη εφαρμογή από το οποίο των άνω διατάξεων, ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα, όπως εν προκειμένω με το ένδικο μέσο της αίτησης αναιρέσεως, το οποίο και άσκησαν οι αναιρεσείοντες προβάλλοντας με τον τρίτο λόγο αυτής τις άνω επικαλούμενες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ με την κρίση αυτή του Εφετείου δεν θίγεται ούτε το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ.
Επομένως, ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα οικεία σκέλη του οποίου οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ` ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Σεπτεμβρίου 2020 αίτηση αναιρέσεως και τους από 14 Ιουλίου 2021 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως των: 1) Α.-Σ. Τ. του Γ. και 2) Σ. Τ. του Γ., για αναίρεση της με αριθ. 61/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου .... Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ