Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict due to lack of evidence for defendant's fault.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against the Athens Court of Appeal's decision in a traffic accident case. The lower court found the deceased motorcyclist solely responsible for the collision, while the appellant's car was driving legally within its lane. The court upheld this finding because the appellant's evasive maneuver was reasonable and the appellant did not exceed the speed limit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 340, 346, 559(11) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's decision is subject to cassation only if it failed to consider relevant evidence or relied on inadmissible proof, and the Supreme Court reviews whether the lower court's factual findings were supported by sufficient evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 740 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 740/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, κατοίκων ..., 3) Χ3, κατοίκου ..., 4) Χ4, κατοίκου ..., 5) Χ5, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Μαρκάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρύσα Σαλαβράκου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4395/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9216/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/2/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 27/1/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης συνεδρίαση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ. Όμως, αυτός δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιερχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι τάχα το Εφετείο, κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης, δεν έλαβε υπόψη την από 15-9-2005 έκθεση ανάλυσης και διερεύνησης τροχαίου ατυχήματος του μηχανολόγου ηλεκτρολόγου μηχανικού ..., την οποία νόμιμα είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει, για ν' αποδείξουν τη βασιμότητα των λόγων της εφέσεώς τους.
Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλομένης απόφασης, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την προαναφερθείσα έκθεση, την οποία μάλιστα και μνημονεύει ειδικά. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ΓΠΝ/1911, 297, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση, σε περίπτωση συγκρούσεως οχημάτων, είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του οχήματος που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του οδηγού και της συγκρούσεως από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός του πταίσματος των υπαιτίων οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ο ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων τούτων από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος.
Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 12 παρ.1 εδ. β' του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1 έως 3 του ίδιου νόμου ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, επιβάλλεται δε να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος του, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη της επικρατούσες συνθήκες, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Επίσης, κατά το άρθρο 16 παρ.1 εδ. β' του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε ανελέγκτως ότι το πιο κάτω αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "Στις 22.6.2000 και περί ώρα 17.00 ο ΑΑ, ο οποίος ήταν γιος των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφός του τρίτου και εγγονός των δύο τελευταίων εναγουσών, οδηγούσε την υπ'αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα του, στην οποία συνεπέβαινε η ΒΒ (η οποία δεν είναι διάδικος) και εκινείτο επί της οδού ... στην ... με κατεύθυνση προς την πλατεία ... . Την ίδια ώρα ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το υπ'αριθμό ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο για την εκ της κυκλοφορίας του έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, έβαινε δε στην αυτή ως άνω οδό και κατά την αντίθετη κατεύθυνση δηλαδή προς περιφερειακή οδό ... .
Σημειώνεται ότι η ως άνω οδός είναι διπλής κυκλοφοριακής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κινήσεως ανά κατεύθυνση, οι οποίες (λωρίδες) διαχωρίζονται με διπλή εκ δύο συνεχών γραμμών κατά μήκος διαγράμμιση. Το πλάτος του οδοστρώματος ανέρχεται της μεν λωρίδας κινήσεως προς πλατεία ... σε 4,20 μ. της δε προς περιφερειακή οδό ...
σε 3,15 μ. Εξάλλου κατά τον παραπάνω χρόνο και στο ύψος του με αριθμό ... Ο.Τ. της οδού, στο δεξιό εκάστης των λωρίδων κυκλοφορίας αυτής υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα και ειδικότερα της μεν λωρίδος κυκλοφορίας προς πλατεία ... ένα φορτηγό αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... πλάτους 2,10 μ., της δε λωρίδος προς περιφερειακή οδό ...
δύο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα με αριθ. κυκλοφορίας ... και ... . Έτσι το ελεύθερο εναπομένον τμήμα εκάστης λωρίδος ανερχόταν αντιστοίχως σε 2,10 μ. και 2,05 μ. (δοθέντος ότι τα Ι.Χ.Ε. ήσαν εν μέρει σταθμευμένα επί του παρακείμενου πεζοδρομίου). Περαιτέρω, κατά τον ως άνω χρόνο η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν καλή (ξηρή), η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή και οι συνθήκες φωτισμού ημέρας.
Προσεγγίζοντας ο ΑΑ στο ύψος του άνω (αριθ. ...) ... της οδού δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη στην οδήγηση την προσοχή του και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να είναι σε θέση κάθε στιγμή να εκτελέσει τους αναγκαίους χειρισμούς, αλλά εκινείτο με την αυξημένη για την περιοχή (κατοικημένη) ταχύτητα των 55 χιλ/ώρα, την οποία ούτε ερρύθμισε αναλόγως λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες της οδού και δη ότι στο ύψος του εν λόγω Ο.Τ.
υπήρχε στροφή (δεξιόστροφη ως προς την πορεία του) με περιορισμένη ορατότητα. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ΑΑ ήταν, ενώ διήνυε την άνω στροφή, επί τη θέα του προαναφερθέντος σταθμευμένου στο σημείο εξόδου αυτής φορτηγού αυτοκινήτου επεχείρησε υπέρβαση αυτού προς τ'αριστερά κατά την οποία το όχημά του παρεξέκλινε της πορείας του με κατεύθυνση προς την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα κατά την πέδηση του οχήματός του, την οποία πραγματοποίησε προκειμένου την τελευταία στιγμή να αποτρέψει την είσοδο τούτου στην αντίθετη λωρίδα, δοθέντος ότι εν των μεταξύ αυτός αιφνιδίως αντελήφθη το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου που πλησίαζε και εκινείτο κανονικά πλησίον του άξονος του οδοστρώματος (ενόψει του ελεύθερου τμήματος της λωρίδος αυτής 2,05 μ.
κατά τα προλεχθέντα) αυτή, δηλαδή η πέδηση του οχήματος του, να μην σταθεί ικανή για την διακοπή της πορείας του, αλλά, αντιθέτως, το όχημά του να ανατραπεί κατ'αυτήν και να εισέλθει συρόμενο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, όπου και επέπεσε στο αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου και ειδικότερα το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας μαζί με τον ίδιο (οδηγό του) "σφηνώθηκαν" κάτω από το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου, παρά τον αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό που ο πρώτος εναγόμενος επεχείρησε και, ακολούθως, να παρασυρθεί η μοτοσικλέτα και ο οδηγός της σε απόσταση 5,90 περίπου μέτρων μέχρι της ακινητοποιήσεως του αυτοκινήτου του.
Από το ατύχημα τραυματίσθηκαν οι επιβαίνοντες στη μοτοσικλέτα και συγκεκριμένα ο μεν ΑΑ υπέστη βαρείες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις συνεπεία των οποίων αυθημερόν επήλθε ο θάνατός του, η δε ΒΒ, η οποία εκτινάχτηκε κατά την ανατροπή της μοτοσικλέτας και επέπεσε επί του οδοστρώματος, κακώσεις κεφαλής. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά και για τους λόγους που προαναφέρθηκαν (οδήγηση του ΑΑ χωρίς σύνεση και προσοχή, χωρίς να ασκείται ο έλεγχος και η εποπτεία του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, μη ρύθμιση της αυξημένης για τις επικρατούσες συνθήκες της οδού ταχύτητος του οχήματός του σε τρόπο ώστε να είναι δυνατή η ασφαλής "υπέρβαση" του σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου, ή έστω, ακολούθως η διακοπή της πορείας της μοτοσικλέτας προς αποτροπή της εισόδου αυτής στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και της συγκρούσεως), το δικαστήριο κρίνει ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος ήταν ο θανατωθείς οικείος των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) και οδηγός της μοτοσικλέτας ΑΑ (πρβλ.
αρθ. 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 του ΚΟΚ). Αντιθέτως, δεν αποδείχτηκε ότι βαρύνει οποιαδήποτε υπαιτιότητα για το ατύχημα και τις συνέπειες του τον πρώτο εναγόμενο εφ'όσον αυτός εκινείτο κανονικά εντός της λωρίδος κυκλοφορίας του και λόγω της αιφνίδιας και από μικρή απόσταση παρεμβολής του οχήματος του ΑΑ στην πορεία του δεν κατέστη δυνατόν να αποφύγει τούτο (ατύχημα) παρά τον αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό που ενήργησε.
Επί πλέον, εκινείτο αυτός με τη δέουσα ταχύτητα, κατώτερη δηλαδή του ορίου των 50 χλμ/ώρα για την περιοχή και εξάλλου αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι αφ'ενός μεν ουδείς των επιβαινόντων στο αυτοκίνητο τραυματίστηκε, αφετέρου δε προκλήθηκαν μικρές ζημιές στα σταθμευμένα στο δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας του αυτοκινήτου Ι.Χ.Ε.
οχήματα στα οποία το αυτοκίνητο κατά τον αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό του που ο πρώτος εναγόμενος ενήργησε προσέκρουσε. Εξ' άλλου παρά τα αντιθέτως από τους ενάγοντες υποστηριζόμενα, δεν συνάγεται αυξημένη ταχύτητα του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου εκ του γεγονότος της ωθήσεως της μοτοσικλέτας μετά το ατύχημα, καθ' όσον ναι μεν το οδόστρωμα παρουσίαζε ανωφέρεια, πλην όμως ελαφρά και δοθεισών των δυνατοτήτων του αυτοκινήτου (ΒΜW 2000 cc).
Επίσης, δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το ατύχημα οφειλόταν σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου καθ'όσον το όχημα του εκινείτο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας εξαναγκάζοντας τον οδηγό της μοτοσικλέτας να προβεί στην άνω αποφευκτική ενέργεια (πέδηση) με τις περαιτέρω ζημιογόνες συνέπειες ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών στοιχείων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.
Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και έτσι δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι δε περαιτέρω προβαλλόμενες με το αναιρετήριο ελλείψεις της αναιρεσιβαλλόμενης αφορούν την πληρέστερη ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος που είναι σαφές και σε επιχειρήματα του δικαστηρίου.
Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατά ένα μέρος και ως απαράδεκτος κατά το άλλος μέρος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-2-2008 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 9216/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ" που παραστάθηκε, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ