Legislator Case Law & Legislation
73/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding property acquired by private parties via Mixed Commission recognition of war title.

Case Number 73/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's decision to correct land registry entries. The State argued that property acquired by private parties without Mixed Commission recognition was invalid under war title laws, while the First Instance Court ruled that the Euboea region was ceded via treaty and required purchase, not war title acquisition. The Court upheld the First Instance decision, finding the State's legal argument unpersuasive regarding the specific historical context of Euboea and the validity of the Mixed Commission's recognition.

Legislator headnote

AI generated

Articles 16 of the Law of 21/6/10/7/1837 on the distinction of public property; Articles 559, 2nd paragraph of the Law of 3/2/1830 on the independence of Greece; The court established that property acquired by private parties without Mixed Commission recognition does not constitute a valid title of acquisition under the war title regime, except where specific historical circumstances regarding territorial cession and purchase obligations apply.

Keywords

AI generated
war title acquisition Mixed Commission recognition public property distinction land registry correction property ownership title territorial cession state appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 16 of the Law of 21/6/10/7/1837 on the distinction of public property
Article 559, paragraph 2 of the Law of 3/2/1830 on the independence of Greece
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 230/1850
Supreme Court 57/1871
Supreme Court 80/1877
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 73 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 73/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Στελιανή Κουστουμπάρδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.,

Των αναιρεσίβλητων: 1.Ν. Δ. του Χ., κατοίκου ... 2. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", νομίμως εκπροσωπουμένου, που εδρεύει στην …, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Σιώτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2007 αίτηση του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, και 62/2013 του Εφετείου Ευβοίας.

Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον, με την από 11-6-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 7-11-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16-6-1830 και της 19-6/1-7-1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν εκείνα τα ακίνητα που βρίσκονταν εντός της ζώνης που μέχρι την 3-2-1830 είχε καταλάβει με τις στρατιωτικές του δυνάμεις και ανήκαν είτε στο Οθωμανικό Δημόσιο είτε σε Οθωμανούς ιδιώτες, καθώς και όσα εγκαταλείφθηκαν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους και κατέστησαν αδέσποτα.

Η κτήση των ακινήτων αυτών έγινε δια δημεύσεως "πολεμικώ δικαιώματι" (ΑΠ 230/1850, ΑΠ 57/1871, ΑΠ 80/1877). Εξάλλου, όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα κατά τον χρόνο διακήρυξης της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους (3-2-1830) εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά εν συνεχεία παραχωρηθέντων βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πώλησής τους εντός προθεσμίας (ΑΠ 15/1843, 24/1849, 230/1850, 80/1877).

Περαιτέρω όσον αφορά όσα ακίνητα ευρίσκοντο είτε στην ελληνική είτε στην τουρκική ζώνη κατοχής, κατά την 3.2.1830, εκείνων των εδαφών που τελικά αποτέλεσαν το πρώτο ελληνικό κράτος και κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και με άκυρο κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλο, (ήτοι ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί), αυτά αναγνωρίσθηκαν ως ανήκοντα στους τελευταίους.

Ειδικά, όσον αφορά την Εύβοια, αυτή δεν περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, με δικαίωμα πολέμου, όπως οι υπόλοιπες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, αφού ειδικά η Εύβοια δεν καταλήφθηκε από τον ελληνικό απελευθερωτικό στρατό, αλλά παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές του νησιού στην ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση όμως, που περιλήφθηκε στο από 3-2-1830 πρωτόκολλο του Λονδίνου, ως όρος, να αγορασθούν τα τουρκικά κτήματα από το Ελληνικό κράτος, δυνατότητα ωστόσο, την οποία δεν είχε το τελευταίο, με αποτέλεσμα να τα αγοράσουν, ύστερα από υπόδειξη της Κυβέρνησης Έλληνες και ξένοι κεφαλαιούχοι, ώστε να περιληφθεί η Εύβοια στα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους (βλ.

ΑΠ 1190/2015, ΑΠ 856/2007). Τέλος, από τις διατάξεις του προϊσχύοντος β.ρ. δικαίου ν.8 § 1 Κωδ. (7.39), ν.9 § 7 (Βασ. 50.14), τη διάταξη του άρθρου 62 ΕισΝΑΚ, τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4.1926 "περί διοικητικής αποβολής κλπ." και τα δ/γματα που εξεδόθησαν προς εκτέλεση του ν. ΔΞΗ/1912, προκύπτει ότι επί των δημοσίων κτημάτων οι ιδιώτες μπορούν ν’ αποκτήσουν κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον ασκήσουν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου τη νομή επί 30ετία, συμπληρούμενη το αργότερο μέχρι τις 12.9.1915.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στο Κτηματολογικό Γραφείο Χαλκίδας υπάρχει αρχική εγγραφή γεωτεμαχίου εμβαδού 5598 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση ..., με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) ..., του οποίου ο ιδιοκτήτης φέρεται ως άγνωστος.

Ο αιτών Ν. Δ. με το με αριθ. .../30-7-1981 δωρητήριο - συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Χαλκίδος Τ. Δ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί...., απέκτησε από τον πατέρα του Χ. Δ. του Ν. την αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή ενός ακινήτου (αγρού) που βρίσκεται, όπως αναφέρεται στον άνω τίτλο, στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του ..., εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσεως 2500 τ.μ.

κατά δε νεώτερη καταμέτρηση 2.735,81 τ.μ. Το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα (το βορειοανατολικό) του άνω με ΚΑΕΚ ... γεωτεμαχίου (εμβαδού 5.598 τ.μ.) και αποτυπώνεται με τα περιμετρικά στοιχεία ... στο από Μαρτίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Σ. Α., το οποίο έχει συνταχθεί, σύμφωνα με το κτηματογραφικό διάγραμμα του κτηματολογικού Γραφείου Χαλκίδας και τις επ’ αυτού συντεταγμένες των κορυφών του.

Συνορεύει....νοτιοδυτικά σε πλευρά, με στοιχεία, ... με ιδιοκτησία Πανελληνίου Ιερού Ιδρύματος ... και .... Αυτό είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχό του από δωρεά επίσης από τον πατέρα του Ν. Α. Δ. δυνάμει του με αριθ. .../1935 δωρητηρίου συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου Τ. Α., που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Ο αιτών κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής παρέλειψε να υποβάλει σχετική δήλωση και γι αυτό άσκησε την κρινόμενη αίτησή του με την οποία ζητεί, κατά την εκτίμησή της, όπως παραδεκτά συμπληρώθηκε με τις προτάσεις του και με την κλήση του, με την οποία την επαναφέρει προς περαιτέρω συζήτηση, να γίνει η σχετική διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία....ώστε να φαίνεται αυτός αποκλειστικός κύριος νομέας και κάτοχος του άνω ακινήτου, που αποτελεί τμήμα του ευρύτερου γεωτεμαχίου που έχει αριθμό ΚΑΕΚ ....

Εξάλλου το αιτούν "Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα ..." δυνάμει του με αριθ. ...12-1991 δωρητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Α. Σ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα...., απέκτησε λόγω δωρεάς από τον Χ. Μ. του Κ., την κυριότητα, νομή και κατοχή του τμήματος του υπόλοιπου τμήματος του ίδιου ως άνω με ΚΑΕΚ ... ακινήτου και ειδικότερα του νοτιοδυτικού, εμβαδού 2.862,69 τ.μ., το οποίο φαίνεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ...

στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Α. και συνορεύει βορειοανατολικά .... με την ιδιοκτησία του άνω αιτούντος Ν. Δ., .... . Ο δικαιοπάροχός του το είχε αποκτήσει με άτυπη δωρεά από τη μητέρα του, Μ. χήρα Κ. Μ., το έτος 1970, στην οποία είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση λόγω προικός από τον πατέρα της Π.

Κ. προς το σύζυγό της Κ. Μ., δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου με αριθ. .../1947 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Χαλκίδας Κ. Σ.. Στον άνω προικοδότη είχε περιέλθει από δωρεά από τον πατέρα του Ν. Κ. με το νόμιμα μεταγεγραμμένο, με αριθ. .../1930 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τ. Α.. Επειδή, όμως και οι δύο αιτούντες (δηλ.

ο Ν. Δ. και το άνω Ίδρυμα) παρέλειψαν να υποβάλουν σχετικές δηλώσεις σχετικά με τα ακίνητά τους, αυτά καταχωρήθηκαν ως ένα, με εμβαδό 5598 τ.μ. με αριθμό ΚΑΕΚ ..., και ως "αγνώστου ιδιοκτήτη". Εφόσον, δε αποδείχθηκε ότι και οι δύο αιτούντες έχουν εγγραπτέο δικαίωμα, δυνάμει των άνω αναφερομένων τίτλων σε αυτό, ο καθένας σε ξεχωριστά τμήματά του, τα οποία δεν αποτυπώθηκαν στις πρώτες εγγραφές ως αυτοτελείς ιδιοκτησίες και ότι η άνω εγγραφή περί αγνώστου ιδιοκτήτη είναι ανακριβής, θα πρέπει να διορθωθεί ώστε να εμφαίνεται ότι οι αιτούντες είναι κύριοι αυτού και μάλιστα ο καθένας σε ξεχωριστό τμήμα του κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

Επειδή δε στο ως άνω σχεδιάγραμμα του Β. Α., το οποίο συντάχθηκε για να αποτυπώσει την ιδιοκτησία του Ιδρύματος αποτυπώνεται με τρόπο σαφή και σύμφωνα με το κτηματογραφικό διάγραμμα, όπως αναφέρεται σε αυτό, και η ιδιοκτησία του Ν. Δ., το οποίο επικαλείται και αυτός αποδεχόμενος πλήρως την περιγραφή και αποτύπωση που γίνεται σε αυτό και του δικού του ακινήτου, παρέλκει η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και δεδομένου ότι από τα υπόλοιπα αποδεικτικά έγγραφα προκύπτει η ταυτότητά του....

Περαιτέρω όσον αφορά τη συνεκδικαζόμενη κύρια παρέμβαση του ελληνικού δημοσίου, αυτό εκθέτει ότι το επίδικο ακίνητο (αυτό δηλ. που αφορά η αίτηση του άνω Ιδρύματος εμβαδού 2862,69 τ.μ.), σύμφωνα με έγγραφο της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Ευβοίας, δεν φέρεται καταγεγραμμένο ως δημόσιο κτήμα στα γενικά βιβλία καταγραφής της υπηρεσίας αυτής και δεν είναι γνωστό αν ανήκει σε δημόσιες δασικές εκτάσεις ή σε δημόσιες εποικιστικές εκτάσεις, όμως δεν συντρέχουν γι’ αυτό οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 ν.3127/2003 αφού βρίσκεται εκτός ορίων οικισμού του και συνεπώς ανήκει κατά τεκμήριο στην κυριότητά του ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που περιήλθε σ’ αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους, άλλως με κατάληψη αυτού ως αδέσποτου, άλλως ως εγκαταλειμμένου μετά την απελευθέρωση.

Πλην όμως δεν αποδεικνύει ότι έχει το επικαλούμενο εγγραπτέο δικαίωμα κυριότητας, είτε με την προσκόμιση τίτλων κτήσεως κυριότητας σ’ αυτό, είτε ότι κατ’ άλλο τρόπο περιήλθε στην κυριότητά του από τους επικαλούμενους στην παρέμβαση κατά τα ανωτέρω, τρόπους, ενώ συνομολογεί ότι δεν έχει καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα και ότι δεν γνωρίζει αν πρόκειται για δασική ή δημόσια εποικιστική έκταση ή βοσκότοπο.

Εξάλλου οι εκτάσεις της Ευβοίας προσαρτήθηκαν στο νεοσυσταθέν ελληνικό Κράτος δυνάμει συνθήκης και δεν περιήλθαν σε αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού, δικαιώματι πολέμου, όπως αυτό ισχυρίζεται, ούτε ανήκαν στου Τουρκικό Κράτος αλλά σε οθωμανούς ιδιώτες. Με το πρωτόκολλο δε του Λονδίνου της 3ης Φεβρουάριου 1830, ορίσθηκε ότι οι Τούρκοι της Ευβοίας θα αποζημιώνονταν για τα κτήματα που τους ανήκαν, κάτι τέτοιο δε δεν απέδειξε το Δημόσιο ότι έπραξε και ότι κατέστη έτσι κύριος.

Αντίθετα λόγω αδυναμίας του κράτους να προβεί στην εξαγορά των εκτάσεων αυτών, τούτο έπραξαν Έλληνες και αλλοδαποί ιδιώτες. Ούτε, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι το επίδικο έχει καταστεί αδέσποτο και ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. της 21.6/10-7-1837, ούτε ότι αποτελούσε ανέκαθεν λιβάδι ή βοσκότοπο, ώστε να ανήκει σ’ αυτό σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 3/15-12-1833 β.δ.

Εξάλλου αλυσιτελής είναι ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το αιτούν και οι δικαιοπάροχοί του δεν απέκτησαν το επίδικο με πρωτότυπο τρόπο δηλ. με τακτική και έκτακτη χρησικτησία διότι η επικαλούμενη από αυτό άσκηση νομής δεν είχε αρχίσει ούτε είχε συμπληρωθεί πριν από την 11-9-1915 εφόσον μετά την άνω ημερομηνία δεν μπορούσε να επέλθει χρησικτησία επί των δημοσίων κτημάτων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων για το δικαιοστάσιο που έχουν εκδοθεί βάσει αυτού, με τα οποία είχε ανασταλεί η παραγραφή στις αστικές διαφορές και αφετέρου του άρθρου 21 του από 22.4/16-5-1926 Ν. Δ/τος "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", κατά το οποίο "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφήν, η δε αρξαμένη ουδεμία κέκτηται συνέπειαν αν μέχρι της δημοσιεύσεως του Δ/τος αυτού δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής κατά τους ισχύοντας νόμους παραγραφή" και του άρθρου 4 του ΑΝ 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμία πράξη νομής ενήργησε επί αυτών και ότι τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε καμία παραγραφή.

Τούτο διότι σύμφωνα με τα άνω αναφερόμενα, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν είχε ποτέ αποκτήσει με τους επικαλούμενους στην παρέμβασή του τρόπους εμπράγματο δικαίωμα στο επίδικο, δεν απολαμβάνει και την προστασία των άνω διατάξεων που αφορούν στα δημόσια κτήματα. Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι το παρεμβαίνον Δημόσιο έχει εγγραπτέο δικαίωμα επί του προαναφερομένου ακινήτου πρέπει να απορριφθεί η παρέμβαση ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια επειδή το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ν. 8 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. 41.4, 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10,17 και 48 Πανδ. (941.3), 3 Πανδ. 941.100 και 109 Πανδ. (50.16), ν. 11 Πανδ. (44.3), ν. 3 Κωδ. 7,30, ν.11.

Κωδ. 7, 32 παρ. 12 και εκείνες του άρθρου 3 Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) "περί Γαιών", των άρθρων 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3.2.1830 "περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και τα μεταγενέστερα 4/16.6.1830 και 1/19.7.1830, της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως περί οριστικού διακανονισμού των ορίων του πρώτου Ελληνικού Κράτους, την από 28.3.1835 Ελληνοτουρκική Σύμβαση, του άρθρου 1 ν. 3/15.12.1833 (περί βοσκοτόπων), του Β.Δ 17/29.11.1836 (περί ιδιωτικών δασών), των Β.Δ. 26/4/8.5.1838, από 26-6/8.7.1836 και 2/14.10.1836, του Ν.

της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του Ν. ΔΞΗ’ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/15.6.1926 "περί Διοικητικής αποβολής από κτημάτων της αεροπορικής αμύνης", αφού, κατ7 εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αγνόησε παντελώς ότι τα κτήματα που εγκαταλείφθηκαν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου" από το Ελληνικό Κράτος, άλλως-σε περίπτωση που δεν ανήκουν στην κατηγορία των εγκαταλελειμμένων από τους Οθωμανούς- την αναγκαία διαδικασία των προβλεφθέντων τότε με τα ανωτέρω β.δ.

Μικτών Επιτροπών, με σκοπό την αναγνώριση των δικαιωμάτων των Οθωμανών ιδιωτών που παρέμειναν στην Εύβοια με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η νήσος Εύβοια δεν περιήλθε ποτέ στο Ελληνικό Δημόσιο, "υπονοώντας προφανώς ότι όλες οι ιδιοκτησίες της Εύβοιας, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες εκτάσεις, ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες, οι οποίοι στη συνέχεια τις επώλησαν, ενώ, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις όφειλε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να κάνει δεκτό αφενός ότι τα κτήματα που εγκαταλείφθηκαν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου" ανεξαρτήτως της κατάληψής τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, αφετέρου ότι νόμιμο τίτλο μπορούσε να αποκτήσει κανείς μόνο μετά από αναγνώριση από την Μικτή Επιτροπή με απόφαση αυτής μεταγεγραμμένη, ο οποίος (νόμιμος τίτλος) και μόνο εν όψει του υφισταμένου νομικού πλαισίου θα μπορούσε να προσπορίσει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ιδιώτη και ότι, αντιθέτως, άλλοι τίτλοι κτήσεως δεν συνιστούν, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, νόμιμους τίτλους, εν όψει και της μη αναγνωρίσεώς τους από τα νόμιμα όργανα και κατά τη διαδικασία τη διαγραφόμενη στις ως άνω διατάξεις.

Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον τέτοιο τίτλο δεν διέθεταν το αναιρεσίβλητο, ούτε ο δικαιοπάροχος τους, το επίδικο ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο". Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, που αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και δέχθηκε τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων, στη συνέχεια δέχθηκε τις αιτήσεις αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Χαλκίδας, ώστε να εμφαίνονται οι τελευταίοι κύριοι του μείζονος επιδίκου ακινήτου σε διακριτά μέρη αυτού, δεν παραβίασε, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δοθέντος ότι η Εύβοια δεν περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου με δικαίωμα πολέμου, αφού δεν καταλήφθηκε με τα όπλα από τον Ελληνικό απελευθερωτικό στρατό, αλλά παραδόθηκε από τις Τουρκικές αρχές του νησιού στην Ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση να αγοραστούν τα τουρκικά κτήματα από το Ελληνικό Κράτος και επομένως ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη νομότυπη κτήση της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί των επιδίκων ακινήτων, χωρίς να υφίσταται υποχρέωσή του, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να ερευνήσει και να αναφέρει στο σκεπτικό της απόφασής του την απόκτηση της κυριότητας τούτων από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες, τα στοιχεία των τελευταίων, ως πωλητών και τα στοιχεία των ελλήνων και αλλοδαπών, ως αγοραστών, τους τίτλους με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους που συνόδευαν τα πωληθέντα ακίνητα και τη διαδικασία αναγνώρισης από την αρμόδια Μικτή Επιτροπή, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-6-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 62/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ