Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding witness certificates and fact evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Thessaloniki's decision in a labor dispute. The appellant argued that the lower court failed to specifically cite witness certificates and ignored relevant facts regarding job vacancies and the appellant's health. The court ruled that the lower court was not obligated to explicitly mention all evidence and that the appellant's claims did not constitute independent 'facts' under the law, but rather arguments against the respondent's denial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 339, 395, 432, 671, 559(11), 559(1)(b), 8 of the Code of Civil Procedure; The court is not required to specifically cite witness certificates in the judgment if they are considered as evidence, and appeals based on the non-consideration of arguments or denials rather than independent facts are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 740 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 740/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάνο Κουρκουβάτη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΣΑΡΗΔΕΜΕΡΤΖΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΕ - ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΟΥΦΩΜΑΤΩΝ" και με διακριτικό τίτλο "STABIL SYSTEM", που εδρεύει στο Στρυμονοχώρι Σιδηροκάστρου Σερρών και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Ξενίδη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 148/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-4-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 23-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 339, 395, 432 επ. και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, εφόσον δόθηκαν νομότυπα, παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και ένα προσάγονται στη δίκη για την οποία λήφθηκαν, τότε αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διάφορο των εγγράφων, και συνεπώς πρέπει το δικαστήριο, για να μην υπάρχει αμφιβολία περί του αν λήφθηκαν ή όχι υπόψη, να τις μνημονεύει στην απόφασή του ειδικώς.
Όταν όμως οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις προσάγονται σε δίκη άλλη από εκείνη για την οποία έγιναν τότε λαμβάνονται υπόψη, όπως κάθε άλλο αποδεικτικό έγγραφο, για τη συναγωγή από αυτές δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς ανάγκη ειδικής στην απόφαση μνείας τους. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθμός 11 Κ.Πολ.Δ.
προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων 235/6-12-2004 και 39/26-2-2002 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον Ειρηνοδίκου, τις οποίες ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της βασιμότητας προηγούμενης, εκ της αυτής αιτίας, αγωγής του κατά της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο δεν υποχρεούτο να τις μνημονεύσει ειδικώς στην απόφασή του, από τη βεβαίωση δε της λήψεως υπόψη όλων των επικαλουμένων και προσκομιζομένων εγγράφων και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις.
Για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το οποίο κατά τον αναιρεσείοντα υφίσταται ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες, να καθορίζεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου και να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ζήτημα αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και όχι μεμονωμένες και κατ' επιλογή αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ., με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικότητα αιτιολογιών, συνιστάμενη στο ότι "ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ορθώς ότι η αναιρεσίβλητη εργοδότρια εταιρία, παρά την τελεσίδικη αναγνώριση της ακυρότητας της γενομένης την 31-10-2001 καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μου, βάσει της οποίας υπηρετούσα ως φύλακας -και τελευταία ως νυκτοφύλακας των εγκαταστάσεών της, δεν ήρε την υπερημερία της δεδομένου ότι με προσκάλεσε την 26-6-2002 να προσέλθω στις εγκαταστάσεις της προκειμένου να προσφέρω τις υπηρεσίες μου όχι ως φύλακας αλλά ως πρακτικός μηχανικός συντηρητής βιομηχανικών εγκαταστάσεων χωρίς άδεια ή πτυχίο ή δίπλωμα, δηλαδή για εργασία ουσιωδώς διαφορετική σε σχέση με την προηγούμενη, και έτσι η αναιρεσίβλητη εξακολουθούσε και μετά την 5-3-2002 να τελεί σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών μου, εντούτοις στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι η μη απασχόλησή μου ως ανειδίκευτου εργάτη σε άλλες δήθεν υπάρχουσες θέσεις κατά την ένσταση της αναιρεσίβλητης οφείλεται σε οκνηρία και κακοβουλία μου, έχουσα ως μοναδικό σκοπό την είσπραξη των μισθών υπερημερίας, ενώ οπωσδήποτε η εργασία του ανειδίκευτου εργάτη είναι σαφώς διαφορετική και δυσμενέστερη και από εκείνη που πρόσφερα πράγματι στην αναιρεσίβλητη, αλλά και από εκείνη για την οποία με εκάλεσε να απασχοληθώ, ήτοι του πρακτικού μηχανικού συντηρητή και η οποία κατά την κρίση του Εφετείου δεν διέκοψε την υπερημερία".
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος, διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, ούτε οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ζήτημα αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, αλλά διαλαμβάνονται μόνον οι ανωτέρω μεμονωμένες και κατ' επιλογή αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. α΄ και 12 ΚΠολΔ., καταλογίζει στο Εφετείο τις πλημμέλειες: α) ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα την από 29-11-2003 έγγραφη "βεβαίωση-δήλωση" της ομόρρυθμης εταιρίας ".....
Ο.Ε.Ε." και την από 28-11-2003 όμοια έγγραφη "βεβαίωση-δήλωση" της ανώνυμης εταιρίας "ΦΑΕΘΩΝ ΑΒΕΕ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΚΡΕΑΤΩΝ", που είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί η αναιρεσίβλητη και β) ότι παραβίασε τις διατάξεις του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Ως προς την πρώτη αιτίαση, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί απαραδέκτου των ως άνω αποδεικτικών μέσων ισχυρισμός προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο, σε κάθε περίπτωση η άνω αιτίαση είναι αβάσιμη, αφού κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδαφ. α ΚΠολΔ τα ανωτέρω έγγραφα αποτελούν επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα.
Και ως προς τη δεύτερη αιτίαση, διότι ο αναιρεσείων αρκείται σε στερεότυπη επανάληψη του σχετικού λόγου αναιρέσεως, χωρίς να καθορίζει ποιό είναι το αποδεικτικό μέσο, ποιος είναι ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε, ποιά είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποιό είναι το σχετικό σφάλμα του δικαστηρίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθμ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη απ' αυτές λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή, σε αποδεικτικό κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ έγγραφο αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, στη συνέχεια δε καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεώς του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν το δικαστήριο έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή μή του αποδεικτέου γεγονότος.
Επομένως, η με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προβαλλόμενη αιτίαση της παραμορφώσεως του από 30 Μαϊου 2002 προγράμματος του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού, με το οποίο επιχορηγήθηκαν επιχειρήσεις για την απασχόληση ανέργων του έτους 2002 και μετέπειτα στην περιοχή του Σιδηροκάστρου του Νομού Σερρών, είναι απαράδεκτος διότι το Εφετείο όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, συνεκτίμησε, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, το ως άνω πρόγραμμα του ΟΑΕΔ και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την εν μέρει αβασιμότητα της ένδικης αγωγής.
Οι με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ . 1 εδαφ. β΄ και 8 ΚΠολΔ, προβαλλόμενες αιτιάσεις της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, λόγω της παραβλέψεως του γεγονότος ότι και αν ακόμη υπήρχαν κενές θέσεις εργασίας οι εργοδότες θα προτιμούσαν οπωσδήποτε νεότερους και υγιέστερους του αναιρεσείοντος εργαζόμενους και της μη λήψεως υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και συγκεκριμένα της βεβαρημένης υγείας προχωρημένης προχωρημένης ηλικίας του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτες, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους, πλήττουν τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο σχετικά με τη χρονική διάρκεια της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών. Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και να προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα απ' αυτόν ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη ουδέποτε κατάργησε τη θέση φύλακα-νυκτοφύλακα του εργοστασίου της. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η προσβαλλόμενη αιτίαση δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση των σχετικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης και πραγματικό επιχείρημα προς υποστήριξη των απόψεων του αναrρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-4-2005 αίτηση του ........περί αναιρέσεως της 148/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ