Legislator Case Law & Legislation
73/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, dismissing one ground while overturning the appellate court's rejection of a claim for legal fees.

Case Number 73/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's claim regarding the inadmissibility of defamatory statements but partially allowed the appeal concerning the rejection of a legal fee claim. The court found that while the defamatory allegations were unsupported, the appellate court erred in dismissing the specific claim for attorney fees without sufficient reasoning. Consequently, the judgment was modified to allow the fee claim while the other appeal grounds were rejected.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's rejection of a claim for legal fees as inadmissible is erroneous if the lower court's assessment of evidence regarding the fee dispute is flawed or lacks adequate justification.

Keywords

AI generated
legal fees claim inadmissibility of claim defamatory statements appellate review Code of Civil Procedure attorney fees partial remand

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 73 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 73/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Σ., κατοίκου … και 2) Δ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ενεργώντας για τον εαυτό τους ατομικά αλλά και ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων και πλησιεστέρων συγγενών των γονέων τους Ε. συζύγου Σ. Κ., το γένος Δ. Ε. και Σ. Κ. του Γ., που απεβίωσαν. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπούλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Δ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Καρπάτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-7-2009 και 22-1-2010 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος και της αρχικής διαδίκου Ε. συζύγου Σ. Κ., το γένος Δ. Ε., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2013 μη οριστική και 32/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2513/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 10-1-2019 και 6-9-2018 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ενάγουσα Ε. συζ. Σ. Κ., η οποία απεβίωσε την 13.5.2011 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον σύζυγό της Σ. Κ. (αποβιώσαντος και αυτού την 15.12.2016) και τα τέκνα της Γ. Κ. και Δ. Κ. (ήδη αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων), οι οποίοι και συνέχισαν τη δίκη, με την από 22.1.2010 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, την οποία απηύθυνε κατά του Α.

Κ. (αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητου), δικηγόρου τότε Σερρών, ζήτησε, όπως αυτή περιορίσθηκε στη συνέχεια, α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 67.680,27 ευρώ, το οποίο εισέπραξε για λογαριασμό της από την περαίωση της υποθέσεώς της που του είχε αναθέσει ως δικηγόρου, πλην όμως το παρακρατεί παράνομα και αρνείται να της το αποδώσει, και β) να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει και το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη μείωση της προσωπικότητάς της εξαιτίας των ψευδών ισχυρισμών του εναγομένου ότι υπήρχε μεταξύ τους προφορική συμφωνία για εργολαβική ανάληψη της υποθέσεώς της με ποσοστό 20%.

Εξάλλου, ο ενάγων Α. Κ. (αναιρεσείων και αναιρεσίβλητος) με την από 8.7.2009 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, την οποία απηύθυνε κατά των Ε. συζ. Σ. Κ. και του Σ. Κ., οι οποίοι απεβίωσαν στη συνέχεια και κληρονομήθηκαν από τα τέκνα τους Γ. Κ. και Δ. Κ. (ήδη αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων), οι οποίοι και συνέχισαν τη δίκη, ζήτησε, όπως αυτή περιορίσθηκε στη συνέχεια, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 2.000.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη μείωση της προσωπικότητάς του εξαιτίας των αναφερομένων ψευδών ισχυρισμών των εναγομένων ότι δεν υπήρχε μεταξύ τους προφορική συμφωνία για εργολαβική ανάληψη της υποθέσεώς τους με ποσοστό 20% και ότι ο δεύτερος εναγόμενος κατέβαλε εξ ιδίων όλα τα έξοδα και την αμοιβή του για την εκτέλεση της δοθείσας σ' αυτόν εντολής.

Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν κατά σειρά οι ακόλουθες αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών: 1) η υπ' αριθ. 191/2013 μη οριστική απόφαση, με την οποία, αφού α) κρίθηκε νόμιμη η πρώτη αγωγή ως προς το πρώτο κονδύλιο της αποζημίωσης, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 714, 719, 914 ΑΚ, ενώ ως προς το δεύτερο κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης κρίθηκε μη νόμιμη και απορριπτέα, με την παραδοχή ότι μόνο το γεγονός της επίκλησης από τον εναγόμενο της ύπαρξης συμφωνίας περί εργολαβικής αμοιβής δεν είναι μειωτικό της προσωπικότητάς της, και β) κρίθηκε νόμιμη η δεύτερη αγωγή, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 361, 362-363 ΠΚ, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθούν από τον εναγόμενο της πρώτης αγωγής τα αναφερόμενα αποδεικτικά έγγραφα. 2) η υπ' αριθ. 32/2015 οριστική απόφαση, με την οποία α) ανακλήθηκε η πιο πάνω μη οριστική απόφαση, ως προς την πρώτη αγωγή, που είχε κριθεί παραδεκτή και νόμιμη ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης και απορρίφθηκε αυτή ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι πρόκειται για αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου, στην οποία, όμως, δεν αναγράφονταν με ακρίβεια τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, ούτε προσκομίζονταν ειδικό πληρεξούσιο του υπογράφοντος την αγωγή δικηγόρου, επιπλέον δε η αγωγή δεν είχε ασκηθεί εντός της εξάμηνης προθεσμίας, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του αποκλειστικά εφαρμοζόμενου, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ, και β) απορρίφθηκε η δεύτερη αγωγή ως προς τους Σ.

Κ., Γ. Κ. και Δ. Κ., κατά το μέρος που αυτοί συνέχισαν τη δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ήδη αποβιωσάσης αρχικώς πρώτης εναγομένης, Ε. Κ., έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, Σ. Κ. και αναγνωρίσθηκε ότι αυτός οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Κατά της άνω οριστικής απόφασης άσκησαν οι ενάγοντες - εναγόμενοι Σ. Κ., Γ. Κ. και Δ. Κ. την από 17.7.20015 έφεση και ο εναγόμενος - ενάγων, Α. Κ., την από 26.9.2016 αντέφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2513/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η μεν αντέφεση του εναγόμενου-ενάγοντος απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η δε έφεση των εναγόντων - εναγόμενων έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση μόνο ως προς τη διάταξη αυτής που αφορά την από 8.7.2009 αγωγή, διατηρουμένης αυτής κατά τα λοιπά, δικάστηκε η άνω αγωγή και απορρίφθηκε αυτή κατ' ουσίαν.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως οι ήδη ενάγοντες - εναγόμενοι Γ. Κ. και Δ. Κ. και ο εναγόμενος - ενάγων Α. Κ.. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι είναι συναφείς αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα.

Εφόσον δε ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους προβαλλόμενους λόγους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Α.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 10 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2019 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ.1 και 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή, τυχόν δε μνεία σ' αυτήν της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 925/2017, ΑΠ 1752/2014, ΑΠ 734/2011).

Επομένως, εφόσον το δικαστήριο καταλήξει σε νομικό χαρακτηρισμό διαφορετικό από εκείνον που προβάλλεται από τους διαδίκους, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε παραλείπει να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα και δεν παραλείπει να ερευνήσει υποβληθείσα αίτηση, και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον στην περίπτωση αυτήν υπάγει στον αρμόζοντα, κατά την κρίση του, κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τους διαδίκους πραγματικά περιστατικά (λαμβάνοντας, άρα, αυτά υπόψη) και δικάζει το αντίστοιχο αίτημα, τυχόν δε εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών της αίτησης παροχής έννομης προστασίας ή εσφαλμένη υπαγωγή αυτών σε μη προσήκοντα κανόνα δικαίου ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 925/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του ΑΚ, προκύπτει ότι με αγωγή κακοδικίας μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση από δικηγόρο λόγω της αντισυμβατικής ή παράνομης συμπεριφοράς του κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, εξαιτίας της οποίας προκαλείται ζημία στον εντολέα ή τρίτο αντίστοιχα, οφειλόμενη σε δόλο ή βαριά αμέλεια του εναγομένου δικηγόρου.

Επομένως, στοιχεία θεμελιωτικά των λόγων της αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρων είναι: 1) αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά, κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους, 2) πρόκληση ζημίας στον εντολέα, αν πρόκειται για αντισυμβατική συμπεριφορά ή και σε τρίτο πρόσωπο, αν πρόκειται για παράνομη συμπεριφορά και 3) δόλος ή βαριά αμέλεια, τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα ζημία.

Σύμφωνα δε με τις παραγράφους 1, 2, 3 και 5 του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ, α) η αγωγή πρέπει να περιέχει όλους τους λόγους στους οποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας και να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα, που ο ενάγων επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα, β) στην αγωγή επισυνάπτονται τα αποδεικτικά μέσα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα και ειδικό πληρεξούσιο στο δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, αλλιώς είναι απαράδεκτη, και γ) δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων.

Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζονται προϋποθέσεις που διαφοροποιούν την άσκηση αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρου από την αντίστοιχη αγωγή αποζημιώσεως από ενδοσυμβατική ή εξωσυμβατική ευθύνη. Η διαφοροποίηση δε αυτή, δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, που υπαγορεύονται από την ανάγκη όπως οι δικηγόροι, ως άμισθοι δημόσιοι λειτουργοί (άρθρα 1 και 38 του ν.δ. 3026/54) ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, πράγμα που θα ήταν ανέφικτο αν η δικαστική τους καταδίωξη δεν περιοριζόταν στα αναγκαία πλαίσια, τόσο από απόψεως βαθμού υπαιτιότητας, όσο και από απόψεως χρόνου και δικονομικών προϋποθέσεων ασκήσεως της σχετικής αγωγής (ολΑΠ 18/1999, ΑΠ 1921/2017, ΑΠ 1892/2014).

Οι διατάξεις, όμως, αυτές για την αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρων έχουν εφαρμογή για πράξεις ή παραλείψεις των δικηγόρων σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων τους ως πληρεξουσίων των εντολέων τους και όχι για διαφορές άσχετες με την ενάσκηση των καθηκόντων αυτών. Έτσι δεν ισχύουν όταν η ζημία του εντολέως προέρχεται από πράξεις ή παραλείψεις του δικηγόρου, που δεν ανάγονται στη δοθείσα εντολή, αλλά είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητες ενέργειες οπότε είναι δυνατή η αξίωση αποζημιώσεως με βάση τις διατάξεις της συμβατικής ευθύνης κατά τις περί εντολής διατάξεις (ΑΚ 713) ή της αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΚ 914), για την τυχόν δε αδικοπρακτική ευθύνη του εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις του ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1412/2019, ΑΠ 1140/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αρχικώς ενάγουσα, Ε. συζ. Σ. Κ., με την από 22.1.2010 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, κατά του Α. Κ. (ήδη αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητου), δικηγόρου τότε …, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά το μέρος που η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, εξέθετε ότι μετά τη σωματική βλάβη που υπέστη συνεπεία αυτοκινητικού ατυχήματος, την 3-2-1995, στην Αθήνα, ανέθεσε στον εναγόμενο δικηγόρο τη δικαστική διεκδίκηση των αξιώσεών της σε βάρος των υπαιτίων, με την ειδικότερη συμφωνία ότι η αμοιβή και τα έξοδά του θα καταβάλλονταν από την ίδια για κάθε δικαστική ενέργεια χωριστά.

Ότι, κατά τα συμφωνηθέντα, ο εναγόμενος κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τη με αριθμό κατ. 3899/1995 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4703/1999 απόφαση, που επιδίκασε υπέρ της το ποσό των 6.360.000 δραχμών, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Ότι μετά την άσκηση έφεσης από μέρους της, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8349/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία της επιδικάσθηκε το ποσό των 10.140.000 δραχμών, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, ήτοι συνολικά από την ανωτέρω αγωγή της επιδικάσθηκε το ποσό των 19.048.834 δραχμών και ήδη 55.902,67 ευρώ, ολοσχερώς καταβληθέντος από την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Δ.

Ε.", εκ του οποίου ο εναγόμενος κατέβαλε στο σύζυγό της, ενεργούντος στο όνομα και για λογαριασμό της, το ποσό των 4.000.000 δραχμών ή 13.000,00 ευρώ, παρακρατώντας παράνομα το υπόλοιπο ποσό. Ότι, στη συνέχεια, λόγω της επιδείνωσης της κατάστασής της, ο εναγόμενος, κατ' εντολή της, άσκησε την υπ' αριθμ.1587/2000 αγωγή αποζημιώσεως, επί της οποίας εκδόθηκε τελικά η με αριθμ. 34/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία της επιδικάσθηκε το ποσό των 72.840,00 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.

Ότι, το ποσό που η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε με δίγραμμη επιταγή στον εναγόμενο ανήλθε σε 124.777,60 ευρώ, εκ των οποίων ο εναγόμενος κατέβαλε στο σύζυγό της για λογαριασμό της ίδιας, μόνο το ποσό των 100.000 ευρώ, παρακρατώντας παράνομα το υπόλοιπο ποσό των 24.777,60 ευρώ. Ότι για την ανωτέρω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου, η οποία συνίσταται στην ιδιοποίηση, ήτοι τη χωρίς τη συναίνεσή της παράνομη παρακράτηση, ποσού 67.680,27 ευρώ (42.902,67 ευρώ από την πρώτη αγωγή + 24.777,60 ευρώ από τη δεύτερη αγωγή), διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένως, αποστέλλοντάς του τις από 2-6-2009 και 3-6-2009 εξώδικες δηλώσεις.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 67.680,27 ευρώ. Με την πληττόμενη απόφαση κρίθηκε ότι η άνω αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη με τις εξής σκέψεις: "Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραπάνω περιεχόμενο της υπο στοιχείο Ι αγωγής (υπ' αριθμ.

έκθ. κατ. … /22-1-2010), η ευθύνη του εναγομένου δικηγόρου στηρίζεται στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του, ήτοι στην από δόλο, παράνομη ιδιοποίηση των ποσών που ο ίδιος εισέπραξε για λογαριασμό της αρχικής ενάγουσας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του για την εκπλήρωση της αναληφθείσας από μέρους του εντολής, ήτοι τη δικαστική διεκδίκηση αποζημίωσης.

Η με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα αγωγή, έχει χαρακτήρα αγωγής κακοδικίας, κατ' άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, αφού αυτή αποτελεί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το μοναδικό ένδικο βοήθημα, με το οποίο μπορεί να ζητηθεί η αστική ευθύνη του εντολοδόχου δικηγόρου για πράξεις ή παραλείψεις του που συντελέσθηκαν, σε βάρος του εντολέως του, κατά την ενάσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων ενώ δεν είναι δυνατή ούτε η αξίωση αποζημίωσης με βάση τις διατάξεις της συμβατικής (ΑΚ 713) ή της αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΚ 914) και κατά τα ιστορούμενα σ' αυτήν η αποδιδόμενη στον εναγόμενο αδικοπρακτική συμπεριφορά έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στο πλαίσιο της δοθείσας εντολής.

Πλην όμως ενώ πρόκειται για αγωγή κακοδικίας, δεν διαλαμβανονται σ' αυτήν τα στοιχεία που αξιώνει προς τούτο το άρθρο 73 παρ. 2, 3 και 4 του ΕισΝ ΚΠολΔ. Ειδικότερα, δεν αναγράφονται στην αγωγή με ακρίβεια τα αποδεικτικά έγγραφα που επικαλείται για την απόδειξή της η ενάγουσα και δεν επισυνάφθηκαν σ' αυτήν τα τελευταία, όπως και το ειδικό πληρεξούσιο προς τον υπογράφοντα αυτήν δικηγόρο, κατ εφαρμογή των ορισμών της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ.

Επιπλέον, ενώ η αγωγή έπρεπε να έχει ασκηθεί εντός έξι μηνών από τότε που, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, κατέστη γνωστή στην ενάγουσα η ζημία της από τις προαναφερόμενες πράξεις του εναγομένου, ήτοι τουλάχιστον από το έτος 2007, οπότε εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 34/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και έγινε η εκκαθάριση των μεταξύ τους σχέσεων και σε κάθε περίπτωση την 2-6-2009, οπότε, κατά τα ιστορούμενα στο αγωγικό δικόγραφο, απέστειλε στον εναγόμενο δικηγόρο σχετική εξώδικη δήλωση, η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε την 22-1-2010 και επιδόθηκε στον εναγόμενο την 15-4-2010, ήτοι σε χρόνο πέραν του προβλεπομένου εξαμήνου.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε με την εκκκαλούμενη απόφαση την εν λόγω αγωγή ως απαράδεκτη για τους προαναφερθέντες λόγους, δεν έσφαλε και ορθά το νόμο εφάρμοσε και ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης, ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος". Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης των άνω καθολικών διαδόχων της αρχικώς ενάγουσας, με τον οποίο αυτοί παραπονούνταν για την απόρριψη της αγωγής της δικαιοπαρόχου τους ως προς το κεφάλαιο της αιτούμενης αποζημίωσης, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η άνω αγωγή είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Όμως, έχοντας το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, η αγωγή δεν είχε το χαρακτήρα αγωγής κακοδικίας, κατ' άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, αφού η αρχικώς ενάγουσα δεν επικαλούνταν στην αγωγή της κανένα περιστατικό μη ορθού χειρισμού της δοθείσας στον εναγόμενο εντολής κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του ως εντολοδόχου δικηγόρου στις δίκες που διεξήγαγε ενώπιον όλων των αρμοδίων δικαστηρίων, αλλά απέδιδε στον εναγόμενο παράνομη και δόλια ενέργεια κειμένη εκτός των πλαισίων της δοθείσας εντολής και δη παράνομη ιδιοποίηση των ποσών που είχαν επιδικαστεί σ' αυτήν, δηλαδή υπεξαίρεση εκ μέρους του των άνω ποσών, η οποία δεν συνιστά, με βάση το όλο περιεχόμενο της αγωγής, πράξη τελεσθείσα κατά την ενάσκηση του δικηγορικού καθήκοντος του εναγομένου, όπως αυτό προσδιορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 39 και 41 του τότε ισχύοντος Ν.Δ. 3026/1954 "περί Κώδικος Δικηγόρων" (που είναι ιδίως η εκπροσώπηση ενώπιον δικαστηρίων και άλλων αρχών, η παροχή νομικών συμβουλών και η διαμεσολάβηση για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών καθώς και η έρευνα στα βιβλία υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων), και συνεπώς για την επικαλούμενη από την αρχικώς ενάγουσα αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις του ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου και εν προκειμένω των άρθρων 297, 298, 714, 719, 914 ΑΚ και 375 παρ. 1 ΠΚ και όχι του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ, με βάση τις οποίες πράγματι ήταν απαράδεκτη η αγωγή, λόγω μη αναφοράς των άνω στοιχείων.

Επομένως, οι ανωτέρω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφορικά με τον χαρακτήρα της ασκηθείσας από την αρχικώς ενάγουσα αγωγής, δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής, εσφαλμένα δε δόθηκε στα πραγματικά περιστατικά της αίτησης παροχής έννομης προστασίας ο νομικός χαρακτηρισμός της αγωγής κακοδικίας δικηγόρου με περαιτέρω έννομη συνέπεια την εσφαλμένη υπαγωγή αυτών σε μη προσήκοντα κανόνα δικαίου.

Κατά συνέπεια, κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ, τις οποία εσφαλμένως εφάρμοσε, και τις διατάξεις 714, 719, 914 ΑΚ, δεχόμενη ότι αυτές δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους για την κρίση επί του παραδεκτού και νόμω βασίμου της αγωγής.

Συνεπώς, ο μοναδικός, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων περί εσφαλμένης απορρίψεως ως απαράδεκτης της συνεκδικασθείσας από 22-1-2010 αγωγής της δικαιοπαρόχου τους (αρχικώς ενάγουσας) και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) της αγωγής αυτής κατά το εκκληθέν κεφάλαιο της αιτούμενης αποζημίωσης.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως ηττηθείς διάδικος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Β.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 6 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2018 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ.

Κατά το άρθρο 183 ΚΠολΔ τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου, επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου, που άσκησε τούτο, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις δε των άρθρων 176 - 182 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας. Επομένως, η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας, αφού η ρύθμιση των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 476/2017, ΑΠ 121/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της από 6-9-2018 αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση ότι κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη των άρθρων 176 επ. ΚΠολΔ, ενώ έκρινε ότι η από 22-1-2010 αγωγή της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων ήταν απαράδεκτη και απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, δεν επέβαλε εις βάρος των εκκαλούντων-αναιρεσιβλήτων την ανάλογη δικαστική του δαπάνη.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, απορρίφθηκε μεν ο σχετικός λόγος της έφεσης των αναιρεσιβλήτων που αφορούσε την αγωγή της δικαιοπαρόχου τους, πλην όμως έγινε δεκτός και ως ουσία βάσιμος ο σχετικός λόγος της ίδιας έφεσης των αναιρεσιβλήτων που αφορούσε την από 8-7-2009 αγωγή του αναιρεσείοντος και κατόπιν αυτών έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσιβλήτων και ως ουσία βάσιμη, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση ως προς τη διάταξη αυτής που αφορά την από 8-7-2009 αγωγή του αναιρεσείοντος, κρατήθηκε η υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση και απορρίφθηκε η άνω αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσία αβάσιμη.

Επομένως, νομίμως καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, ενώ δεν συνέτρεχε περίπτωση επιβολής εξόδων σε βάρος των αναιρεσειόντων για τον απορριφθέντα λόγο της εφέσεώς τους. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την περί αυτών απόδειξη (ΑΠ 648/2019).

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, δεχόμενη ως αληθινό τον ισχυρισμό της αρχικώς ενάγουσας ότι δεν του ανέθεσε εργολαβικά τις υποθέσεις της, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο την κρίση του για το ως άνω ζήτημα σχημάτισε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά αφού έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, με την επισημείωση μάλιστα ότι αυτά λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Οι δε περαιτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι από τις καταθέσεις του μάρτυρα απόδειξης και τα έγγραφα που αυτός προσκόμισε συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμη την αγωγή του, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκλησή τους πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχτηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Την 3-2-1995, η ήδη αποβιώσασα πρώτη εναγομένη, Ε. Κ., τραυματίστηκε βαρύτατα λόγω τροχαίου ατυχήματος που έλαβε χώρα στην ….

Ο σύζυγός της, δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας κατ'εντολή και για λογαριασμό της τελευταίας, ανέθεσε στον ενάγοντα, δικηγόρο, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Σερρών, με τον οποίο αυτός συνδεόταν φιλικά, την εντολή να αναλάβει τη δικαστική διεκδίκηση της ικανοποίησης των αξιώσεών της από το ανωτέρω ατύχημα, σε βάρος των υπαιτίων Μ.

Σ. και Γ. Κ. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Ε.". Ως προς τη συμφωνηθείσα αμοιβή του ενάγοντος, οι μεν εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η συμφωνία τους περιελάμβανε την καταβολή εκ μέρους τους για κάθε δικαστική ενέργεια (κατάθεση αγωγής, προτάσεις, παραστάσεις συζήτησης, κατάθεση ενδίκων μέσων κ.λ.π.) της αμοιβής του με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Περί Δικηγόρων καθώς και των αναγκαίων εξόδων και παραστάσεων των δικηγόρων που θα νομιμοποιούσαν τον ενάγοντα στα δικαστήρια των Αθηνών, ο δε ενάγων ότι καταρτίσθηκε μεταξύ του δευτέρου εναγομένου, ενεργούντος στο όνομα και για λογαριασμό της πρώτης (εναγομένης), άτυπη (προφορική) σύμβαση εργολαβίας δίκης βάσει της οποίας θα ελάμβανε ως αμοιβή το ποσοστό 20% επι της επδικασθησομένης αποζημίωσης και ότι ο ίδιος (ενάγων) θα κάλυπτε όλα τα έξοδα που θα προέκυπταν (καταθέσεις δικογράφων, επιδόσεων, παραστάσεων, προτάσεων κ.λ.π.).

Στο πλαίσιο της ως άνω εντολής, ο ενάγων συνέταξε και ακολούθως κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 9-10-1995 ... αγωγή αποζημίωσης κατά των προαναφερθέντων φυσικών και νομικού προσώπων, με την οποία η εκεί ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 19.555.000 δραχμών.

Μετά τη συζήτηση αυτής, κατ'αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 4875/1997 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη, μετά την διεξαγωγή της οποίας η ανωτέρω αγωγή επαναφέρθηκε προς συζήτηση, με την από 4-6-1998 (αριθμ.

εκθ. κατ. 6212/1998) κλήση της εκεί ενάγουσας. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 4703/1999 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην εκεί ενάγουσα, το ποσό των 6.360.000 δραχμών, πλέον τόκων και εξόδων, ενώ κατά το ποσό των 3.500.000 δραχμών κηρύχθηκε αυτή προσωρινά εκτελεστή.

Η εκ των εκεί εναγομένων ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Δ. Ε.", την 6-12-1999 παρέδωσε, χάριν καταβολής του ως άνω προσωρινά εκτελεστού ποσού και των τόκων, στον εμφανισθέντα και ενεργούντα για λογαριασμό της εκεί ενάγουσας, Γεώργιο Πλατίστα, δικηγόρο διορισμένο στο Πρωτοδικείο Αθηνών, δύο επιταγές, συνολικού ποσού, 6.246.222 δραχμών, ήτοι την υπ'αριθμ. ...

της … Τράπεζας με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης (πληρωμής) την 20-12-1999 και την υπ'αριθμ. ... της … Τράπεζας της Ελλάδος με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης (πληρωμής) την 31-1-2000.. , οι οποίες , όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, πληρώθηκαν. Στη συνέχεια, την 20-1-2000, η ίδια ως άνω ασφαλιστική εταιρία, παρέδωσε, χάριν καταβολής του εναπομείναντος εκ του συνολικά επιδικασθέντος με την προαναφερθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , ποσού, τόκων και εξόδων, στην εμφανισθείσα και ενεργούσα για λογαριασμό της εκεί ενάγουσας, Γ.

Μ., δικηγόρο διορισμένη στο Πρωτοδικείο Αθηνών, τις υπ'αριθμ. 2198008-0, 2198009-0 και 2198010-1 επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, αντίστοιχου ποσού 1.000.000, 2.000.000 και 2.364.914 δραχμών και συνολικού 5.364.914 δραχμών, με αντίστοιχες φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης (πληρωμής) την 15-2-2000, 29-2-2000 και 31-3-2000 .., οι οποίες , όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, πληρώθηκαν.

Ακολούθως, κατόπιν άσκησης της από 10-2-2000 (αριθμ. εκθ. κατ. 1177/2000), απευθυνόμενης στο Εφετείο Αθηνών, έφεσης εκ μέρους της Ε. Κ. κατά της με αριθμό 4703/1999 απόφασης, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 8349/31-10-2000 απόφαση με την οποία αφού έγινε δεκτή, τύποις και κατ'ουσίαν, η έφεση και εξαφανίσθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκαν οι προαναφερόμενοι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλουν το ποσό των 10.140.000 δραχμών.

Η ίδια ως άνω ασφαλιστική εταιρία, την 6-12-2000, προς πλήρη εξόφληση της προαναφερθείσας απόφασης του Εφετείου Αθηνών, παρέδωσε, χάριν καταβολής, στην ίδια, κατά τα άνω, δικηγόρο, Γ. Μ., τρεις επιταγές της … Τράπεζας της Ελλάδος, συνολικής αξίας 7.237.298 δραχμών, ήτοι τις με αριθμούς …, … και … επιταγές, αντίστοιχου ποσού η κάθε μία, 2.000.000, 2.000.000 και 3.237.298 δραχμών, με φερόμενες αντίστοιχες ημερομηνίες έκδοσης (πληρωμής) την 31-1-2001, 29-2-2001 και 30-3-2001, οι οποίες , όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, πληρώθηκαν και κατέβαλε ποσό 200.000 δραχμών σε μετρητά ...

Συνολικά, επ'αφορμή της άσκησης της από 9-10-1995 (υπ'αριθμ. εκθ. κατάθ 12105/1995) αγωγής, η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε στους εμφανισθέντες και ενεργούντες για λογαριασμό της ενάγουσας, Ε. Κ., πληρεξούσιους δικηγόρους της, για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, το ποσό των 19.048.434 (6.246.222+5.364.914+7.237.298+200.000) δραχμών, άλλως 55.901,49 ευρώ.

Λόγω της επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας της ενάγουσας, Ε. Κ., ο ενάγων, κατ' εντολήν της, κατέθεσε την από 11-2-2000... αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφομένης κατά των ιδίων υπαιτίων... Ύστερα από κλήση της εκεί ενάγουσας, η υπόθεση συζητήθηκε στο Εφετείο Αθηνών και εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 34/2007 απόφασή του, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 11-2-2000...

αγωγή της και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν το ποσό των 72.840,00 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Την 20-6-2007, η ως άνω ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Δ. Ε.", παρέδωσε, χάριν καταβολής, στον ήδη ενάγοντα δικηγόρο, ως ειδικό πληρεξούσιο της Ε. Κ., τη με αριθμό ... δίγραμμη επιταγή της Τράπεζας …, ποσού 124.777,60 ευρώ, η οποία πληρώθηκε.

Την 20-6-2007, ο ενάγων κατέβαλε στον δεύτερο εναγόμενο, Σ. Κ., για λογαριασμό της συζύγου του Ε. Κ., το ποσό των 100.000,00 ευρώ, του υπολοίπου ποσού των 24.777,60 ευρώ, παρακρατηθέντος από τον ίδιο (ενάγοντα). Συνολικά, λοιπόν, ο ενάγων, επ'αφορμή της άσκησης των ως άνω αναφερομένων δύο αγωγών, εισέπραξε για λογαριασμό της εκεί ενάγουσας, το ποσό των 180.679,09 (55.901,49+124.777,60) ευρώ.

Περαιτέρω, προέκυψε ότι η Ε. Κ., απέστειλε στον ήδη ενάγοντα, την από 2-6-2009 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωση, που επιδόθηκε στον τελευταίο την 16-6-2009 (βλ. σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Σερρών, Αναστασίας Πάνου, επι του σώματος αυτής), με την οποία ισχυριζόμενη ότι ο καθ'ου δικηγόρος εισέπραξε, εντόκως, ολόκληρη την αποζημίωση που επιδίκασε το Εφετείο Αθηνών με τις υπ'αριθμ. 8349/2000 και 34/2007 αποφάσεις του, ποσού 10.140.000 δραχμών και 72.840 ευρώ, αντίστοιχα και ότι της κατέβαλε μέρος μόνο αυτής, αρνούμενος, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, να της αποδώσει τελικό λογαριασμό προς περαίωση της εντολής, παρακρατώντας παράνομα τα χρήματά της, τον κάλεσε εντός προθεσμίας δέκα ημερών από τη λήψη αυτής, να προσέλθει στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου της, για την απόδοση λογαριασμού και την καταβολή του υπολοίπου της αποζημίωσής της.

Ο ενάγων, απαντώντας στην προαναφερθείσα εξώδικη δήλωση, της απέστειλε την από 17-6-2009 εξώδικο απάντηση-πρόσκληση, που της επιδόθηκε αυθημερόν (βλ. υπ'αριθμ. 5431/17-6-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών, Βασιλείου Τσίκου), με την οποία επικαλούμενος ότι τα ποσά των αποζημιώσεων που επιδικάσθηκαν με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, "μείον του ποσού της συμφωνηθείσης αμοιβής" του, παρελήφθησαν εξ ολοκλήρου "εκ των χειρών" του ιδίου, από τον εκπρόσωπο και σύζυγό της, Σ.

Κ., με αποδείξεις που υπέγραψε και με τραπεζικές επιταγές που εξαργύρωσε ο ίδιος, και ότι όσα περιελήφθησαν στο από 2-6-2009 εξώδικό της, ήταν "συκοφαντικά ψεύδη" σε βάρος του, της ίδιας τελούσας εν γνώσει της αναλήθειάς τους, την κάλεσε όπως εντός πέντε ημερών από της επίδοσής του, ανακαλέσει εγγράφως όσα κατά τα άνω ισχυρίσθηκε.

Τέλος, η ενάγουσα του απέστειλε εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση- δήλωση, που του επιδόθηκε την 30-6-2009 (βλ. σχετική επισημείωση της προαναφερθείσας δικαστικής επιμελήτριας επι του σώματος αυτής), με την οποία διαμαρτυρόμενη για όσα αναληθή περιέλαβε στην προηγηθείσα εξώδικη δήλωσή του σχετικά με τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, επισήμανε ότι ουδέποτε καταρτίσθηκε μεταξύ τους έγγραφη συμφωνία για την ανάληψη της υπόθεσης εργολαβικά, με κάποιο συγκεκριμένο ποσοστό επί της αμοιβής του καθ'ου δικηγόρου παρά όλες οι δαπάνες κατά τη δικαστική διαμάχη καταβάλλονταν από τον σύζυγό της προς αυτόν καθώς και η αμοιβή του για κάθε δικαστική ενέργεια, ενώ περαιτέρω επικαλούμενη ότι από το ποσό των 185.000 ευρώ, που εισέπραξε ο τελευταίος για την αποζημίωσή της, απέδωσε στο σύζυγό της το ποσό των 113.000 ευρώ ενώ παρεκράτησε, χωρίς δικαίωμα, το υπόλοιπο, τον κάλεσε όπως εντός δέκα ημερών από τη λήψη αυτής προσέλθει στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου της όπως καταβάλει το παρακρατηθέν από αυτόν υπόλοιπο ποσό των 72.000 ευρώ.

Αναφορικά με το ύψος των αποδοθέντων στην πρώτη εναγομένη ποσών της αποζημίωσης που ο ενάγων εισέπραξε για λογαριασμό της από την ασφαλιστική εταιρία "Δ. Ε.", πρέπει να λεχθούν τα εξής: Από το ποσό των 19.048.434 δραχμών, που κατέβαλε η ως άνω ασφαλιστική εταιρία δυνάμει των οριζομένων στις υπ'αριθμ. 4703/1999 και 8349/2000 αντίστοιχες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Εφετείου Αθηνών, ο ενάγων προέβη στις ακόλουθες καταβολές προς τον δεύτερο εναγόμενο, ενεργούντος για λογαριασμό της πρώτης, οι οποίες συνομολογούνται από αμφότερες τις διάδικες πλευρές: i) την 7-2-2000, ποσού 4.000.000 δραχμών και συνεταγη προς τούτο σχετική απόδειξη όπου αναγράφεται ως αιτιολογία "για επιδικασθείσα αποζημίωση δυνάμει της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών", II) την 28-2-2001, παρέδωσε στον δεύτερο εναγόμενο την υπ'αριθμ. ...

επιταγή της ΕΤΕ, ποσού 2.000.000 δραχμών, που εξέδωσε η ως άνω ασφαλιστική εταιρία, εις διαταγήν της Γ. Μ., η οποία μεταβιβάσθηκε δι'οπισθογραφήσεως από την τελευταία στον δεύτερο εναγόμενο και εισπράχθηκε από αυτόν και III) την 30-3-2001, παρέδωσε στον δεύτερο εναγόμενο την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ΕΤΕ, ποσού 3.237.298 δραχμών, που εξέδωσε η ως άνω ασφαλιστική εταιρία, εις διαταγήν της Γ.

Μ., η οποία μεταβιβάσθηκε δι'οπισθογραφήσεως από την τελευταία στον δεύτερο εναγόμενο και ακολούθως από αυτόν στον υιό του Δ. Κ. και εισπράχθηκε από αυτόν... Με βάση τα προεκτιθέμενα, τα χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν από την ασφαλιστική εταιρία "Δ. Ε." για την πρώτη αγωγή της Ε. Κ. επι της οποίας εκδόθηκαν οι υπ'αριθμ. 4703/1999 και 8349/2000 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα διακρίνονται χρονικά σε τρείς κατηγορίες:

αυτή που αφορά το ποσό των 6.246.222 δραχμών, χάριν καταβολής του οποίου παραδόθηκαν στον δικηγόρο Γ. Π., δύο τραπεζικές επιταγές, με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης, 20-12-1999 και 31-1-2000, αυτή που αφορά το ποσό των 5.364.914 δραχμών, χάριν καταβολής του οποίου παραδόθηκαν στη δικηγόρο Γ. Μ., τρείς τραπεζικές επιταγές, με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης, 15-2-2000, 29-2-2000 και 31-3-2000, τα δύο εν λόγω ποσά σ'εξόφληση της πρωτόδικης απόφασης και αυτή που αφορά το ποσό των 7.437.298 δραχμών, για το οποίο καταβλήθηκε στην ίδια ως άνω δικηγόρο, σε μετρητά, το ποσό των 200.000 δραχμών και χάριν καταβολής αυτού παραδόθηκαν σ'αυτήν τρείς τραπεζικές επιταγές, με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης, 31-1-2001, 28-2-2001 και 30-3-2001, σ'εξόφληση της εφετειακής απόφασης.

Από τα εν λόγω ποσά αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατέβαλε, την 7-2-2000, στον δεύτερο εναγόμενο για λογαριασμό της πρώτης, αυτό των 4.000.000 δραχμών, για επιδικασθείσα με την υπ'αριθμ. 4703/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αποζημίωση, το οποίο, προφανώς, προέρχεται από αυτό των 6.246.222 δραχμών, που καταβλήθηκε και με την τελευταία, κατά τα άνω, επιταγή με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-1-2000 για το κηρυχθέν προσωρινά εκτελεστό ποσό της αποζημίωσης και για το οποίο, πρέπει να σημειωθεί, ότι ουδεμία αναφορά γίνεται από τον ενάγοντα από ποιον εισπράχθηκαν οι εν λόγω επιταγές αφού δεν προσκομίζονται τα σώματα αυτών και πώς περιήλθε το προϊόν τους στην κατοχή του.

Ακολούθως, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι παρέδωσε με την από 29-2-2000 χειρόγραφη απόδειξη, στον δεύτερο εναγόμενο, το ποσό των 5.364.000 δραχμών, σε πλήρη εξόφληση της πρωτόδικης απόφασης. Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι παρέλαβαν το ποσό αυτό και αιτιολογώντας την υπογραφή του δευτέρου εξ αυτών στο σώμα της απόδειξης, διατείνονται ότι ο ενάγων συνέταξε αυτήν εντελώς βεβιασμένα, "στο πόδι", όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν και του ζήτησε να την υπογράψει προκειμένου να την προσκομίσει στο Εφετείο Αθηνών κατά τη συζήτηση της έφεσής τους ενώ όταν ο ίδιος συνειδητοποίησε το περιεχόμενο αυτής, συνέταξε την προσκομιζόμενη μ'επίκληση απ'αυτούς "απόδειξη 13.000 €", που συνυπέγραψε ο ενάγων, στην οποία αναφέρουν τα ακόλουθα: "Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Σ.

Κ. σύζυγος της παθούσης Ε. Κ., κάτοικος ..., έλαβα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ε. Κ. από την πρωτόδικη απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών το επιδικαζόμενο ποσό των 4.000.000 δρχ. ήτοι 13.000 €. Ως εκ τούτου καταργούμε τις προηγούμενες αποδείξεις και ισχύει μόνο η παρούσα απόδειξη...". Το εν λόγω ποσό (5.464.000 δρχ.) φαίνεται να συμπίπτει με αυτό των 5.364.914 δραχμών, που καταβλήθηκε, κατά τα άνω, την 20-1-2000, από την ασφαλιστική εταιρία "Δ.

Ε.". Χάριν καταβολής του ποσού αυτού, όπως προαναφέρθηκε, παραδόθηκαν στη Γ. Μ., τρεις επιταγές, με ημερομηνίες έκδοσης, 15-2-2000, 29-2-2000 και 31-3-2000, πληρωτέες εις διαταγήν της ιδίας, που, προφανώς, εισπράχθηκαν από αυτήν αφού στο σώμα της μίας εξ αυτών (15-2-2000 ποσού 1.000.000 δραχμών), φωτοαντίγραφο της οποίας προσκομίζεται, υπάρχει στην πίσω όψη της, στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, η υπογραφή της ενώ για τις άλλες δύο προσκομίζεται μόνο η εμπρόσθια όψη αυτών και το προϊόν τους κατέθεσε η ίδια, μετά και την είσπραξη της τελευταίας επιταγής (31-3-2000), στον υπ'αριθμ. ...

κοινό λογαριασμό, που τηρεί ο ενάγων και η σύζυγός του, Κ. Χ., στην ΕΤΕ (βλ. σχετικά προσκομιζόμενο από τους εναγόμενους γραμμάτιο είσπραξης). Όμως, το ποσό αυτό δεν μπορεί να συσχετισθεί με αυτό που αναγράφεται στην επικαλούμενη από τον ενάγοντα, απόδειξη των 5.364.000 δραχμών, που φέρεται ότι την 29-2-2000, παρέδωσε στον δεύτερο εναγόμενο αφού το ποσό της τελευταίας επιταγής εισπράχθηκε κατά την φερόμενη ως ημερομηνία έκδοσής της, ήτοι την 31-3-2000 ενώ ουδεμία επίκληση γίνεται από τον ενάγοντα ότι έλαβε χώρα προείσπραξη των επιταγών.

Συνεπώς, εφόσον δεν αποδείχθηκε η προέλευση του εν λόγω χρηματικού ποσού, τίθεται εν αμφιβόλω και η επικαλούμενη από τον ενάγοντα καταβολή αυτού στον δεύτερο εναγόμενο. Όμως και το ποσό των 5.340.000 δραχμών, που αποδείχθηκε, κατά τα άνω, ότι περιήλθε στην κατοχή του ενάγοντος μετά την κατάθεση αυτού από τη δικηγόρο Γ. Μ., στον κοινό λογαριασμό του τελευταίου και της συζύγου του, δεν προέκυψε ότι με οποιονδήποτε τρόπο καταβλήθηκε στην δικαιούχο πρώτη εναγομένη. Τέλος, από τις παραδοθείσες στην ίδια δικηγόρο, Γ. Μ., τραπεζικές επιταγές προς εξόφληση της εφετειακής απόφασης, αποδείχθηκε, κατά τα άνω, ότι την υπ'αριθμ. ..., ποσού 2.000.000 δραχμών, εισέπραξε ο δεύτερος εναγόμενος και την υπ'αριθμ. ..., ποσού 3.237.298 δραχμών, εισέπραξε ο υιός του Δημήτριος Κάντζας ενώ την υπ'αριθμ. 3727393-0, ποσού 2.000.000 δραχμών, εισέπραξε ο ίδιος ο ενάγων.

Συνεπώς, από τα προαναφερθέντα, προκύπτει ότι από το συνολικά εισπραχθέν ποσό αποζημίωσης της πρώτης αγωγής, ύψους 19.048.434 δραχμών ή 55.902,67 ευρώ, που περιήλθε στην κατοχή του ενάγοντος, αυτός κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη, το ποσό των 9.237.298 δραχμών ή 27.108,72 ευρώ, απομείναντος υπολοίπου 9.811.536 (19.048.434-9.237.298) δραχμών ή 28.793,94 ευρώ, για το οποίο δεν αποδείχθηκε η με οποιονδήποτε τρόπο περιέλευσή του στην κατοχή είτε της δικαιούχου πρώτης εναγομένης είτε τρίτου προσώπου ενεργούντος για λογαριασμό της και συνολικά, από το εισπραχθέν και για τις δύο αγωγές, ποσό των 180.680,27 (55.902,67+124.777,60) ευρώ, ο ενάγων κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη το ποσό των 127.108,72 (27.108,72+100.000) ευρώ, απομείναντος υπολοίπου 53.571,55 (28.793,94+24.777,60) ευρώ.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η επικαλούμενη από τον ενάγοντα απόδειξη των 13.000.000 δραχμών, με βάση την οποία φέρεται ότι παρέδωσε το ως άνω ποσό στον δεύτερο εναγόμενο και για την οποία, όπως προαναφέρθηκε, παρουσιάσθηκε, παλινωδία στους ισχυρισμούς του σχετικά με το αληθές του περιεχομένου της, ανεξάρτητα από τη γνησιότητα ή μη της υπογραφής του τελευταίου στο σώμα αυτής, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου αφού δεν εναρμονίζεται με τις λοιπές αποδείξεις, όπως αυτές αναλυτικά εκτέθηκαν.

Ο ενάγων , όπως ήδη έχει αναφερθεί, ισχυρίσθηκε ότι καταρτίσθηκε μεταξύ του δευτέρου εναγομένου και του ιδίου, άτυπη (προφορική) σύμβαση εργολαβίας δίκης βάσει της οποίας θα ελάμβανε ως αμοιβή το ποσοστό 20% επι της επιδικασθησομένης αποζημίωσης και ότι με βάση το ποσοστό αυτό εισέπραξε την αμοιβή του από την επιδικασθείσα αποζημίωση.

Όμως ο ισχυρισμός του αυτός, πέραν της αοριστίας του καθόσον δεν γίνεται επίκληση αν στην προφορική τους συμφωνία περιλήφθηκε ο όρος ότι δεν θα οφείλεται αμοιβή σε περίπτωση αποτυχίας στην έκβαση της δίκης ώστε να κριθεί ότι καταρτίσθηκε έγκυρη συμφωνία περί εργολαβικής αμοιβής (ΑΠ 1597/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αποδεικνύεται και ουσιαστικά αβάσιμος καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η βασιμότητά του αφού η κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, συζύγου του, Χ.

Κ., όντας εν πολλοίς γενικόλογη και περιέχουσα αντιφάσεις, δεν κρίνεται πειστική. Άλλωστε εάν πράγματι είχε καταρτισθεί τέτοια συμφωνία, θα φρόντιζε ο ενάγων να επισημάνει τούτο στην από 17-6-2009 εξώδικη δήλωσή του όταν απαντώντας στην εξώδικη διαμαρτυρία της πρώτης εναγομένης περί της μη απόδοσης του εισπραχθέντος απ'αυτόν ποσού της αποζημίωσής της, αρκέσθηκε ν'αναφέρει ότι παρέδωσε στο σύζυγο της τελευταίας, τα ποσά των αποζημιώσεων "μείον του ποσού της συμφωνηθείσης αμοιβής μου" ενώ στο σύνολο της υπερασπιστικής του γραμμής, όπως αυτή αναλυτικά προεκτέθηκε, παρουσιάζεται ασάφεια και αβεβαιότητα για τα ακριβή ποσά των αμοιβών που εισέπραξε, γεγονός που δεν δικαιολογείται αν πράγματι υπήρχε εργολαβική συμφωνία και παρακρατούσε την αμοιβή του με βάση αυτή.

Συνεπώς, οι φερόμενοι ως αντικειμενικά ψευδείς και συνακόλουθα συκοφαντικά δυσφημιστικοί ισχυρισμοί της πρώτης εναγομένης που εμπεριέχονται στις από 2-6-2009 και με ημερομηνία επίδοσης 30-6-2009, εξώδικες δηλώσεις της, οι οποίες συνετάγησαν, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, κατόπιν προτροπής του δευτέρου εναγομένου, ότι δεν υπήρχε έγγραφη συμφωνία για την ανάληψη της υπόθεσης από τον ενάγοντα εργολαβικά και ότι καταβάλλονταν προκαταβολικά όλες οι δαπάνες και η αμοιβή του για κάθε δικαστική ενέργεια καθώς και ότι από το συνολικά επιδικασθέν ποσό των 185.000 ευρώ, της κατέβαλε μέρος της αποζημίωσής της, το οποίο αναβίβασε σε 113.000 ευρώ και το υπόλοιπο παρακρατηθέν ποσό σε 72.000 ευρώ, αποδεικνύεται ότι είναι αληθείς ανταποκρινόμενοι στην πραγματικότητα αφού σαφώς προέκυψε ότι δεν καταρτίσθηκε συμφωνία εργολαβίας δίκης και ότι ο ενάγων παρακράτησε ποσά που δεν εδικαιούτο, τα οποία οι εναγόμενοι λόγω της έλλειψης ενημέρωσης εκ μέρους του ενάγοντος και απόδοσης λογαριασμού, υπολόγισαν στο ως άνω ποσό.

Ενόψει αυτών και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, εφόσον οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί των εναγομένων, όπως περιέχονται στις επίμαχες εξώδικες δηλώσεις, ουδόλως αποδείχθηκε ότι αποτελούν δυσφημιστικά γεγονότα, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε πλήρως η αλήθεια όλων των εκ μέρους τους ισχυρισθέντων, σε κάθε δε περίπτωση εφόσον δεν αποδείχθηκε η συνδρομή στο πρόσωπο των εναγομένων, του στοιχείου του δόλου δηλαδή δεν αποδείχθηκε πρόθεση αυτών να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρ. 363 ΠΚ) ούτε και το αδίκημα της απλής δυσφήμησης (άρθρ. 366 παρ. 1), αφού εάν τα δυσφημιστικά γεγονότα είναι αληθή η πράξη της απλής δυσφήμησης είναι ατιμώρητος, και στην προκείμενη περίπτωση επιτρέπεται η απόδειξη της αλήθειας των δυσφημιστικών γεγονότων.

Με βάση όλα τα παραπάνω δεδομένα, στην προκείμενη περίπτωση δεν συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις ευθύνης για ικανοποίηση ηθικής βλάβης (άρθρ. 57, 59, 914, 932 ΑΚ) λόγω αδικοπραξίας ή παράνομης προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, καθόσον από την αξιολόγηση του κατά τα άνω αποδεικτικού υλικού, σε συνδυασμό με τους λόγους που αναπτύσσονται εκτενώς πιο πάνω, δεν αποδείχθηκε ότι η προπεριγραφείσα συμπεριφορά των εναγομένων ήταν παράνομη και υπαίτια είτε ως πληρούσα την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων της συκοφαντικής δυσφήμησης, της δυσφήμησης (άρθρα 362, 363, 366 παρ. 3, 367 παρ. 2 β ΠΚ), τα οποία, αντίθετα με όσα αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων, δεν στοιχειοθετούνται εν προκειμένω είτε ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 του ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαίτια ζημία ή, ακόμα πιο γενικά, δεν προέκυψε ότι η επίμαχη ενέργεια των εναγομένων είναι αντίθετη στις επιταγές της έννομης τάξης και ενέχει παράβαση των γενικών υποχρεώσεων που επιβάλλουν να μην προσβάλλει κανείς το πρόσωπο ή τα προστατευόμενα υλικά ή ηθικά αγαθά του άλλου ...

Συνακόλουθα, ενόψει των ανωτέρω, έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και ως ουσία βάσιμη, εξαφάνισε κατά το εκκαλούμενο κεφάλαιό της την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσία αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 57, 914 και 931 του ΑΚ, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι εναγόμενοι δεν επέδειξαν συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια είτε ως πληρούσα την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων της συκοφαντικής δυσφήμησης και της δυσφήμησης (άρθρα 362, 363, 366 παρ. 3, 367 παρ. 2 β ΠΚ), είτε ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 του ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαίτια ζημία.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υπό την επίκληση κατ' αρχάς ελλείψεως αιτιολογίας και εν συνεχεία ελλιπών και αντιφατικών, μη προσδιοριζομένων ωστόσο, αιτιολογιών πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι από τα προσκομισθέντα επίσημα έγγραφα και τις καταθέσεις της μάρτυρος απόδειξης Χ.

Κ. αποδείχθηκε ότι τα εκ δόλου διαδοθέντα εις βάρος του δυσφημιστικά, συκοφαντικά και αναληθέστατα γεγονότα προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψή του, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Τέλος, με βάση τις ίδιες ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την αντέφεση του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός παραπονείτο για την εν μέρει παραδοχή της αγωγής του, ως ουσία βάσιμη.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια και δη για την χωρίς καμία αιτιολογία απόρριψη της αντέφεσής του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, αντίθετα, η απόρριψη της αντέφεσης στηρίχθηκε στις άνω αναλυτικές, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές του Εφετείου. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 10 Ιανουαρίου 2019 και 6 Σεπτεμβρίου 2018 αιτήσεις αναιρέσεως κατά της με αριθ. 2513/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την από 6 Σεπτεμβρίου 2018 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της με αριθ. 2513/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. Δέχεται την από 10 Ιανουαρίου 2019 αίτηση αναιρέσεως των Γ. Κ. και Δ. Κ. για αναίρεση της με αριθ. 2513/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την με αριθ. 2513/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ειδικότερα κατά το κεφάλαιό της με το οποίο απέρριψε τον λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων περί εσφαλμένης απορρίψεως ως απαράδεκτης της από 22-1-2010 αγωγής της δικαιοπαρόχου τους (αρχικώς ενάγουσας) ως προς το αγωγικό κονδύλιο της αποζημίωσης κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρεθέν κεφάλαιο, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. ΔΙΑΤΑΖΕΙ την απόδοση στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (και τούτου αποχωρήσαντος ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ