Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on contract termination due to economic crisis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Third Instance Court's decision regarding a contract dispute. The appellant argued the lower court failed to apply specific articles of the Civil Code, but the court found the appellate judgment sufficiently reasoned and factually grounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 388 and 288 of the Civil Code; The court held that an appellate judgment is not void for lack of reasoning if it clearly states the facts and applies the law to them, thereby validating the negative finding on contract termination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 73 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 73/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη-Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Α. Π. Δ. Π. Μ. Α. Ε. Ε. Π. Κ. «Ε. και διακριτικό τίτλο «Δ. Α. Π. Δ. Π. Μ. Α..Ε.., που εδρεύει στο …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Αποστολάκη, η οποία ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 27-10-2022 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "N. Σ. Ε. Σ. Κ. Α. Α.Ε.", που εδρεύει στη ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Καλαϊτζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-11-2013 και 10-5-2014 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2514/2018 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτόν καθ' ύλην αναρμόδιο, 5087/2019 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 901/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-7-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "N. Σ. Ε. Σ. Κ. Α. ΑΕ", η οποία δραστηριοποιείται στην εκπόνηση συμβουλευτικών οικονομοτεχνικών μελετών, με την από 11.11.2013 αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εναντίον της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ.
Α. Π. Δ. Π. ΑΕ", ζήτησε την αμοιβή της για έργο που εκτέλεσε και παρέδωσε στην εναγομένη, βάσει σύμβασης παροχής υπηρεσιών που είχε συνάψει με αυτήν, δυνάμει της οποίας της ανέθεσε την εκπόνηση οικονομοτεχνικής μελέτης για την υπαγωγή του αναφερόμενου επενδυτικού της σχεδίου, στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 3908/2011.
Στη συνέχεια, η εναγομένη στην ως άνω αγωγή, με την από 10.05.2014 αντίθετη αγωγή που άσκησε ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι με την εναγομένη (ενάγουσα της α' αγωγής) κατάρτισε σύμβαση παροχής υπηρεσιών, βάσει της οποίας η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση έναντι αμοιβής να της παράσχει συμβουλευτικές υπηρεσίες σχετικά με το αναφερόμενο επενδυτικό της έργο, και την υπαγωγή αυτού στις ευεργετικές διατάζεις του ν. 3908/2011, ζήτησε την ακύρωση του σχετικού όρου της μεταξύ τους σύμβασης για καταβολή της αμοιβής της εναγομένης ως αντίθετου στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, επικουρικώς την αναστολή και όλως επικουρικώς την τροποποίηση αυτού.
Επί των ανωτέρω αγωγών, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2514/14.02.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που αφού συνεκδίκασε αυτές, αντιμωλία των διαδίκων, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην προς εκδίκαση και παρέπεμψε αυτές ενώπιον του αρμόδιου καθ' ύλην, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ακολούθως, οι ένδικες αγωγές επαναφέρθηκαν με κλήση προς συζήτηση ενώπιον του άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, αφού συνεκδίκασε αυτές αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 5087/2019 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε και τις δύο αγωγές, και δη τη μεν πρώτη ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, τη δε δεύτερη ως μη νόμιμη κατά την κύρια και την πρώτη επικουρική της βάση και ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς την δεύτερη επικουρική της βάση.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι διάδικοι τις από 11.06.2019 και 25.07.2019 αντίθετες εφέσεις τους, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 901/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η από 25.07.2019 έφεση (της ενάγουσας στη δεύτερη αγωγή) απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη, ενώ η από 11.06.2019 έφεση έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν και εξαφανίσθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την (πρώτη) από 11-11-2013 αγωγή, αφού κρίθηκε ότι η τελευταία ήταν επαρκώς ορισμένη και συνεπώς εσφαλμένα απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως απαράδεκτη.
Ακολούθως δικάσθηκε η υπόθεση, κρίθηκε νόμιμη η άνω αγωγή κατά την κύρια βάση της και έγινε δεκτή τελικά, κατά τη βάση αυτή, και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 222.600 ευρώ, ως αμοιβή της για το εκτελεσθέν από αυτήν έργο.
Την απόφαση αυτή προσβάλλει η τελευταία με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), οι οποίοι αφορούν μόνο την ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη αγωγή.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.
Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν (αγωγή) των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξή του αιτήματος της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια και κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 286/2020, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 387/2015).
Τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ` εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου.
Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 του ΑΚ τη συμφωνημένη αμοιβή του (ΑΠ 139/2021, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 1142/2019).
Η αμοιβή του εργολάβου μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς ή και να μείνει ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της, οπότε θα προσδιορισθεί κατά τα άρθρ. 371-373 ΑΚ (ΑΠ 1454/2022, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 1487/2017). Συνακόλουθα, η αγωγή, με την οποία ο εργολάβος ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, είναι ορισμένη, κατά τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και το άρθρο 216 ΚΠολΔ, όταν σ` αυτή περιγράφεται το έργο που συμφωνήθηκε, προσδιορίζεται το είδος και το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής και αναφέρεται ότι το έργο εκτελέσθηκε με τον προσήκοντα τρόπο και παραδόθηκε στον εργοδότη (ΑΠ 1454/2022, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 703/2019, ΑΠ 1287/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, που δραστηριοποιείται στην εκπόνηση συμβουλευτικών οικονομοτεχνικών μελετών, εξέθετε ότι, στο πλαίσιο της ως άνω δραστηριότητά της, συνήψε στην Αθήνα με την εναγόμενη το από 18-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η τελευταία της ανέθεσε: 1) την υποβολή αίτησης υπαγωγής του αναφερόμενου επενδυτικού της σχεδίου καθώς και την κατάθεση του σχετικού φακέλου προς τις αρμόδιες υπηρεσίες για τη δημιουργία αιολικού πάρκου ισχύος 12 ΜW στη θέση ...
του Δήμου ... του Νομού …, και 2) τη συνολική διαχείριση του επενδυτικού έργου της εναγομένης, που περιλάμβανε δύο στάδια, α) το πρώτο μέρος της διαχείρισης, που άρχιζε από τη κατάθεση του φακέλου και την λήψη του αριθμού πρωτοκόλλου μέχρι την έγκριση του επενδυτικού σχεδίου και την γνωστοποίηση του ύψους της επιχορήγησης και β) το δεύτερο μέρος της διαχείρισης, που άρχιζε από την έγγραφη ενημέρωση της ενάγουσας από την εναγομένη περί της επιθυμίας της τελευταίας για το χρόνο έναρξης των δαπανών των σχετικών με το επενδυτικό έργο μέχρι την εκταμίευση από την εναγομένη και της τελευταίας δόσης της επιχορήγησης και την πιστοποίηση της ολοκλήρωσης του επενδυτικού έργου από τις αρμόδιες αρχές.
Ότι η αμοιβή της συμφωνήθηκε στο ποσό των 5.000 ευρώ για τις υπηρεσίες της μέχρι την ολοκλήρωση του πρώτου μέρους της διαχείρισης του επενδυτικού έργου, και επιπλέον αυτού ότι συμφωνήθηκε να λάβει και ποσό ίσο με ποσοστό 2,80 % επί του ποσού της εγκριθείσης επιχορήγησης, εντός 5 ημερών από την είσπραξη της προκαταβολής της επιχορήγησης ή από την εκχώρησή της σε τραπεζικό ίδρυμα, ενώ σε περίπτωση που δεν λάβει την προκαταβολή ή δεν προχωρήσει στην εκχώρηση αυτής προς τη τράπεζα ή δεν επιθυμεί την υλοποίηση του έργου, συμφωνήθηκε να λάβει την ανωτέρω αμοιβή της, εντός 6 μηνών από τη λήψη της εγκριτικής απόφασης.
Ότι σε εκτέλεση του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού υπέβαλε την με αριθ. πρωτ. .../31.5.2011 αίτηση υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης μετά του σχηματισθέντος σχετικού φακέλου της επένδυσης στο αρμόδιο Υπουργείο και ήταν συνεχώς σε επαφή με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου κατά τη διαδικασία της επενδυτικής πρότασης.
Ότι οι υπηρεσίες του Υπουργείου έκαναν θετική αξιολόγηση επί της πρότασης αυτής και τελικά εγκρίθηκε η ένταξη του κατατεθειμένου επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης στις ευεργετικές διατάξεις του επενδυτικού Ν. 3908/2011, για επένδυση συνολικού ποσού 15.900.000 ευρώ, με ποσοστό επιχορήγησης 50% της επένδυσης, ήτοι με ποσό 7.950.000 ευρώ.
Ότι με την έκδοση της σχετικής εγκριτικής απόφασης και την ειδοποίηση της εναγομένης από τη σχετική υπηρεσία του αρμόδιου Υπουργείου περαιώθηκε το πρώτο μέρος της διαχείρισης και συνεπώς έπρεπε να της καταβληθεί η συμφωνηθείσα αμοιβή της, δηλαδή το ποσό των 5.000 ευρώ για την κατάθεση της αίτησης μετά του σχετικού φακέλου και το ποσό των (15.900.000 Χ 50% = 7.950.000 Χ 2,80%) 222.600 ευρώ για την εγκριθείσα επιχορήγηση.
Ότι η εναγομένη της κατέβαλε μόνο το ποσό των 5.000 ευρώ και της οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 222.600 ευρώ, που έπρεπε να της καταβληθεί το αργότερο εντός έξι μηνών από τη λήψη της εγκριτικής απόφασης, αφού αυτή εκτέλεσε νομίμως και προσηκόντως το έργο που της ανατέθηκε, με την εκπόνηση της σχετικής μελέτης, κατάθεση του σχετικού φακέλου, εποπτεία και παρακολούθηση μέχρι την εγκριτική απόφαση.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 222.600 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το χρόνο υπερημερίας της. Η αγωγή αυτή υπό το ως άνω περιεχόμενο της, είναι πλήρης και επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα στοιχεία, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αναγκαία για τη νομική θεμελίωση του αιτήματός της περί καταβολής της οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής και δη την καταρτισθείσα έγγραφη σύμβαση και τους όρους της, το έργο που συμφωνήθηκε να εκτελεσθεί, το είδος, το ύψος και τον χρόνο καταβολής της αμοιβής που συμφωνήθηκε, ήτοι κατά τον προβλεπόμενο στον σχετικό συμβατικό όρο τρόπο, την προσήκουσα εκτέλεση του έργου και την παράδοση αυτού στην εναγομένη-εργοδότρια.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να παρατίθενται περαιτέρω πραγματικά περιστατικά και δη ανάλυση των επί μέρους παρασχεθεισών υπηρεσιών/εργασιών, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), με την επωνυμία "N. Σ. Ε. Σ. Κ. Α. Α.Ε" και τον τίτλο "N. Σ. Α.
A.E", ασχολείται με την εκπόνηση συμβουλευτικών οικονομοτεχνικών μελετών, συμβουλευτικών παροχών επί επενδυτικών και επιχειρησιακών έργων και διαχείριση αυτών τόσο για προσωπικές όσο και για κεφαλαιουχικές εταιρίες και επιχειρήσεις. Η εναγομένη (αναιρεσείουσα), ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δ. Α.
Π. Δ. Π. A.E.", δραστηριοποιείται στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και αποτελεί θυγατρική εταιρεία της εταιρείας "Δ. Τ. Α.Ε.". Στο πλαίσιο της ανωτέρω δραστηριότητάς της η εναγομένη επιθυμούσε το επενδυτικό της σχέδιο κατασκευής αιολικού πάρκου, ισχύος 12 MW στη θέση ... του Δήμου ... του Νομού ….., να υπαχθεί στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 3908/2011, με σκοπό να επιχορηγηθεί αυτό (το έργο) με το 50% της επένδυσης.
Για το λόγο αυτό, στις 18-5-2011, υπέγραψε με την ενάγουσα έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, βάσει του οποίου η ενάγουσα ανέλαβε να εκτελέσει το ακόλουθο έργο: 1) την υποβολή αίτησης, περί υπαγωγής του ανωτέρω επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης, στις διατάξεις του ν. 3908/2011 καθώς και την κατάθεση πλήρους φακέλου, προς τις αρμόδιες κατά το νόμο υπηρεσίες, 2) τη συνολική διαχείριση του υποβληθέντος φακέλου και τη διαχείριση του επενδυτικού έργου της εναγόμενης.
Η φάση αυτή του έργου είχε δύο στάδια: Α) το πρώτο στάδιο, ήτοι αυτό της διαχείρισης του φακέλου, ξεκινούσε μετά τη λήψη σχετικού αριθμού πρωτοκόλλου από την αρμόδια υπηρεσία και έληγε με την οριστικοποίηση του ύψους του επενδυτικού έργου και την λήψη επίσημης κατά το νόμο ειδοποίησης σχετικά με την έγκριση του επενδυτικού σχεδίου και το οριστικό ύψος αυτού από τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Οι παρεχόμενες υπηρεσίες κατά τη φάση αυτή συμφωνήθηκαν ότι θα ήταν: α) παρακολούθηση της πορείας αξιολόγησης του φακέλου και υποβολή τυχόν πρόσθετων διευκρινήσεων - πάντα σε συνεργασία με στελέχη του Εργοδότη - οι οποίες θα ζητηθούν από την αρμόδια υπηρεσία, β) υποβολή τυχόν ενστάσεων εφόσον απαιτηθούν, γ) ενημέρωση και καθοδήγηση του Εργοδότη σε όλα τα στάδια αξιολόγησης του φακέλου μέχρι τον οριστικό καθορισμό του ύψους της επένδυσης και την τελική έγκριση του επενδυτικού σχεδίου, ....
Η αμοιβή για τις ανωτέρω παρεχόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας, περιλαμβάνεται στο άρθρο τρία (3) του από 18-5-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού με το οποίο και συμφωνήθηκε ως εξής: 1) ως προς την αίτηση υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου και την κατάθεση του απαιτούμενου φακέλου στην αρμόδια κατά το Νόμο Υπηρεσία, στο ποσό των 5.000,00 ευρώ, 2) σε περίπτωση λήψης επίσημης έγκρισης του επενδυτικού σχεδίου τότε, και μόνο τότε, θα καταβαλλόταν από την εναγομένη (Εργοδότη) στην ενάγουσα (Ανάδοχο) ποσό ίσο με 2,80% επί της συνολικής ενίσχυσης (επιχορήγηση) του επενδυτικού σχεδίου.
Το ανωτέρω ποσό θα καταβαλλόταν το αργότερο εντός 5 ημερών από την είσπραξη της προκαταβολής της επιχορήγησης ή από την εκχώρηση αυτής σε τραπεζικό ίδρυμα. Σε περίπτωση που ο Εργοδότης δεν λάμβανε την προκαταβολή, είτε δεν προχωρούσε στην εκχώρηση της επιχορήγησης σε τραπεζικό ίδρυμα, είτε επίσης δεν επιθυμούσε την υλοποίηση του εγκεκριμένου επενδυτικού σχεδίου, η αμοιβή προς την ενάγουσα θα καταβαλλόταν το αργότερο εντός 6 μηνών από λήψη της εγκριτικής απόφασης επενδυτικού σχεδίου, ...
Ρητά συμφωνήθηκε ότι εφόσον η εναγομένη δεν τηρούσε τους όρους περί αμοιβής της ανά φάση πληρωμής, θα διακόπτονταν με αποκλειστική της ευθύνη οι παρεχόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας, η οποία διατήρησε κάθε νόμιμο δικαίωμά της επί των αναγραφόμενων ως ανωτέρω αμοιβών της. Σε εκτέλεση του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, η ενάγουσα, κατέθεσε την με αριθμό πρωτοκόλλου .../31-05-2011 αίτηση υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης μετά του σχηματισθέντος από αυτήν οργανωμένου σχετικού φακέλου της επένδυσης, στο αρμόδιο Υπουργείο Οικονομίας Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και ήταν συνεχώς σε επαφή με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου κατά την διαδικασία αξιολόγησης της επενδυτικής πρότασης.
Ακολούθως, κι επειδή σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του από 18-5-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, η αμοιβή της ενάγουσας, για τις ανωτέρω υπηρεσίες της, ανερχόταν στο ποσό των 5.000,00 ευρώ, αυτό το ποσό καταβλήθηκε από την εναγομένη στην ενάγουσα, κατά τα συμφωνηθέντα. Μετά την κατάθεση της αίτησης και την υποβολή του σχετικού φακέλου, οι υπηρεσίες του Υπουργείου Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας έκαναν θετική αξιολόγηση επί της πρότασης αυτής την 28-7-2011 και με την με αριθμό …..
απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ενέκριναν την ένταξη του κατατεθειμένου επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης, στις ευεργετικές διατάξεις του Επενδυτικού Νόμου 3908/2011, για επένδυση συνολικού ποσού 15.900.000,00 ευρώ, με ποσοστό ενίσχυσης της επένδυσης κατά 50% δηλαδή αποφασίστηκε να δοθεί στην εναγομένη, με την μορφή επιχορήγησης και φορολογικής απαλλαγής, συνολικό ποσό ενίσχυσης ύψους (15.900.000,00 ευρώ Χ 50%) 7.950.000,00 ευρώ.
Η ως άνω εγκριτική απόφαση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της κυβέρνησης (ΦΕΚ-Αρ. Φύλλου 292- Μέρος Δεύτερο) την 13-02-2012. Με την έκδοση της ως άνω εγκριτικής απόφασης και την άμεση ειδοποίηση της εναγομένης την 30-12-2011 ... από την σχετική αρμόδια υπηρεσία του ως άνω υπουργείου, περαιώθηκε, σύμφωνα με το από 18-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, το πρώτο μέρος διαχείρισης ήτοι διαχείριση φακέλου και έγκριση επενδυτικού έργου της εναγομένης.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 του από 18-5-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, η αμοιβή της ενάγουσας, για τις ανωτέρω υπηρεσίες της, δηλαδή, σε περίπτωση λήψης επίσημης έγκρισης του επενδυτικού σχεδίου, τότε και μόνο τότε, θα έπρεπε να της καταβάλει η εναγομένη ποσό ίσο με 2,80% επί της συνολικής ενίσχυσης (επιχορήγηση) του επενδυτικού σχεδίου.
Συγκεκριμένα, με βάση τα ανωτέρω, η αμοιβή της ενάγουσας, για το πρώτο μέρος της διαχείρισης που ολοκληρώθηκε με την έγκριση της προαναφερόμενης εγκριτικής απόφασης, περί υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης στον επενδυτικό νόμο 3908/2011, ανερχόταν στο ποσό των 222.600,00 ευρώ (15.900.000,00 εγκεκριμένος προϋπολογισμός Χ (50% ποσοστό επιχορήγησης ήτοι 7.950.000,00 ευρώ) X 2,80% ποσοστό αμοιβής της).
Όπως προαναφέρθηκε το ανωτέρω ποσό έπρεπε να καταβληθεί το αργότερο εντός 5 ημερών από την είσπραξη της προκαταβολής της επιχορήγησης ή από την εκχώρηση αυτής σε τραπεζικό ίδρυμα, ενώ σε περίπτωση που η εναγομένη δεν ελάμβανε την προκαταβολή, είτε δεν προχωρούσε στην εκχώρηση της επιχορήγησης σε τραπεζικό ίδρυμα, είτε επίσης δεν επιθυμούσε την υλοποίηση του εγκεκριμένου επενδυτικού σχεδίου, η αμοιβή προς την ενάγουσα έπρεπε να καταβληθεί το αργότερο εντός 6 μηνών από τη λήψη της εγκριτικής απόφασης επενδυτικού σχεδίου ήτοι 6 μήνες από την 31-2-2012.
Επειδή, όπως αποδείχθηκε, εκτελέσθηκαν, όπως έπρεπε και σύμφωνα με το από 18-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, όλες οι παρεχόμενες από την ενάγουσα υπηρεσίες μέχρι και την ολοκλήρωση του πρώτου μέρους διαχείρισης του φακέλου του επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης, η τελευταία κατέβαλε σε αυτήν, μόνο το ποσό των 5.000 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αμοιβή της ενάγουσας, για την κατάθεση της αίτησης υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης μετά του σχηματισθέντος από αυτήν οργανωμένου σχετικού φακέλου της επένδυσης και αρνείται να καταβάλει την αμοιβή αυτής, για τις υπηρεσίες της κατά το πρώτο στάδιο της διαχείρισης του φακέλου, που εκίνησε με τη λήψη σχετικού αριθμού πρωτοκόλλου από την αρμόδια υπηρεσία και έληξε με την ειδοποίηση σχετικά με την έγκριση του επενδυτικού σχεδίου και το οριστικό ύψος της επένδυσης από τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Ειδικότερα, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η επίδικη αμοιβή (2,80% της ενίσχυσης) όφειλε να καταβληθεί στην ενάγουσα, μόνο εάν είχε εν όλω εκτελεστεί από αυτήν και παραδοθεί το αργότερο έως την έκδοση της εγκριτικής απόφασης το τμήμα του έργου που αφορούσε το πρώτο στάδιο της διαχείρισης, ήτοι της διαχείρισης του φακέλου, κατά το οποίο θα έπρεπε η ενάγουσα να προβεί σε α) παρακολούθηση της πορείας αξιολόγησης του φακέλου και υποβολή τυχόν πρόσθετων διευκρινήσεων πάντα σε συνεργασία με στελέχη του Εργοδότη - οι οποίες θα εζητούντο από την αρμόδια υπηρεσία, β) υποβολή τυχόν ενστάσεων εφόσον απαιτηθούν, και γ) ενημέρωση και καθοδήγηση του Εργοδότη σε όλα τα στάδια αξιολόγησης του φακέλου μέχρι τον οριστικό καθορισμό του ύψους της επένδυσης και την τελική έγκριση του επενδυτικού σχεδίου, ενέργειες που όμως η ενάγουσα, ουδέποτε εκτέλεσε, γι αυτό και η τελευταία (ενάγουσα) δεν δικαιούται, να ζητεί αμοιβή για έργο που δεν εκτέλεσε, αντιθέτως δε αυτή (εναγομένη) έχει δικαίωμα να αρνηθεί την αιτούμενη αμοιβή κατ άρθρο 374 ΑΚ.
Οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εναγομένης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθόσον, όπως προκύπτει από το από 18-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό και συγκεκριμένα από το άρθρο 3 παρ. 2 αυτού, για το κόστος των παρεχόμενων από την ενάγουσα υπηρεσιών της πρώτης φάσης της διαχείρισης φακέλου συμφωνήθηκε ρητά ότι: "Σε περίπτωση λήψης επίσημης έγκρισης του επενδυτικού σχεδίου τότε, και μόνον τότε, θα καταβληθεί από τον Εργοδότη στην ανάδοχο ποσό ίσο με 2,80% επί της συνολικής ενίσχυσης (επιχορήγηση, φορολογική απαλλαγή και επιδότηση χρηματοδοτικής μίσθωσης) του επενδυτικού σχεδίου.
Το ανωτέρω ποσό καταβάλλεται στην ανάδοχο το αργότερο εντός 5 ημερών από την είσπραξη της προκαταβολής της επιχορήγησης ή από την εκχώρηση αυτής σε τραπεζικό ίδρυμα. Σε περίπτωση που ο Εργοδότης δεν λάβει την προκαταβολή, είτε δεν προχωρήσει στην εκχώρηση της επιχορήγησης σε τραπεζικό ίδρυμα, είτε επίσης δεν επιθυμεί την υλοποίηση του εγκεκριμένου επενδυτικού σχεδίου, η αμοιβή προς την Ανάδοχο, καταβάλλεται το αργότερο εντός 6 μηνών από τη λήψη της εγκριτικής απόφασης του επενδυτικού σχεδίου".
Από τα ανωτέρω συμφωνηθέντα, αποδεικνύεται αναμφίβολα, ότι ουδόλως συνδέθηκε η επίδικη αμοιβή της ενάγουσας, από την εκτέλεση των τυχόν πρόσθετων διευκρινήσεων ή τυχόν πρόσθετων ενστάσεων, κατά το στάδιο του έργου της διαχείρισης του φακέλου. Η μοναδική αναβλητική αίρεση για την λήψη της αμοιβής της ενάγουσας, συμφωνήθηκε ότι θα ήταν "η έκδοση της εγκριτικής απόφασης", με την έκδοση της οποίας και θα είχε αυτόματα αξίωση για την αμοιβή της.
Επιπροσθέτως, από κανένα σημείο του ως άνω συμφωνητικού (Άρθρο 3.2) δεν εξαρτιόταν η λήψη της αμοιβής της ενάγουσας, από την λήψη της επιχορήγησης της αντιδίκου ανεξαρτήτου υπαιτιότητας αυτής ή από συγκεκριμένο αριθμό εργασιών ή ενστάσεων που θα έπρεπε αυτή να υποβάλει. Συνακολούθως, σύμφωνα με το προσαγόμενο από 18-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό και συγκεκριμένα με το άρθρο 3 παρ. 2 αυτού, αναφορικά με την αμοιβή της ενάγουσας, για το πρώτο μέρος της διαχείρισης του υποβληθέντος φακέλου, που ολοκληρώθηκε με την έκδοση της προαναφερόμενης εγκριτικής απόφασης υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης στον επενδυτικό νόμο 3908/2011, συμφωνήθηκε κατά τα ως άνω να καταβληθεί σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός 6 μηνών από τη λήψη της εγκριτικής απόφασης του επενδυτικού σχεδίου ανεξαρτήτως υλοποίησης ή μη αυτού (επενδυτικού έργου).
Άλλωστε, επί έξι μήνες από την υποβολή του φακέλου του επενδυτικού έργου μέχρι και την τελική έγκρισή του, ήτοι ενόσω διαρκούσε η διαδικασία αξιολόγησης της επενδυτικής πρότασης, όπως αποδείχθηκε, η ενάγουσα, ήταν συνεχώς σε επαφή με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας & Ναυτιλίας, ενώ παράλληλα, από την ημερομηνία υποβολής του επενδυτικού σχεδίου, μέχρι και την λήψη της εγκριτικής απόφασης, είχαν πραγματοποιηθεί τόσο συναντήσεις με τους αρμόδιους φορείς όσο και συχνές τηλεφωνικές επικοινωνίες ενημέρωσης με την εναγομένη...
Η εναγομένη, ισχυρίζεται επίσης ότι δεν ευθύνεται αυτή για τη μη λήψη της εγκριθείσας επιχορήγησης, αφού αυτή υπέβαλε σχετική αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία, πλην ποτέ δεν έλαβε απάντηση, λόγω περικοπών από την πολιτεία του προγράμματος των ΑΠΕ. Ο ως άνω ισχυρισμός αλυσιτελώς προβάλλεται καθόσον όπως προαναφέρθηκε, η αμοιβή της ενάγουσας, βάσει του από 18-5-2011 συμφωνητικού, δεν τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της εκταμίευσης της επιχορήγησης, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας η μη της εναγομένης...Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, επειδή σύμφωνα με το από 18-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό και συγκεκριμένα το άρθρο 3 παρ. 2 αυτού, αναφορικά με την αμοιβή της ενάγουσας, για το πρώτο μέρος της διαχείρισης που ολοκληρώθηκε με την έγκριση της προαναφερόμενης εγκριτικής απόφασης υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης στον επενδυτικό νόμο 3908/2011, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, να καταβληθεί αυτή (αμοιβή) σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός 6 μηνών από λήψη της εγκριτικής απόφασης του επενδυτικού σχεδίου ανεξαρτήτως της λήψης προκαταβολής από τον εργοδότη ή της εκχώρησης απ' αυτόν της επιχορήγησης σε τραπεζικό ίδρυμα, η δε εναγομένη αρνείται αδικαιολόγητα να καταβάλει το υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής της ενάγουσας, συνολικού ποσού 222.600,00 ευρώ για το εκτελεσθέν και παραληφθέν από αυτήν έργο, η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό, με το νόμιμο τόκο ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε και ως ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά την κύρια βάση της, και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 222.600 ευρώ, ως υπόλοιπο της άνω εργολαβικής αμοιβής της για το εκτελεσθέν και παραληφθέν από αυτήν έργο.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άνω διατάξεων των άρθρων 681 και 694 του ΑΚ, προκειμένου να δικαιολογείται η παραδοχή της ένδικης αγωγής ως προς το προαναφερόμενο αίτημά της.
Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο: α) ότι στις 18-5-2011 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικό συμφωνητικό, βάσει του οποίου η ενάγουσα ανέλαβε να εκτελέσει το συμφωνηθέν έργο, που περιλάμβανε την υποβολή αίτησης, περί υπαγωγής του ανωτέρω επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης στις διατάξεις του ν. 3908/2011, και την κατάθεση πλήρους φακέλου, προς τις αρμόδιες κατά το νόμο υπηρεσίες, καθώς και τη συνολική διαχείριση του υποβληθέντος φακέλου και τη διαχείριση του επενδυτικού έργου της εναγόμενης, β) ότι η δεύτερη φάση του έργου είχε δύο στάδια, το πρώτο των οποίων, ήτοι αυτό της διαχείρισης του φακέλου, ξεκινούσε μετά τη λήψη σχετικού αριθμού πρωτοκόλλου από την αρμόδια υπηρεσία και έληγε με την οριστικοποίηση του ύψους του επενδυτικού έργου και την λήψη επίσημης κατά το νόμο ειδοποίησης σχετικά με την έγκριση του επενδυτικού σχεδίου και το οριστικό ύψος αυτού από τις αρμόδιες υπηρεσίες, γ) ότι οι παρεχόμενες υπηρεσίες κατά τη φάση αυτή θα ήταν η παρακολούθηση της πορείας αξιολόγησης του φακέλου και υποβολή τυχόν πρόσθετων διευκρινήσεων, η υποβολή τυχόν ενστάσεων εφόσον απαιτηθούν, και η ενημέρωση και καθοδήγηση του Εργοδότη σε όλα τα στάδια αξιολόγησης του φακέλου μέχρι τον οριστικό καθορισμό του ύψους της επένδυσης και την τελική έγκριση του επενδυτικού σχεδίου, δ) ότι ως αμοιβή συμφωνήθηκε να λάβει η ενάγουσα το ποσό των 5.000 ευρώ για την αίτηση υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου και την κατάθεση του απαιτούμενου φακέλου στην αρμόδια υπηρεσία, ενώ, σε περίπτωση λήψης επίσημης έγκρισης του επενδυτικού σχεδίου, συμφωνήθηκε να λάβει ποσό ίσο με 2,80% επί της συνολικής ενίσχυσης (επιχορήγηση) του επενδυτικού σχεδίου, το οποίο θα καταβαλλόταν, σε περίπτωση που η εναγόμενη εργοδότρια δεν λάμβανε την προκαταβολή, είτε δεν προχωρούσε στην εκχώρηση της επιχορήγησης σε τραπεζικό ίδρυμα, είτε επίσης δεν επιθυμούσε την υλοποίηση του εγκεκριμένου επενδυτικού σχεδίου, το αργότερο εντός 6 μηνών από λήψη της εγκριτικής απόφασης επενδυτικού σχεδίου, ε) ότι σε εκτέλεση του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, η ενάγουσα κατέθεσε την με αριθμό πρωτοκόλλου .../31-05-2011 αίτηση υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης μετά του σχηματισθέντος από αυτήν οργανωμένου σχετικού φακέλου της επένδυσης, στο αρμόδιο Υπουργείο Οικονομίας Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και ήταν συνεχώς σε επαφή με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου κατά την διαδικασία αξιολόγησης της επενδυτικής πρότασης, στ) ότι οι υπηρεσίες του Υπουργείου Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας έκαναν θετική αξιολόγηση επί της σχετικής πρότασης την 28-7-2011 και με την αναφερόμενη απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ενέκριναν την ένταξη του κατατεθειμένου επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης στις ευεργετικές διατάξεις του Επενδυτικού Νόμου 3908/2011, για επένδυση συνολικού ποσού 15.900.000 ευρώ, με ποσοστό ενίσχυσης της επένδυσης κατά 50%, δηλαδή αποφασίστηκε να δοθεί στην εναγομένη, με την μορφή επιχορήγησης και φορολογικής απαλλαγής, συνολικό ποσό ενίσχυσης ύψους 7.950.000 ευρώ, ζ) ότι με την έκδοση της ως άνω εγκριτικής απόφασης και την άμεση ειδοποίηση της εναγομένης την 30-12-2011 από την σχετική αρμόδια υπηρεσία του ως άνω υπουργείου, περαιώθηκε, σύμφωνα με το από 18-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, το πρώτο μέρος διαχείρισης ήτοι διαχείριση φακέλου και έγκριση επενδυτικού έργου της εναγομένης, η) ότι με βάση τα ανωτέρω, η αμοιβή της ενάγουσας, για το πρώτο μέρος της διαχείρισης που ολοκληρώθηκε με την έγκριση της προαναφερόμενης εγκριτικής απόφασης, περί υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης στον επενδυτικό νόμο 3908/2011, ανερχόταν στο ποσό των (15.900.000 εγκεκριμένος προϋπολογισμός Χ 50% ποσοστό επιχορήγησης = 7.950.000 ευρώ X 2,80% ποσοστό αμοιβής της) 222.600 ευρώ, η οποία έπρεπε να καταβληθεί το αργότερο εντός 6 μηνών από τη λήψη της εγκριτικής απόφασης επενδυτικού σχεδίου, θ) ότι, ενώ εκτελέσθηκαν, όπως έπρεπε και σύμφωνα με το από 18-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, όλες οι παρεχόμενες από την ενάγουσα υπηρεσίες μέχρι και την ολοκλήρωση του πρώτου μέρους διαχείρισης του φακέλου του επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης, η τελευταία κατέβαλε σε αυτήν, μόνο το ποσό των 5.000 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αμοιβή της ενάγουσας για την κατάθεση της αίτησης υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης μετά του σχηματισθέντος από αυτήν οργανωμένου σχετικού φακέλου της επένδυσης και αρνείται να καταβάλει την αμοιβή αυτής για τις υπηρεσίες της κατά το πρώτο στάδιο της διαχείρισης του φακέλου, που εκίνησε με τη λήψη σχετικού αριθμού πρωτοκόλλου από την αρμόδια υπηρεσία και έληξε με την ειδοποίηση σχετικά με την έγκριση του επενδυτικού σχεδίου και το οριστικό ύψος της επένδυσης από τις αρμόδιες υπηρεσίες, ι) ότι ουδόλως συνδέθηκε η επίδικη αμοιβή της ενάγουσας από την εκτέλεση των τυχόν πρόσθετων διευκρινήσεων ή τυχόν πρόσθετων ενστάσεων, κατά το στάδιο του έργου της διαχείρισης του φακέλου, η μόνη δε αναβλητική αίρεση για την λήψη της αμοιβής της ενάγουσας, συμφωνήθηκε ότι θα ήταν η έκδοση της εγκριτικής απόφασης, με την έκδοση της οποίας και θα είχε αυτόματα αξίωση για την αμοιβή της, και ια) ότι, επιπροσθέτως, από κανένα σημείο του ως άνω συμφωνητικού δεν εξαρτιόταν η λήψη της αμοιβής της ενάγουσας, από την λήψη της επιχορήγησης της αντιδίκου ανεξαρτήτου υπαιτιότητας αυτής ή από συγκεκριμένο αριθμό εργασιών ή ενστάσεων που θα έπρεπε αυτή να υποβάλει, με συνέπεια να οφείλει η εναγομένη το άνω ποσό των 226.000 ευρώ.
Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και δη δεν απαιτείτο να διαλαμβάνεται: 1) σε ποιες συγκεκριμένες εργασίες, υπηρεσίες και έργα συνίστατο το έργο που ανέλαβε η ενάγουσα από τη λήψη αριθμού πρωτοκόλλου έως την έγκριση του επενδυτικού σχεδίου, ιδίως κατά το μέρος που δεν αφορούσε πρόσθετες διευκρινίσεις ή ενστάσεις, 2) αν υπήρξε οποιαδήποτε αξιολόγηση του επενδυτικού σχεδίου, κατά το άνω διάστημα και κατά ποια στάδια ή επιμέρους διαστήματα έλαβε χώρα η οποιαδήποτε διαδικασία αξιολόγησης και ποιες υπηρεσίες ή φορείς ενεπλάκησαν σ' αυτή, και 3) ποιες συγκεκριμένες εργασίες, υπηρεσίες και επί μέρους έργα πράγματι εκτέλεσε η εναγομένη κατά το άνω διάστημα, αφού η αμοιβή της ενάγουσας συνδέθηκε αποκλειστικά με τη λήψη της εγκριτικής απόφασης του επενδυτικού σχεδίου ανεξαρτήτως υλοποίησης ή μη αυτού, πέραν του ότι αναφέρεται στην προσβαλλόμενη ότι η ενάγουσα επί έξι μήνες από την υποβολή του φακέλου του επενδυτικού έργου μέχρι και την τελική έγκρισή του, ήτοι ενόσω διαρκούσε η διαδικασία αξιολόγησης της επενδυτικής πρότασης, ήταν συνεχώς σε επαφή με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας & Ναυτιλίας, ενώ παράλληλα, από την ημερομηνία υποβολής του επενδυτικού σχεδίου, μέχρι και την λήψη της εγκριτικής απόφασης, είχαν πραγματοποιηθεί τόσο συναντήσεις με τους αρμόδιους φορείς όσο και συχνές τηλεφωνικές επικοινωνίες ενημέρωσης με την εναγομένη.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις περί έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στην σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται ρητά στην απόφαση είτε να προκύπτει έμμεσα από αυτήν, γεγονός που συμβαίνει όταν, καίτοι δεν γίνεται ρητή αναφορά για διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ή ακόμη περιέχεται ρητή αναφορά ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία, το δικαστήριο προχωρεί σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία ερμηνεία αποκαλύπτεται ότι αυτό αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων που το υποχρέωσαν να προβεί στην ερμηνευτική αναζήτησή της.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά την άμεση ή έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ως προς την έννοια δικαιοπρακτικής δηλώσεως, δεν προσφεύγει σ` αυτές, για να αναζητήσει και να διαπιστώσει την αληθινή έννοιά της ή για να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μέσω της ερμηνείας κατέληξε, δεν συμφωνεί με τα κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 912/2021, ΑΠ 898/2019).
Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1597/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, μολονότι διαπίστωσε αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων ως προς το περιεχόμενο του όρου της σύμβασης που αφορούσε το ληξιπρόθεσμο ή μη της οφειλής, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για την ερμηνεία του κρίσιμου, ασαφούς εν τέλει, όρου της σύμβασης, αλλά ψευδερμηνευτικώς κατέληξε στο πόρισμα ότι δεν εξαρτάτο η αμοιβή της ενάγουσας από τη λήψη της επιχορήγησης και έτσι δεν κατέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες, ενώ δέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς κενά και αμφιβολίες και δη ως προς το αν απαιτούνταν ή μη η ύπαρξη υπαιτιότητας στο πρόσωπό της ως προς τη μη λήψη της επιχορήγησης, άλλως το ψευδερμηνευτικό αυτό πόρισμα στο οποίο κατέληξε δεν είναι σύμφωνο προς αυτά που επιτάσσουν οι κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, άλλως είναι αναιρετέα διότι διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το άνω πόρισμα, χωρίς να εξηγεί αν κατέληξε σ' αυτό εφαρμόζοντας τη σύμβαση ή ερμηνεύοντάς την.
Ωστόσο, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων, που περιέχεται στον προαναφερόμενο επίμαχο όρο, για το απαιτητό και ληξιπρόθεσμο της επίδικης αμοιβής της αναιρεσίβλητης και συνακόλουθα δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, αλλά αντιθέτως, εκτιμώντας το περιεχόμενο του όρου αυτού, δέχθηκε σαφώς, όπως προαναφέρθηκε, α) ότι με το άρθρο 3 παρ. 2 του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού, για το κόστος των παρεχόμενων από την ενάγουσα υπηρεσιών της πρώτης φάσης της διαχείρισης φακέλου, συμφωνήθηκε ρητά ότι: "Σε περίπτωση λήψης επίσημης έγκρισης του επενδυτικού σχεδίου τότε, και μόνον τότε, θα καταβληθεί από τον Εργοδότη στην ανάδοχο ποσό ίσο με 2,80% επί της συνολικής ενίσχυσης (επιχορήγηση, φορολογική απαλλαγή και επιδότηση χρηματοδοτικής μίσθωσης) του επενδυτικού σχεδίου.
Το ανωτέρω ποσό καταβάλλεται στην ανάδοχο το αργότερο εντός 5 ημερών από την είσπραξη της προκαταβολής της επιχορήγησης ή από την εκχώρηση αυτής σε τραπεζικό ίδρυμα. Σε περίπτωση που ο Εργοδότης δεν λάβει την προκαταβολή, είτε δεν προχωρήσει στην εκχώρηση της επιχορήγησης σε τραπεζικό ίδρυμα, είτε επίσης δεν επιθυμεί την υλοποίηση του εγκεκριμένου επενδυτικού σχεδίου, η αμοιβή προς την Ανάδοχο, καταβάλλεται το αργότερο εντός 6 μηνών από τη λήψη της εγκριτικής απόφασης του επενδυτικού σχεδίου", β) ότι με βάση τα άνω συμφωνηθέντα η επίδικη αμοιβή της ενάγουσας δεν συνδέθηκε με την εκτέλεση των τυχόν πρόσθετων διευκρινήσεων ή τυχόν πρόσθετων ενστάσεων, κατά το στάδιο του έργου της διαχείρισης του φακέλου, γ) ότι η μοναδική αναβλητική αίρεση για την λήψη της αμοιβής της ενάγουσας, συμφωνήθηκε ότι θα ήταν η έκδοση της εγκριτικής απόφασης, με την έκδοση της οποίας και θα είχε αυτόματα αξίωση για την αμοιβή της, και δ) ότι η λήψη της αμοιβής της ενάγουσας δεν εξαρτήθηκε από την λήψη της επιχορήγησης της εναγομένης ανεξαρτήτου υπαιτιότητας αυτής ή από συγκεκριμένο αριθμό εργασιών ή ενστάσεων που θα έπρεπε αυτή να υποβάλει.
Ούτε, τέλος, διαπίστωσε το Εφετείο, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας όσον αφορά την ανωτέρω δήλωση βούλησης των διαδίκων ως προς το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό της επίδικης αξίωσης της ενάγουσας και, ως εκ τούτου, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει ούτε και προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων έτσι δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με τη μη εφαρμογή τους.
Επομένως, ο προκείμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Κατά την σαφή έννοια του άρθρου 388 ΑΚ, προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον ένα από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεσθεί, είναι α) η μεταβολή των περιστατικών στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν την σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη από την κατάρτιση της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής.
Επομένως, για να είναι ορισμένος και νόμιμος ο ισχυρισμός που στηρίζεται στην προεκτεθείσα διάταξη, είτε αυτός προβάλλεται με αγωγή, είτε με ανταγωγή, είτε με ένσταση, για να αποκρουσθεί η αγωγή εκτέλεσης της σύμβασης, πρέπει να έχει σαφή και ευσύνοπτη ιστορική βάση, να περιέχει δηλαδή, αναφορά όλων των προαναφερόμενων στοιχείων, που απαιτεί ο νόμος.
Ειδικότερα, τα περιστατικά στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη σύμβαση πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, να αναφέρονται με ακρίβεια σ` αυτό, αλλιώς θα είναι αυτή αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Τέτοια περιστατικά είναι εκείνα τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά ή οικονομικά, εξαιτίας των οποίων επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ώστε ο μεν οφειλέτης, εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε εκτάκτως και απρόοπτα, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί.
Έτσι, γενικής φύσης περιστατικά και ιδίως τυχαία, που συμβαίνουν συνήθως, όπως είναι η αυξομείωση των εισπράξεων μιας επιχείρησης, η αύξηση του κόστους ζωής κλπ, ούτε απρόβλεπτα ούτε έκτακτα μπορούν να χαρακτηρισθούν. Αντίθετα, απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών στις οποίες στηρίχθηκαν τα μέρη μπορεί να αποτελέσει και η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας, όταν είναι έκτακτης φύσης και τόσο μεγάλη, ώστε να υπερβαίνει τις συνήθεις ή λογικά προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας και να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Για να στοιχειοθετηθεί, όμως, περίπτωση εφαρμογής του προαναφερόμενου άρθρου, δεν αρκεί μόνη η κατά τα άνω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, αλλά θα πρέπει να κριθεί σε σχέση και με τις υπόλοιπες συνθήκες και ιδίως, το αναμενόμενο κέρδος από την σύμβαση, την οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών με την σύμβαση και τις υποχρεώσεις προς τρίτους, που εξαρτώνται από τη σύμβαση, έτσι ώστε οι συνέπειες από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας να έγιναν δυσβάστακτες για το ένα των συμβληθέντων μερών και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο, που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, όταν μάλιστα αποφασίζει σύναψη σύμβασης, που πρόκειται να εκτελεσθεί στο μέλλον (ΑΠ 685/2021, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 566/2018, ΑΠ 1592/2014).
Εάν δεν συντρέχει από τις ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ εκείνη της απρόοπτης και ανυπαίτιας μεταβολής των συνθηκών, είναι επιτρεπτή η εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις εφαρμογής αυτού. Η διάταξη του άρθρου αυτού του ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.
Παρέχει δε η εν λόγω διάταξη στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 73/2020).
Τη συνδρομή των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν την εφαρμογή της ως άνω διάταξης οφείλει, για την πληρότητα της αγωγής, να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει ο ενάγων. Ειδικότερα, όταν κατ' εφαρμογή της ως άνω διάταξης ζητείται η μείωση της συμφωνηθείσας παροχής, ο ενάγων οφείλει να περιλάβει στο εισαγωγικό δικόγραφο, πλην άλλων και πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, από την εκτίμηση των οποίων να μπορεί να σχηματισθεί δικανική πεποίθηση ότι το προτεινόμενο από αυτόν χρηματικό αντάλλαγμα είναι εκείνο που αντισταθμίζει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, την αξία της αντιπαροχής (ΑΠ 696/2021, ΑΠ 983/2018, ΑΠ 893/2010).
Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 477/2021, ΑΠ 447/2019).
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας (κύριας και επικουρικής), χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 853/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα προέβαλε, επικουρικά, ενώπιον του Εφετείου, με τις προτάσεις της, την κατ' άρθρο 388 ΑΚ ένσταση περί έκτακτης και απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών, ισχυριζόμενη ότι το ανωτέρω περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης διαμορφώθηκε και συμφωνήθηκε σε χρονική περίοδο, κατά την οποία η αγορά των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας λειτουργούσε υπό κανονικές συνθήκες, ενώ στη συνέχεια οι συνθήκες αυτές ανατράπηκαν κατά τρόπο απρόβλεπτο, καθώς επιβλήθηκε το PSI και το δεύτερο μνημόνιο, που επέφεραν διακοπή των χρηματοδοτήσεων από τις τράπεζες, και το Ελληνικό Δημόσιο έπαυσε ουσιαστικά τη χρηματοδότηση έργων με αντικείμενο την κατασκευή μονάδων παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, όπως το επενδυτικό της σχέδιο.
Επικαλούμενη δε στη συνέχεια ότι υπό το πρίσμα των νέων αυτών οικονομικών συνθηκών, οι οποίες έχουν διαμορφωθεί μέχρι την άσκηση της αγωγής, την εξέλιξη των οποίων αδυνατούσε να προβλέψει, έχει ανατραπεί το δικαιοπρακτικό θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίχτηκε η συμφωνία τους, ζήτησε, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 388 και 288 ΑΚ, α) να τροποποιηθούν - συμπληρωθούν οι όροι της σύμβασης σχετικά με την αμοιβή της ενάγουσας, ώστε να προβλεφθεί ότι αναστέλλεται η υποχρέωσή της προς καταβολή οποιουδήποτε ποσού στην αντίδικό της σε περίπτωση αδυναμίας εξεύρεσης των αναγκαίων κεφαλαίων για την κατασκευή και την λειτουργία του ένδικου αιολικού πάρκου για όσο χρονικό διάστημα διατηρούνται οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά το χρονικό σημείο άσκησης της αγωγής της, και β) σε περίπτωση που εκλείψουν οι συνθήκες αυτές, να αναχθεί η αμοιβή της αντιδίκου της στο μέτρο που αρμόζει και, συγκεκριμένα, για το επίδικο τμήμα αυτής, σε ποσοστό 1% από 2,8 % επί της συνολικής ενίσχυσης κεφαλαίου που θα λάβει η ίδια, και όλως επικουρικώς να αναγνωριστεί, λόγω της μεταβολής των συνθηκών, ότι ουδέν ποσό οφείλει στην αντίδικό της και εντεύθεν ότι ουδέν ποσό πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει σε αυτήν, απορριπτομένης της ένδικης αγωγής της αντιδίκου της.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας, ως αόριστο και σε κάθε περίπτωση ως ουσία αβάσιμο, με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Όσον αφορά τους ανωτέρω ισχυρισμούς της εναγομένης περί εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ, αορίστως προτείνεται η μείωση της αμοιβής της ενάγουσας, στα προτεινόμενα από αυτήν ανωτέρω ποσοστά, κατ' εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ, διότι η εναγομένη δεν περιλαμβάνει για το ορισμένο του ισχυρισμού της, πλην άλλων και πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, από την εκτίμηση των οποίων να μπορεί να σχηματισθεί δικανική πεποίθηση ότι το προτεινόμενο από αυτήν ποσοστό μείωσης της αμοιβής της ενάγουσας, είναι εκείνο που αντισταθμίζει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών την αξία της αντιπαροχής της.
Επιπροσθέτως, ο ως άνω ισχυρισμός είναι και ουσία αβάσιμος, αφού όπως προεκτέθηκε, η μεν οικονομική κρίση υφίστατο ήδη κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης (2011), αφού αυτή είχε ήδη ξεκινήσει από το έτος 2009, η δε εναγομένη μπορούσε να λάβει δάνειο από τραπεζικά ιδρύματα και εγγυητική επιστολή, ώστε να υλοποιήσει, την επένδυση και τα οικονομικά δεδομένα που υπήρχαν κατά τον χρόνο κατάρτισης δεν μεταβλήθηκαν μεταγενέστερα από έκτακτα και απρόβλεπτα γεγονότα και μάλιστα τόσο ώστε να υπερβαίνουν τις συνήθεις ή λογικά προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας, να ανατρέπουν τους υπολογισμούς των μερών και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη.
Με βάση τις ως άνω παραδοχές, δεν συντρέχει, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ούτε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει τη παροχή όπως απαιτούν τα συναλλακτικά ήθη και η καλή πίστη, δεδομένου ότι η ενάγουσα εκπλήρωσε πλήρως την οφειλόμενη παροχή της, την οποία η εναγομένη έλαβε και μπορούσε να χρησιμοποιήσει για τον σκοπό που συνήψε την επίδικη σύμβαση, βαρυνόμενη ακολούθως για την τήρηση των συμφωνηθέντων με την οφειλόμενη αντιπαροχή της, η οποία υπό τα δεδομένα που προεκτέθηκαν, δεν χρήζει επαναπροσδιορισμού, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη".
Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας στο Εφετείο προκύπτει, ότι αυτή προέβαλε κατά τρόπο αόριστο τον παραπάνω ισχυρισμό της, αφού, για τη θεμελίωσή του, δεν ανέφερε συγκεκριμένα δεδομένα, τα οποία της στέρησαν τη δυνατότητα να εκπληρώσει την οφειλή της, ήτοι το αναμενόμενο από την ένδικη σύμβαση κέρδος, την οικονομική κατάσταση των μερών, τις εξυπηρετούμενες ανάγκες τους και τις τυχόν υποχρεώσεις προς τρίτους που εξαρτώνται από τη σύμβαση, έτσι ώστε οι συνέπειες από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας να έγιναν δυσβάστακτες γι' αυτήν και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο, που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, όταν μάλιστα αποφασίζει σύναψη σύμβασης, που πρόκειται να εκτελεσθεί στο μέλλον, ούτε και διέλαβε πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, από την εκτίμηση των οποίων να μπορεί να σχηματισθεί δικανική πεποίθηση ότι το προτεινόμενο από αυτήν ποσοστό μείωσης της αμοιβής της ενάγουσας, είναι εκείνο που αντισταθμίζει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών, την αξία της αντιπαροχής της.
Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως αόριστο, έστω και με εν μέρει διαφορετική (ελλιπή) αιτιολογία, που αντικαθίσταται με αυτήν της παρούσας (άρθρ. 578 ΚΠολΔ), δεν κήρυξε, παρά το νόμο, απαράδεκτο και ο περί του αντιθέτου, αληθώς εκτιμώμενος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1), τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης και δη ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε και κατ' ουσίαν τον άνω ισχυρισμό της. Κατά το σκέλος αυτό ο προκείμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, εφόσον δεν τελεσφόρησε η προσβολή, με το πρώτο σκέλος του αυτού λόγου, της κύριας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία κρίθηκε απορριπτέος ο εν λόγω ισχυρισμός ως αόριστος, η οποία (κύρια αιτιολογία) στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.
Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ` αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 388 και 288 ΑΚ.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα, με τις επιστηρίζουσες την κρίση αυτή ανέλεγκτες παραδοχές α) ότι η οικονομική κρίση υφίστατο ήδη κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης (2011), αφού αυτή είχε ήδη ξεκινήσει από το έτος 2009, β) ότι εναγομένη μπορούσε να λάβει δάνειο από τραπεζικά ιδρύματα και εγγυητική επιστολή, ώστε να υλοποιήσει, την επένδυση, γ) ότι τα οικονομικά δεδομένα που υπήρχαν κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης δεν μεταβλήθηκαν μεταγενέστερα από έκτακτα και απρόβλεπτα γεγονότα και μάλιστα τόσο ώστε να υπερβαίνουν τις συνήθεις ή λογικά προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας, να ανατρέπουν τους υπολογισμούς των μερών και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, και δ) ότι δεν συντρέχει, ούτε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ, δεδομένου ότι η ενάγουσα εκπλήρωσε πλήρως την οφειλόμενη παροχή της, την οποία η εναγομένη έλαβε και μπορούσε να χρησιμοποιήσει για τον σκοπό που συνήψε την επίδικη σύμβαση, βαρυνόμενη ακολούθως για την τήρηση των συμφωνηθέντων με την οφειλόμενη αντιπαροχή της, η οποία δεν χρήζει επαναπροσδιορισμού, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη.
Επομένως, και σε κάθε περίπτωση, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, η αναιρεσείουσα, που χάνει τη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Ιουλίου 2021 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Α. Π. Δ. Π. Μ. Α. Ε. Ε. Π. Κ. Ε.", για αναίρεση της με αριθ. 901/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ